Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Η ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΟΝ ΚΑΛΟ ΛΑΚΟ


Με ρώτησε η γυναίκα μου η Ειρήνη μια μέρα μετά το Πάσχα. Εχετε εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στσι Λιμνες; Και βέβαια έχουμε !! της απάντησα. Και που είναι αυτή ; Με ξαναρώτησε. Στον Καλό Λάκο είπα. Ε να πάμε τότε μια και δεν με έχεις ξαναπάει όταν γιορτάζει. Ετσι αποφασίσαμε να πάμε στον καλό λάκο στον εσπερινό της Αγίας Ειρήνης. Ο δρόμος δεν είναι τόσο καλός αλλά αφού το πήραμε απόφαση να πάμε πήγαμε. Το εκκλησάκι ήταν εκει που το θυμόμουνα, αλλα κάπως περιποιημένο και φτιαγμένο απο την τελευταία φορά που είχα περάσει από εκεί πριν 40χρόνια. Τωρα όμως αντι για γαϊδούρια και μουλάρια, ηταν αυτοκίνητα αγροτικά, τζιπ και κούρσες. Συναντήσαμε συγγενείς γνωστούς και φίλους εκεί. Ο Χριστόφορος Ο Πυθαρούλης ήρθε και με χαιρέτησε. Ηντα κάνεις μωρέ πόσο καιρό έχω να σε δώ. Κι αφού χαιρετιστήκαμε με ρώτησε . Θυμάσε τον αδερφό μου τον δάσκαλο; Και μου σύστησε τον αδερφό του. Εγώ βέβαια αλλιώς τον θυμόμουνα νεώτερο που τον είχα ξαναδεί πριν καμια δεκαπενταρία χρόνια. Χαιρετιστήκαμε με τον δάσκαλο, και αφου ήπαμε τα σχετικά, τι κάνεις και λοιπά, άρχισε να μου διηγείται μια ιστορία που είχε σχέση με το εκκλησάκι που ήμαστε της Αγίας Ειρήνης. Ο Κωστής του Ζαχαράκη μόλις ειχε έρθει από την Αθήνα και είχε κάτσει στον Αγιο Νικόλαο. Μια μέρα λοιπόν ήρθε στον καλό λάκο και είπε να προσκυνίσει στο εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης. Στην ακρη του τοιχιού του περιβόλου είχε κρίνους ανθυσμένους και σκέθηκε ο Κωστής να κόψει δυο-τρείς να τσι κρατά στον Αγιο Νικόλαο. Ξάνηξε πρώτα γυρω-γύρω μα δεν είδε κιανένα. Έσκυψε και έκοψε ενα κρίνο και ξανάσκυψε για να κόψει κιάλλο. Ξαφνικά άκουσε μια γυναικία φωνή να του λέει: Κωστή μη μου κόβεις τσοι κρίνους. Σύκωσε το κεφάλι του αλλά δεν είδε κανένα. Έκανε μερικά βήματα πρός τα πίσω από φόβο και έκανε το σταυρό του. Σκέφτηκε πως η Αγία Ειρήνη ήταν αυτή που του μίλησε και δεν ήθελε να κάψει τσοι κρίνους. Παράτησε και τον κομένο κρίνο και απου φύγει-φύγει. Από κάτω από το εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης ήταν σπαρμένο χωράφι έτοιμο για θέρισμα. Ηταν λοιπόν εκεί η Μαρία του Συγανού και εθέριζε, αλλά επειδή ήταν χαμιλά και το σπαρμένο ψηλό δεν φαινόταν από τον περίβολο τση εκκλησίας. Αυτή είχε δεί τον Κωστή που πήγε να κόψει τσοι κρίνους και για να τον πειράξει του φώναξε να μην τους κόψει και προφανώς μετά κρύφτηκε για να μην τη δεί. Έτσι ο καϊμένος ο Κωστής νόμιζε οτι άκουσε την Αγία Ειρήνη να τον μαλώνει να μη κόβει τσοι κρίνους της. Την αλήθεια την έμαθε από την ίδια τη Μαρία μετά από καιρό όταν συναντήθηκαν στο μπακάλικο του Μαυροειδή απέναντυ από το παλιό Δημαρχείο. Όπως ήταν επόμενο η Μαρία άκουσε τα εξ αμάξης, που λένε, από τον Κωστή που νόμιζε οτι του μίλησε η Αγία Ειρήνη.