Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Η ΚΑΛΗ ΧΕΡΑ ΤΣΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Στα παιδικά μας χρόνια η μέρα της πρωτοχρονιάς είχε ιδιαίτερη θέση στο εορταστικό μας ημερολόγιο. Ήταν η μέρα που  οι θείοι και οι θείες μας θα μας έκαναν την <καλή χέρα>. Τι ήταν η <καλή χέρα> ; Ήταν το χαρτζιλίκι που μας έδιναν το πρωί της πρωτοχρονιάς όταν μας έστελναν οι μανάδες μας με ένα πιάτο κουραμπιέδες μελομακάρουνα και άλλα και πηγαίναμε στα σπίτια των μπαρμπάδων μας να κάνουμε ποδαρικό για καλή χρόνια. Αυτοί μας έδιναν κέρματα συνήθως, αλλά για μας φαινόταν θησαυρός. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μου έδωσε η Μάνα μου ένα πιάτο μελομακάρουνα και κουραμπιέδες και το πήγα στης θειάς μου της Αριστέας (του Μπάρμπα Κυπαρίσσι γυναίκα). Πρέπει να ήμουν επτά χρονών. Ο θειά πήρε το πιάτο το άδιασε και το γέμισε ξανά αυγοκαλάμαρα. Ο Μπάρμπας έβαλε το χέρι του στη τσέπη του κρητικού γιλέκου του (φορούσε φράκες κρητικές) και μου έδωσε ένα τάλιρο !! Γύρισα χοροπηδώντας σπίτι μας και φώναζα. Ο θείος μου έδωσε ενα μεγάλο λεφτό. Μέχρι τότε ήξερα τις πεντάρες, τις δεκάρες, τις κοσάρες (εικοσάρες) αντε και τα πενηνταράκια !! Αλλά τάλιρο δεν είχα πιάσει στα χέρια μου. Καλά καλά δεν το γνώριζα !! Απο τότε κάθε πρωτοχρονιά με χαρτιλικώνανε οι μπαρμπάδες μου που τους έκανα το ποδαρικό. Μου κάνανε την <καλή χέρα> έτσι για το καλό του χρόνου. Το μόνο που άλλαζε ήταν τα λεφτά !!  Κάθε χρόνο αξίζανε και λιγότερα !! Μέχρι που τα κατοστάρικα που μας δίνανε για καλή χέρα έιχανε λιγότερη αξία από τα τάλιρο που μου έδωσε ο Μπάρμπας ο Κυπαρίσσης  το 1950 !!!

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Καλά Χριστούγεννα και χρόνια καλά σε όλους τους Λιμνιώτες και Λιμνιώτισες όπου κιαν βρήσκονται, με υγεία και χαρά.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

ΕΝΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΕΣ ΤΑΞΙΔΙ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Ήταν παραμονές χριστουγέννων του 1963. Τότε ήμουνα φοιτητής στη Θεσσαλονίκη και θέλαμε να κατεβούμε στο χωριό να κάνουμε χριστούγεννα με τις οικογένειες μας. Περιμέναμε στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης το τραίνο intersity που θα ερχόταν από Γιουκοσλαβία για να πάμε στον Πειραιά. Μαζί μου ήταν και ο Στέλιος ο Λεμπιδάκης που υπηρετούσε φαντάρος στη Πτολεμαϊδα. Είναι αυτός που φαίνεται στη φωτογραφία ψαρομένος σταβόγαλος !! Περιμέναμε αλλά το τραίνο είχε καθυστέρηση λόγω χιονιού. Ετσι αποφασίσαμε να πάρουμε ένα <<πειρατικό>> ταξί και να πάμε Λάρισα για να μην χάσουμε το καράβι για την Κρήτη. Μπήκαμε 6 άτομα στο ταξί και ξεκινήσαμε για Λάρισα. Ομως έξω από την Θεσσαλονίκη το χιόνι ειχε στρωθεί για καλά στο δρόμο και σε μια στοφή κοντά στο Πλατί το ταξί που δεν είχε αλυσίδες, βγήκε έξω από το δρόμο.΄Ευτυχώς κανείς δεν έπαθε τίποτα. Εγώ και ο Στέλιος πήραμε τις βαλίτσες μας και σταματήσαμε ένα φορτηγό που είχε λακίκι. Ανεβήκαμε στη καρότσα του και μας πήγε στο σταθμό του τραίνο. Εκεί έφευγε μια οτομοτρίς για Κατερίνη. Μπήκαμε μέσα και στη Κατερίνη βρήκαμε το τραίνο που είχε φύγει πρίν τρεις ώρες από την Θεσσαλονίκη αλλά λόγω καιρού είχε καθυστερίσει και περίμενε να ανοίξουν τη γραμμή στα Τέμπη για να φύγει. Για καλή μας τύχη μόλις μπήκαμε στο τραίνο φύγαμε αμέσως μια και ειδοποίησαν ότι η γραμμή είχε καθαριστεί από τα χιόνια. Στον Πειραιά φτάσαμε βράδυ μετά από καθυστερίσεις και στάσεις του τραίνου. Πήγαμε τρέχοντας να προλάβουμε το πλοίο για το Ηράκλειο. Και ευτυχώς είχε καθυστερίσει και εδώ ο απόπλους γιατί υπήρχε πολύς κόσμος που ήθελε να ταξιδέψει και γινόταν ο χαμός. Οι λιμενικοί δεν άφηναν τον κόσμο να μπεί μέσα. Ο κόσμος έσπρωχνε να μπεί και στην αναμπουμπούλα μπήκαμε μέσα μαζί με τον Στέλιο. Τελικά το πλοίο έφυγε με το κατάστρωμα να είναι πατίσμε-πατώσε από την φοιτηταρία και τους φαντάρους. Ούτε εισητήριο βγάλαμε!! Που να βρούνε ακρη οι αξιωματικοί του πλοίου!! Ο καιρός ήταν χιονιάς και φυσσούμε παγωμένος βορειάς στο κατάστρωμα. Έριχνε αραιές νυφάδες χιονιού στα κεφάλια μας, όσες άφηνε ο αέρας να πέσουν στο κατάστρωμα του πλοίου. Βρήκαμε κιάλλους Λιμνιώτες που κατεβαίνανε κιαυτοί στο χωριό για τα χριστούγεννα. Τον Σταυρούλη τον Πεδιαδίτη, τον Μιχάλη τον Καλιώρη, τον Βαγγέλη του Τσιφτεδογιάννη, κιάλλους.  Βάλαμε τις βαλίτσες κόντρα στον αέρα βορόσκιο να παντούν τον αέρα και μαζευτήκαμε απο πίσω, κοντά ο ένας με τον άλλο για να βγάλουμε τη νύχτα στο κατάστρωμα. Ο Βαγγέλης μάλιστα πήρε μια κουβέρτα και μπήκε σε μια βάσκα του πλοίου. Τράβηξε το μουσαμά-κάλυμα της και κοιμήθηκε εκεί μέσα γιατί έλεγε πως ήταν πιό ζεστά. Μετά από μερικές ώρες βγήκε ξηλιασμένος και ήρθε να ζεσταθεί μαζί μας. Οι περισσότεροι βέβαια δεν κλείσαμε μάτι όλη την νύχτα. Το πρωί φτάσαμε στο Ηράκλειο. Πήραμε το λεωφορείο για το χωριό κατακουρασμένοι, ταλαιπωριμένοι, αλλά χαρούμενοι που καταφέραμε να φτάσουμε στη Κρήτη και στο χωριό μας στι Λίμνες, να κάνουμε χριστούγεννα και γιορτές με τις οικογένειες μας.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

ΕΝΑ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΜΕΘΥΣΙ

 Εγώ ο Θεοχάρης του Παπά Βαγγέλη κι ο ξάδερφός μου ο Θεμιστοκλής του Κοκόλη την εποχή εκείνη

Ήταν Οκτώβρης μήνας του 1968 ημέρα Παρασκευή. Η μάνα μου μου είχε στείλει ένα δέμα με τον Σιγανό που είχε μια τρίκλυκλη μοτοσυκλέτα BMW και έφερνε στην Αθήνα δέματα από τσι Λίμνες. Οι τρίκυκλες είχαν αντικαταστήσει τα κάρα του Κουτουρατζή και του Χειμώνη, αλλά τώρα έκαναν μεγαλύτερες διαδρομές και έφταναν μέχρι την Αθήνα. Ο Καλιωραντώνης που είχε κι αυτός τρίκυκλη είχε αναλάβει τις τοπικές μεταφορές Αγιο και Νεάπολη. Έφερε λοιπόν ο Σιγανός το δέμα τσι Μάνας μου και άφησε και ένα δέμα για τον ξάδερφό μου τον Θεμιστοκλή, που μέναμε μαζί. Το απόγευμα που ήρθε ο ξάδερφος από το Πανεπιστήμιο ανοίξαμε τα δέματα.Δυο τρία μπουκάλια ρακί, σταφύδες, αμύγδαλα, αυγά, κιάλλα φαγόσημα, είχαν τα δέματα. Εν τω μεταξύ ήρθαν στο σπίτι, φίλοι του Θεμιστοκλή φοιτητές κι αυτοί, άλλοι στην ιατρική (ο Λεκανίδης με τον Χουλάκη) άλλοι στη Νομική και αρχήσαμε να πίνουμε τη ρακή. Είχα πάρει κι ένα πικάπ τότε. Βάλαμε μερικές πλάκες κρητικά και αρχήσαμε να χορεύουμε όλοι μαζί . Αργότερα ήρθαν και τα ξαδέρφια του ξαδέρφου μου (από τη Μάνα του) οι Αμαριωτάκιδες και μπήκαν κιαυτοί στο χορό. Πϊναμε και τρώγαμε αμύγδαλα και σταφύδες. Ο Ντόλης είχε μεθύσει και με προκαλούσε με το νεροπότηρο γεμάτο ρακή. Κατέβασε κανα δυό ποτήρια κι έτσι που σηκώθηκε να χορέψει μπέρδεψε τα πόδια του κι έπεσε φαρδύς πλατύς ευτυχώς στο κρεβάτι του Θεμιστοκλή. Το κρεβάτι όμως ήταν μονό κι ο Ντόλης ήταν ψηλός και δεν τον χώρεσε όλον. Ετσι κτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο και εμεινε ξερός με την γλώσσα όξω. Εμείς τα χρειαστήκαμε. Τον άρχησαμε στα χαστούκια για να συνέλθει και με τα πολλά άνοιξε τα μάτια του. Τον πήραμε σηκωτό και τον πήγαμε στο Λαϊκό Νοσοκομείο που ήταν κοντά και του΄εκαναν μια ένεσι καφεϊνης να συνέλθει. Κι εγώ βεβαια ήμουν μεθυσμένος αλλά όση ώρα ήμουν όρθιος δεν είχα πρόβλημα. Όταν όμως γυρίσαμε σπίτι και ξάπλωσα είδα το ταβάνι να γυρίζει γυρο-γυρο σαν τα πανιά των νερόμυλων των Λιμνών. Πήγα να συκωθώ αλλά μούρθε το στομάχι στο στόμα και φώναξα του Θεμιστοκλή να μου φέρει τον κουβά γιατί δεν μπρολάβαινα να πάω στον καμπινέ να κάνω εμετό, ότι είχα φάει !! Έβγαλα τα σκώθια μου που λέγανε οι παλιοί και συνήλθα κάπως. Ο Θεμιστοκλής μου έκανε ένα καφέ αλλά μόλις τον ήπια τον έβγαλα κι αυτόν. Τελικά ξαπλώσανε τον Λάμπη στο κρεβάτι του Θεμιστοκλή και εγώ στο δικό μου και οι υπόλοιποι βάλανε δυο στρώματα στο πάτωμα και βολευτήκανε κιαυτοί. Το πρωί έπρεπε να συκωθώ να πάω στην Ελευσίνα που ήμουν υπηρεσία στον πύργο ελέγχου. Το στομάχι μου ήταν χάλια. Τότε κάναμε υπηρεσία όλο το Σαββατοκύρικο για να έχουμε τα άλλα του μήνα ολόκληρα χωρις υπηρεσία ελεύθερα. Ετυχε να ήταν η σειρά μου. Σε ποιόν να το έλεγα να με αλλάξει που ήταν Σάββατο (τότε δουλεύαμε και τα Σάββατα) και όλοι είχαν κανονίσει που θα περνούσαν το Σαββατοκύριακό τους. Πήγα στο Μοίραρχο να του πώ το πρόβλημα που είχα, ίσως αυτός με καταλάβει μια και ήταν φανατικός κρασοπατέρας να μου δώσει λύση. Γέλασε όταν του είπα την ιστορία με το πικάπ και τη ρακή και μου είπε. Αυτά τα έκανα κι εγώ στα νιάτα μου. Λοιπόν θα σου βάλω δυο καλούς βοηθούς όποιους θες εσύ και εσύ θα πέσεις να κοιμηθείς μια και δεν έχει καθόλου κίνηση αυτό το Σαββατοκύριακό. Θα πώ και στον μάγειρα της λέσχης να σου φτιάξει ενα λαπά να φτιάξει το στομάχι σου. Έτσι και το πρόγραμμα δεν θα χαλάσεις και θα κάνεις την υπηρεσία της αργίας που είσαι προγραμματισμένος και θα φτιάξεις και το στομάχι σου. Πήγα στον πύργο ελέγχου κι αφού σχόλασαν οι άλλοι ελεγκτές έφαγα λίγο λαπά που μου έφεραν από την Λέσχη και έπεσα να κοιμηθώ το Σάββατο το μεσημέρι. Όταν ξύπνησα το πρωί και ντύθηκα για να πάω επιθεώρηση στον διάδρομο, είδα και τους άλλους ελεγκτές να έρχονται . Απόρρησα !! Τι κάνετε Κυριακάτικα εσείς εδώ ; Τους ρώτησα . Ποιά Κυριακή- μου απαντούν- Σήμερα είναι Δευτέρα. Βρε αθεόφοβε κοιμήθηκες το Σάββατο και ξήπνησες σήμερα ; Είχα κοιμηθεί δυο μέρες συνέχεια και δεν με ξύπνησαν οι βοηθοί μου για να συνέλθω από το μεθύσι και δεν το είχα καταλάβει !!! 

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΤΕΛΑΛΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Σήμερα θα σας γράψω για ενα άλλο χαρακτηριστικό τύπο του χωριού μας, που ήταν ο τελάλης που φώναζε στους χωριανούς τις διάφορες ανακοινώσεις της Κοινότητας ή της ενορίας. Ακόμα και άλλων βέβαια που τον πλήρωναν γιαυτό. Τον γνώρισα από μικρό παιδάκι μια και το σπίτι του ήταν πολύ κοντά στο δικό μας. Ήταν μετρίου αναστήματος με πολύ κοντό μαλί και δεν τον θυμάμε ποτε να ήταν φρεσκο-ξυρισμένος. Φορούσε πάντοτε στηβάνια και παντελόνια. Το καλοκαίρι φορούσε πουκάμισο με μακριά μανίκια ανεμπουκωμένα μέχρι τους αγκώνους του και το χειμώνα φορούσε μια στατιωτικία χλένη από πάνω.
Είχε ένα κάρο που το έσερνε ένα μουλάρι και ήταν ένας από τους τρείς καραγογέριδες του χωριού. Οι άλλοι δυό ήταν ο Γρηγόρης και ο γέρο Χειμώνης. Αυτοί πήγαιναν στη Νεάπολη. Ο γείτονας λοιπόν ο Δατσεράκης που έμαθε ότι τον έλεγαν έτσι όταν πήγα στο γυμνάσιο γιατί πήγαινε και ο μικρότερος γιός του ο Ευθύμης, είχε αναλάβει τη γραμμή Λιμνών Αγίου Νικολάου και μετέφερε διάφορα προϊόντα προς πώληση ή τα πήγαινε σε συγγενείς που έμεναν στον ¨Αγιο. Στο γυρισμό έπερνε πράμματα που του έδιναν και παραγγελίες και τις έφερνε πίσω στο χωριό.
 Όλοι οι χωριανοί τον ήξεραν με το παρατσούκλι του. Ο Δημήτρης ο κουτουρατζής. Όταν ρώτησα κάποτε την θειά μου τη Μαρία (αδελφή της Μάνα μου) γιατί τον έλεγαν έτσι μου απάντησε γελώντας ότι έκανε κουτουράδες και του δώσαν αυτό το παρατσούκλι. Σηκωνώταν πολύ πρωί και ετοίμαζε το κάρο του και μάζευε τις παραγγελίες και πήγαινε στον Αγιο. Γυρνούσε απόγευμα τις περισσότερες φορές μεσομεθυσμένος από τα κεράσματα που του έκαναν στον Αγιο και όταν τελείωνε την διανομή στο χωριό και πήγαινε σπίτι του τον είχαν απομεθύσει.  Όποιος έπερνε την παραγγελία του τον κερνούσε δυό ρακές ή ενα ποτήρι κρασί. Όταν έφτανε έξω από το σπίτι του με το κάρο αδειο, φώναζε στον Αντώνη το μεσαίο γιό του να ξεζευλώσει από το κάρο το μουλάρι και να το πάει στο σταύλο να το φτιάξει. Ο Αντώνης πάντα διαμαρτηρώταν γιατί όλο αυτόν φώναζε και δεν φώναζε και τον μικρότερο τον Ευθύμη. Αλλά ο Κουτουρατζής ήταν ανένδοτος. Εσύ δα πας του φώναζε, ο Ευθύ, μης είναι μικιός. Τα καλοκαιρινά βράδυα που οι χωριανοί καθόταν στις πόρτες των σπιτιών τους απ' έξω, γιατί έκανε ζέστη, στης θειάς μου της Μαρίας τη πόρτα μαζευόταν όλα τα γυναίκόπαιδα της γειτονίας. Όταν τα βράδυα ο Κουτουρατζής γυρνούσε από το καφενείο για να πάει σπίτι του να κοιμηθεί, σταματούσε στης θειάς μου να πάρει τη γυναίκα του την Γαρυφαλιά. Αν είχε πχεί και κάμποσα ποτηράκια καθόταν και μας έλεγε ιστορίες από τον πόλεμο της Μικράς Ασίας που τον είχαν πιάσει αιχμάλωτο οι Τούρκοι. Η γυναίκα του η Γαρεφαλιά ήταν μια πολύ καλή γυναίκα πάντοτε με το χαμόγελο παρ΄'όλες τις κακουχίες της εποχής. Τότε βέβαια οι γυναίκες αν και έκαναν όλες τις δουλιές στο σπίτι αλλά και έξω στα χωράφια, ελάχιστες απαιτήσεις είχαν. Για να μη πώ οτι δεν είχαν καθόλου απαιτήσεις. Ασε που οι άνδρες της εποχής εκείνης δεν σήκωναν και πολλά πολλά και έπεφτε ξύλο όταν δεν συνεμορφώταν με τας <<υποδείξεις>>. Τις Κυριακές λοιπόν μετά την εκκλησία που δεν εκτελούσε το συνηθισμένο δρομολόγιο, ο Κουτουρατζής εκτελούσε χρέη τελάλη και φώναζε διάφορα . π.χ. Ο Δήμαρχος είπε να καθαρίσετε τσι δρόμους και να ασβεστώσετε τσι τοίχους και τα κατώφλια των πορτών γιατί δα ρθεί ο δεσπότης την άλλη Κυριακή. Ή η ενορία ενοικιάζει τα μοναστηρικά χωράφια όποιος ενδιαφέρετε να πάει στο γραφειό σε μια ώρα. Και άλλα τέτεια. Η καταγωγή του δεν ήταν από το χωριό. Στο χωρίο ήρθε γαμπρός από το χουμεριάκο. Λέγανε ότι είχε ένα αδελφό που που έκανε το μεταπράτη. Δηλαδή αγόραζε διάφορα πράμματα που πουλούσαν και τα ξαναπουλούσε σε άλλους. Έκανε και τράμπες. Αντάλαζε δηλαδή ζώα, χωράφια. και άλλα διάφορα. Κάποτε πήρε ένα γέρικο άσπρο γαϊδαρο από ένα γέρο απο το χωριό μας για να του φέρει ένα πιο νέο και να πάρει και την διαφορά σε χρήμα. Αφού τον πήγε στο χουμεριάκο στο σταύλο του, τον πασάληψε με καπνιά και την άλλη μέρα τον έφερε μαύρο στον γέρο και του λέει. Μπάρμπα σου έφερα ένα νέο γαϊδαρο πρώτο πράμμα, δώσε μου τη διαφορά που συμφωνήσαμε. Του έδωσε ο γέρος τα λεφτά και τον έβαλε στο σταύλο. Την άλλη μέρα πήγε στον κήπο το γάϊδαρο. Τον έδεσε σ'ένα γύρο και πήγε στο καφενείο να πχεί ένα καφέ. Όμως έπιασε βροχή και όταν σταμάτησε πήγε να πάρει το γάϊδαρό του από τον κήπο. Αντί για μαύρο γαϊδαρο είδε ένα ασπρο. Για μια εστιγμή τα έχασε. Σκέφτηκε ότι του έκλεψαν το γάϊδαρο και του έβαλαν άλλο στη θέση του. Μετά γνώρισε το σκηνί και το σαμάρι και είδε πώς ήταν ο παλιός γάϊδαρος του που είχε δώσει για να του φέρουν νεότερο. Βρήκε και μερική καπνιά στο λαιμό του γαϊδάρου και κατάλαβε την απάτεωνιά που είχε κάνει ο τραμπαρόρος. Ο Κουτουρατζής λένε ότι από τότε δεν ξαναμίλησε στον αδερφό του, γιατί τον εξέθεσε στους χωριανούς με την απατεωνιά που έκανε στον γέρο. Μπορεί να ήταν φτωχός αλλά ήταν υπερήφανος άνθρωπος με την καλή έννοια.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

ΕΝΑΣ ΩΡΑΙΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΩΝ 1950-1960

Ηταν ένας αδύνατος μεσόκοπος άνθρωπος, κακομούτσουνος μαυριδερός, με ζαρωμένο πρόσωπο από την αγροτική ζωή και τις στερήσεις αλλά η καρδιά του ήταν περιβόλι. Αγαπούσε τη ρακή και το χωριό μας. Που τον έχανες που τον έβρησκες σχεδόν κάθε πρωί ήταν στου Χριστίνη το καφενείο με το γαϊδαρό του με μια μεσοδιαλυμένη πάνινη βαλίτσα μεσοσόμαρα και ένα σκαπέτι μόνιμα κρεμασμένο και ένα τρουβά με τα εργαλεία του.
Στο χωριό βέβαια ερχόταν για δουλειά γιατί ο άνθρωπος ήταν εργάτης και έψαχνε να βρεί κανένα μεροκάματο για να θρέψει την οικογενειά του. Και στο χωριό υπήρχαν πολλες δουλειές. Σκαψίματα στους κήπους. στα αμπέλια, κλαδέματα, ξεκοπρήσματα και διάφορα άλλα μερεμέτια που μπορούσε να κάνει αυτός ο άνθρωπος. Αφού λοιπόν έβγαζε το μεροκάματο΄,πήγαινε στο καφενείο και έπινε μερικές ρακές.
Εκεί λοιπόν μαζευόταν τα παιδιά και τον παρακαλούσαν να παίξει καραγκίοζη. Όλοι στο χωριό τον γνώριζαν με το όνομα <<ο καραγκιόζης απο το χουμεριάκο>> γιατί το δεύτερο επάγγελμα -ας το πούμε- ήταν καραγκιοζοπαίκτης. Γιαυτό και η μόνιμη βαλίτσα με τα σύνεργα στο σαμάρι του γαϊδάρου του.
Το καλοκαίρι έπαιζε έξω στη πλατεία. Αλλά τον χειμώνα έπαιζε μέσα στα καφενεία του χωριού. Στο διάλειμμα της παράστασης έβγαζε δίσκο και οι πατεράδες έδηναν τον οβολό τους για την διασκέδαση των παιδιών τους. Είχε μεγάλο ρεπερτόριο και κάθε φορά έπαιζε και άλλο επεισόδιο. Στο τέλος της παράστασης ακολουθούσαν τα επίκαιρα του χωριού.
Δεν έπαιζε κάθε κάθε μέρα καραγκιόζη. Συνήθως έπαιζε μια φορά το μήνα το χειμώνα και πιο συχνά το καλοκαίρι. Ήταν όμως καταπληκτικός καραγκιοζοπαίκτης. ¨Οταν μεγάλωσα και έφυγα από το χωριό, γνώρησα και άλλους καραγκιοζοπαίκτες. Αλλά μονο ο μεγάλος Ευγένιος Σπαθάρης τον περνούσε στην τεχνική του καραγκιοζοπαίχτη.
Μια φορά λοιπόν έπαιζε στου Χριστίνη την παράσταση <ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φύδι.>. Μετά την παράσταση παρουσίασε τα νέα του χωριού που μεταξύ των άλλων περιλάμβανε και
το κλέψιμο ένός τυριού του μπάρμπα μου του Κυπαρίση από ένα σκύλο. Ο μπάρμπας είχε ξεχάσει την πόρτα ανοιχτή και μπήκε ο σκύλος και πήρε το τυρί από το τραπέζι. Τον πήρε στο κυνήγι και ο σκύλος έτρεχε πρός του χριστινη το καφενείο. Στον μπερντέ λοιπόν έδειξε τον καραγκίοζη που φώναζε: Το τυρί μωρέ, το τυρί πιάστε το τυρί που πήρε ο σκύλος από του Κυπαρίση. Και έδειχνε και ένα σκύλο που κρατούσε το τυρί και τον κυνηγούσαν ο καραγκιόζης με τα κολυτήρια του. Και εμείς από την πλατεία τα πιτσιρίκια να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια. Ακόμα και ο μπάρμπας μου ο Κυπαρίσσης που ήταν παρών και παθών γελούσε κι αυτός.
Αυτός ήταν ο <καραγκιόζης από το χουμεριάκο> που μας διασκέδαζε όταν δεν υπήρχαν τηλεοράσεις, θέατρα και συνεμάδες στα παιδικά μας χρόνια.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Η ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 1968

Το 1968 έμενα στην Αθήνα κοντά στη πλατεία του Αγίου Θωμά στο Γουδί. Οδός Αγίας Λαύρας 63 στη πολυκατοικία του Γιατρού του Μενεγάκη, αδερφού της γυναίκας του Μπάρμπα μου του δασκάλου Στάθη Χαλκιαδάκη. Μέναμε μαζί με τον ξάδερφό μου τον Θεμιστοκλή του Μπάρμπα μου του Κοκόλη (Νικολάου Χαλκιαδάκη), σε ένα διαμέρισμα στο ισόγειο. Θυρωρός ήταν ο Νικολής του Απαλαγού που τον είχαμε ρεζέρβα στη πρέφα όταν δεν βρήσκαμε άλλο για τρίτο. Στη πολυκατοικία ερχόταν πολλοί χωριανοί . Μεταξύ αυτών και ο ξάδερφός μου (από τη Μάνα μου) Σταύρος του Παρθένη (Μανώλη Κοκολάκη του Χαρίλαου) και παίζαμε πολλές φορές πρέφα όταν δεν είχε διαβάσματα ο Θεμιστοκλής. Πρίν τις απόκριες μας ρώτησε αν είχαμε κανονίσει να πάμε κάπου την καθαρά Δευτέρα. Του είπαμε ότι δεν είχαμε κανονίσει και μας κάλεσε να πάμε στο σπίτι που έμενε στο Περιστέρι, να μας κάνει το τραπέζι, μια και θα ήταν εκεί και η κοπελιά του, μετέπειτα κυρία Κοκολάκη.
     Ξυπνήσαμε λοιπόν τηνΚαθαρά Δευτέρα το πρωί, βάλαμε τα σχολιανά μας και πήραμε το λεωφορείο να κατεβούμε στην Ακαδημία και απο εκεί κάπου από την Ομόνοια πήραμε το άλλο λεωφορίο για το Περιστέρι. Φτάσαμε κάποια ώρα στο σπίτι που έμενε ο Σταύρος. Χαιρετήσαμε την οικοδέσποινα και της δώσαμε το δώρο μας, μια και ερχόμαστε πρώτη φορά στο σπίτι και κάτσαμε μέχρι να ετοιμάσει τα φαγητά η κοπελιά του Σταύρου. Αντε να παίξουμε μια πρέφα μέχρι να ετοιμαστούν τα φαγητά λέει ο Σταύρος. Αλλο που δεν θέλαμε και εμείς το στρώσαμε στη πρέφα.       Όταν ετοιμάστηκαν τα νυστήσιμα μας φώναξε στο τραπέζι η κοπελιά του Σταύρου. Κάτσαμε και αρχήσαμε το φαγωπότι. Χταποδάκι βραστό ραπανάκια με μαρούλι σαλάτα, πατάτες βραστές, γαρίδες και ταραμοκεφτέδες. Αφού τρώγαμε και πίναμε κανα δυο ώρες και μας έπιασε το απόγευμα ο ξάδερφός μου ο Θεμιστοκλής με σκουντούσε να φήγουμε γιατί κάτι τον είχε πειράξει, στο στομάχι. Αφού χαιρετήσαμε το Σταύρο και την κοπελιά του, πήραμε το λεωφορίο και κατεβήκαμε στην Ομόνοια. Από εκεί ανεβαίναμε την Πανεπιστημίου για να πάρουμε το λεωφορίο για τι Γουδί. Οι δρόμοι ήταν άδειοι λόγω της ημέρας και τα αυτοκίνητα πολύ λίγα στους δρόμους. ¨Οπως είναι συνήθως η Αθήνα στις μεγάλες γιορτές, όπου ο κόσμος πάει στα χωριά του. Κάποια στιγμή έχασα τον Θεμιστοκλή από δίπλα μου. Ρε που πήγε αυτός αναρωτήθηκα και έψαξα να τον βρώ. Τον βλέπω σε ένα σιδερένιο καλάθι που ήταν κρεμασμένο σε ένα στήλο της ΔΕΗ να κάνει εμετό. Ρε τι κάνεις εκεί ; Τον ρωτώ. Ασε ξάδερφε με θερίσανε οι ταραμοκεφτέδες και το κρασί του Σταύρου μου απάντησε. Θές να πάρουμε ένα ταξί αν δεν είσαι καλά να πάμε σπίτι ;Τον ρωτώ. Ασε καλύτερα να πάρουμε το λεωφορίο, μα δε θα έχει πολύ κόσμο σήμερα, να κάτσω και σε κανένα παραθύρι να μου κτηπήσει αέρας να συνέλθω. Προχωρήσαμε λιγάκι ακόμα και φτάσαμε στην αφετηρία του Γουδί στην Ακαδημίας. Τον ξαναρώτησα. Μωρε σύ καλά είσαι ; Καλύτερα μου απαντά. Μετά που τα έβγαλα και ξαλάφρωσα αισθάνουμε καλύτερα. Μπήκαμε στο λεωφορίο και πήγαμε σπίτι μας. Ο Θεμιστοκλής μόλις κατεβήκαμε μου είπε. Αυτοί οι κωλοταραμοκεφτέδες μου την κάνανε τη δουλειά μα δε πρόκειται να τσι ξαναφάω. !!! Έβαλα τα γέλια, τον έπιασα αγγαζέ και πήγαμε στο διαμέρισμα που νοικιάζαμε.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

ΤΑ ΠΕΙΡΑΧΤΗΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΡΑΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Πάντοτε στο χωριό υπήρχαν μερικοί πράοι άνθρωποι που οτι και να τους έκανες δεν θύμωναν. Επίσης ποτέ δεν έλυπαν και τα πειραχτήρια, που ήταν νεαρά άτομα που αρέσκονταν να πειράζουν τους μεγάλους ανθρώπους και μάλιστα όσους ήταν αψώθυμοι. Εκτός βέβαια από ορισμένους που τους φοβόντουσαν γιατί δεν σήκωναν αστεία και αντιδρούσαν άσχημα. Αυτούς δεν τους πλησίαζαν. Στα προ του 1940 χρόνια, οι άνθρωποι του χωριού ασχολούταν κυρίως με την γεωργία. Τα καλά χωράφια ήταν στον κάμπο, αλλά τα είχαν λίγοι και κυρίως τα είχαν για να καλιεργούν τα κηπευτικά τους. Τα αλλα χωράφια στα γύρω βουνά έπρεπε να τα ξεπετρώσουν για να μπορούν να τα καλιεργήσουν και να σπείρουν δημητριακά και άλλα όπως κουκιά, ρεβύθια, ταγή, βίκο κ.λ.π. Ένας χωριανός μας που φημιζόταν για την υπομονή του και την πραότητα του χαρακτήρος του, πήγε μια μέρα να καθαρίσει ένα χωράφι από τις πέτρες για να το σκάψει και να το φυτέψει μετά. Ένας από την παρέα των πειρακτήριδων τον είδε και πήγε και το είπε στους υπόλοιπους της παρέας. Αποφάσησαν λοιπόν να πάνε να τον πειράξουν για να τον κάνουν να θυμώσει. Βάλανε και στοίχημα με μια άλλη παρέα που ήταν στο καφενείο. Μάλιστα πήγαν και μερικοί από την άλλη παρέα σαν παρατηρητές από μακρυά.  
Πλησιάσανε τον άνθρωπο που καθάριζε το χωράφι του και πετούσε στην άκρη τις πέτρες και άρχησαν να πετάνε τις πέτρες που είχε βγάλει, ξανά μέσα στο χωράφι. Ο άνθρωπος σταμάτησε να βγάζει τις πέτρες τους κοίταξε και ξαφνικά πήγε κι αυτός στη άκρη του χωραφιού και άρχησε να πετά μαζί με τους άλλους τις πέτρες μέσα στο χωράφι λέγοντας ; Αντέστε γερά-γερά μωρέ να το γεμίσουμε πέτρες. Οι παρέα των πειρακτήριδων τα έχασε και οι άλλοι που παρακολουθούσαν έσκασαν στα γέλια. Τότε ο αρχηγός των πειρακτήριδων είπε : Εσύ μπάρμπα είσαι αγιος άθρωπος αφού δε μάνισες (θύμωσες) που ξαναβάζαμε τσι πέτρες στο χωράφι σου. Γιαυτό και εμείς θα σου καθαρίσουμε όλο το χωράφι από τσι πέτρες. Και όλοι μαζί μπήκαν στο χωράφι και δεν άφησαν ούτε πετραδάκι . Αυτή την ιστορία μου την
διηγήθηκε ο μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο.

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Η ΦΥΛΑΞΗ ΤΟΥ ΑΛΩΝΕΜΑΤΟΣ

Στα χρόνια που οι χωριανοί μας αλώνιζαν  τα σπαρμένα τους, μερικοί που φοβόταν μην τα κλέψουν, κοιμόντουσαν στο αλώνι για να τα φυλάσουν από τους κλέφτες. Για όσους δεν είναι αρκετά παλιοί για να θυμούνται πως γινόταν το αλώνισμα και το λύχνισμα,θα σας εξηγίσω εν συντομία. Οι άνθρωποι του χωριού λοιπόν κατά τα τέλη του Μάη θέριζαν τα κουκιά, τους βίκους, ταγές και τα άλλα λοϊσίατα πρίν τα στάρια και τα κριθάρια. Συκωνόντουσαν πρωί με τις απαλάδες (πρωινή δροσούλα) για να θερίζονται πιο εύκολα και τα κουβαλούσαν στα αλώνια όπου έκαναν τις θεμωνιές (σορούς από δεμάτια προς αλώνισμα) δίπλα στα αλώνια. Μετά αφού μάζευαν απο όλα τα χωράφια που είχαν φυτέψει το κάθε είδος το αλώνιζαν ξεχωριστά το καθένα με το βολόσυρο που τραβούσαν δυο αγελάδες (όπως στη φωτογραφία) ή δυο γαϊδούρια. Ο βολόσυρος ήταν δυο κομάτια ξύλα πλάτους μισού μέτρου περίπου ή και μικρότερου και μήκους δυο μέτρων, που ήταν εννομένα μεταξύ τους και από κάτω είχαν πριονοτές λάμες σιδερένιες που έκοβαν και θριμάτιζαν τα στάχυα και ξεχώριζε ο καρπός. Οι πιο παλιοί βολόσυροι είχαν και ειδικές πέτρες που κόβανε κιαυτές τα σπαρμένα. Μετά το αλώνισμα ακολουθούσε το λύχνισμα για να ξεχωρίσει ο καρπός από τα άχερα (τα υπολήματα του στελέχους του καρπού). Αν δεν φύσαγε κατάλληλος αέρας για να λυχνίσουν το αλώνισμα, περίμεναν να φυσήξει. Τότε κάποιος το φύλαγε να μην το πάρουν την νύχτα. Ετσι λοιπόν ο νεαρός της ιστορίας μας αποφάσισε να πάει το βράδυ να φυλάξει το αλώνισμα που θα λυχνούσαν την άλλη μέρα. Το είπε λοιπόν στη παρέα και τους είπε να πάνε να του κάνουν συντροφιά. Πήγαν λοιπόν στο αλώνι και κουβέδιαζαν μέχρι που νύσταξαν και συκώθηκαν να φύγουν. Επειδή γνώριζαν οτι βοροκοιμάτε τον ρώτησαν τι θα κάνει. Αν θα μείνει ξύπνιος ή θα κοιμηθεί. Ε θα ξαπλώσω μια ολιά, επαέ στη φαρδανάπλα να ξεκουραστώ. Είπε και έβγαλε τα παπούτσα του. Αντε καληνύχτα του είπαν και έφυγαν. Αφού απομακρύθηκαν λιγάκι, συμφώνησαν να περιμένουν λίγο για να τον πάρει ο ύπνος και να ξαναγυρίσουν στο αλώνι. Μετά από λιγη ώρα τον ακουσαν να ροχαλίζει και πήγαν στο αλώνι. Του μήλησαν αλλά αυτός κοιμόταν του καλού καιρού. Το αλώνι ήταν πολύ κοντά στον ποταμό, που το καλοκαίρι δεν είχε νερό και το χρησιμοποιούσαν για δρόμο. Έπιασαν λοιπόν την φαρδανάπλα από τις τέσσερεις άκρες και όπως κοιμόταν τον πήγαν στον ποταμό και τον άφησαν σε μια άκρη, χωρίς να τον ξυπνήσουν. Το πρωί ο πατέρας του πήγε στο αλώνι και τον βρήκε να κοιμάται στον ποταμό και του έβαλε τις φωνές. Μωρέ φύλακας να σου πετύχει !! Το πανεμίδι σου λυπε και μου πήγες στο ποταμό να βλέπεις το αλώνεμα. Κι εσένα να πέρνανε δεν θα έπερνες χαμπάρι κακομοίρη μου . Του είπε ο πατέρας του. Μα εγώ ξάπλωσα στο αλώνι διαμαρτυρώταν ο νεαρός. Και πως βρέθηκες στο ποταμό ; Ρώτησε ο πατέρας του. Δε κατέχω !! Απάντησε ο νεαρός . Δε τα αφήνεις αυτά βλάκα που πάς να με κοροϊδέψεις !!  Απάντησε διαολισμένος ο πατέρας του. Το απόγευμα ο νεαρός βρήκε την παρέα του και τους είπε το περιστατικό με τον πατέρα του. Η παρέα έσκασε στα γέλια και κάποιος του είπε . Κακομοίρη μου πάλι καλά που δεν κλέψανε και το αλώνεμα και σένα μαζί. Χαμπάρι δεν θα περνες !!!

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΑΦΑΚΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΛΑΙΜΟ

Οταν ήμαστε νέοι όλοι μας κάνουμε μερικές κουζουλάδες. Αλλοι πολλές και άλλοι λιγότερες. Ηταν Μεγάλη εβδομάδα και τοτε η νυστεία και η αποχή από τα πασχανινά εδέσματα (κρεατικά και γαλακτοκομικά) ήταν καθολική για όλους. ¨Αλωστε και να ήθελες να φάς δεν υπήρχαν, ούτε στα σπίτια ούτε στα μαγαζιά και στα καφενεία. Έτσι κάναμε το κουμάντο μας τι θα φάμε όλοι τη Μεγαλοβδομάδα. Ιδίως Μεγάλη Πέμπτη, Μ.Παρασκευή και το Μ. Σάββατο. Την Μεγάλη Πέμπτη λοιπόν λέει στη παρέα ο Μανώλης του ταχυδρόμου ότι θα πάει στην Ελούντα για χταπόδια. Του λέμε αν πιάσεις πολλά φέρει μερικά στου Καριωροκωσταντή να τα φάμε. Πράγματι την άλλη μέρα το απόγευμα έφερε οκτώ κιλά χταπόδια στο καφενείο του Καλιωροκωσταντή και τα βάλαμε στη σχάρα και τα ψήσαμε. Έφερε και πατάτες οφτές ο Καλιωροκωσταντής και τα καραφάκια της ρακής άρχησαν να πηγαινοέρχονται από το τεζιάκι του καφενείου, στο τραπέζι μας. Τρώγαμε και πίναμε μέχρι που νύχτωσε για τα καλά και έπαιξε η καμπάνα της Αγίας Μαρίνας. Στη παρέα είχαμε και ένα ψάλτη τον ξάδελφο μου τον Θεμιστοκλή, που έπρεπε να πάει στην εκκλησία, όπως είχε υποσχεθεί στον παπά Βαγγέλη και στον πατέρα του, που ήταν κι αυτός ψάλτης να βοηθήσει στα εγκώμια. Λέει λοιπόν ο Θεμιστοκλής. Καλή η παρέα αλλά πρέπει να πάω στην εκκλησία. Δεν πας ποθές τον κόβει ο Βαγγέλης του τσιφτεδογιάννη. Θα τελειώσουμε τον μεζέ και τη ρακή και μετά θα πάμε όλοι μαζί στην εκκλησία .
Ξανάκατσε ο Θεμιστοκλής αλλά έκανε νόημα στο καφετζή να μεσολαβήσει για να φύγει. Μετά από λίγο ο Καλιωροκωσταντής μας λεει. Άντε σηκωθήτε να πάτε στην εκκλησία γιατί θα κλείσω το μαγαζί να πάω και γώ. Γιαε αν το ξαναπείς θα πετάξω στο ποταμό το τραπέζι όπως είναι. Του απαντά ο Βαγγέλης που είχε ψιλομεθήσει. Τη δεύτερη φορά που μας το λέει ο Κωστής, ο Βαγγέλης πιάνει το τραπεζομάντηλο το διπλώνει και το πετά στον παταμό !! Μωρέ διάολε δε με νοιάζει για τα πιατάκια, μόνο τα καραφάκια που δε τα βρήσκω εύκολα φωνάζει ο Καλιωροκωσταντής. Εγώ είχα προλάβει και πήρα τα δυό καραφάκια που ήταν πάνω στο τραπέζι και ο Βαγγέλης του Βαγγελινού μερικά ποτηράκια. Τελικά πείστηκε ο Βαγγέλης και πήγαμε στην εκκλησία όλοι μαζί. Μπήκαμε στην Αγιά Μαρίνα όταν ο παπά Βαγγέλης θύμιαζε και αρχηνούσε τα εγκώμια. Μόλις μας είδε μας είπε. Αντε και έλεγα πως δε θα ρθήτε, κάτσετε εκέ να πούμε τα εγκώμια. Κάτσαμε δεξιά όπως μπαίνομε δίπλα στο στασίδι του δεσπότη και στη εξέδρα των δεξιών ψαλτών και ο Θεμιστοκλής άρχησε να λέει τα εγκώμια συνεπικουρούμενος από όλη την παρέα. Εγώ ήμουν ο τελευταίος της  παρέας και μετά ηταν ο διάδρομος που περνούσε ο παπάς όταν θύμιαζε. Πρίν αρχίσει η δεύτερη στάση ο παπάς πέρασε δίπλα μου θυμιάζοντας και μου έριξε μια αγκονιά στα πλευρά. Γύρισα και τον κοίταξα. Ξαναπέρασε από δίπλα μου και μου λέει με αυστηρό τόνο.Το καραφάκι βάλε στη μέσα τσέπη γιατί φαίνεται, να μη γίνετε ρεζίλι στι αθρώπους αναγκεμένοι !! Δεν είχα υπολογίσει ότι ο μακρύς λαιμός θα περίσσευε από την τσέπη. Το έπιασα με τρόπο και το έβαλα στη μέσα τσέπη μουρμουρίζοντας στον Βαγγέλη που τον στηλώναμε να μη πέσει και κόντευε να τον πάρει ο ύπνος. Εσύ δαιμονισμένε φτές που με μότσαρε ο παπάς, που ήθελες να πετάξεις τα καραφάκια. Οσο ζούσε ο παπάς Βαγγέλης με πείραζε για τα καραφάκια στη τσέπη, αφού βέβαια του είχα εξηγήσει πως βρέθηκαν εκεί. Μα να ρθούνε οι ψαλτάδες να μου πούνε τα εγκώμια με τα καραφάκια στη τσέπη πρώτη φορά μου έτυχε !! Πάλι καλά που δε΄μου γυρέψετε και μεζέ. Μου έλεγε πειράζοντάς με.

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΡΑΚΑ ΡΙΧΝΕΙ ΚΑΤΩ

Στην προηγούμενη ιστορία αναφέρθηκα στο κυνήγι. Σήμερο θα σας διηγηθώ μια ιστορία που μου τηνείχε πεί ο Μπάρπας μου ο Κοκολομανώλης σχετική με το κυνήγι και τους κυνηγούς του χωριού.
Εκείνα τα χρόνια προκατοχικά και αμέσως μετά την κατοχή, δεν υπήρχαν επαγγελματίες κυνηγοί. Οι περισσότεροι πήγαιναν κυνήγι για να συμπληρώσουν το φαγητό της καθημερινής μέρας. Μάλιστα θυμάμαι τη θειά την Γαϊτάνενα που μου έλεγε ότι όταν δεν είχε τίποτα να μαγειρέψει, έλεγε του Μπάρπα Γαϊτάνου, να πάει να της θέρει κανένα λαγό από τη Μάχα να τον μαγειρέψει. Έπερνε λοιπόν το σκύλο του ο Μπάρμπας και το δίκανο και πήγαινε από τους Αγίους Αναργύρους στη Μάχα. Οι χωριανοί που καθόταν στα κάτω καφενεία έβγαιναν στο δρόμο και παρακολουθούσαν περίεργοι να δουν τη φάση που θα έβγαζε ο σκύλος τον λαγό. Σε λίγο ο σκύλος έβγαζε τον λαγό τον γυρνούσε στο μέρος που ήταν ο Μπάρμπας. Μπαμ και πάρτον κάτω. Και οι χωριανοί έλεγαν βρε πάλι τον σκότωσε το λάγο. Ο Μπάρμπας Γαϊτάνος βέβαια εκτός από καλός κυνηγός με πολύ καλό σκύλο, ήταν και πολύ κωλόφαρδος, όπως έλεγε ο άλλος Μπάρμπας ο Κοκολομανώλης. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάει για κυνήγι και να μη σκοτώσει λαγό ή πέρδικα. Αλλά κυνηγούσε μόνο όταν η γυναίκα του του έλεγε οτι δεν έχει να ψήσει  κάτι. Και ποτέ δεν καθότανε να σκοτώσει και δεύτερο λαγό. Μόλις σκότωνε ένα γυρνούσε στο σπίτι του να το δώσει τσι θειάς να τον ψήσει. Ετσι έκαναν οι περισσότεροι κυνηγοί που εκείνη την εποχή δεν ήταν και πολλοί. Αλλά ποτέ δεν πήγαιναν στο κυνήγι αν τους βλέπανε δυό γυναίκες του χωριού που φημιζόταν ότι είχαν κακό μάτι. Η Ασπασία και του Ζαχαρία του Ψιμάρνη του καθηγητή η Μάνα η Αγγλαϊα. Ο Μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης μου είχε πεί οτι κάποια φορά που πήγαινε για κυνήγι συνάντησε την Ασπασία στου κατσούλη το πήγάδι και την χαιρέτησε. Αυτή επότιζε την κατσίκα της και γύρισε και τον χαιρέτησε, λεγοντάς του, καλό κυνήγι. Ο Μπάρμπας σκέφτηκε για μια στιγμή αυτά που είχε ακούσει και είπε να γυρήσει πίσω. Αλλά μετά ξανάπε στον εαυτό του. Βλακίες είναι και συνέχισε το δρόμο του. Πήγε πάνω από το νεκροταφείο που είχε δει σκάρμες (σημάδια)λαγού, αλλά δεν συνάντησε τίποτα. Βγήκε στη κορφή στου Μαρασκά. Τίποτα !! Ούτε λαγός ούτε πέρδικα !! Είχαν εξαφανιστεί. Κατέβηκε από του μαρασκά στο συμισακό στου διασαντά τη στέρνα μπας και βρεί καμιά πέρδικα. Πράμμα !! Βλέπει δυο αγριοπερίστερα να πήνουν νερό και για να μη γυρίσει άδειος στο σπίτι συκώνει το τουφέκι να τα ντουφεκίσει. Μπαμ και σπά ο κόκορας του τουφεκιού κι ένα κομμάτι τον κτυπά πάνω στο φρύδι και έτρεχε αίμα. Βέβαια τα σκάγια πήγαν αλλού και τα αγριοπερίστερα μόνο τρόμαξαν και έφυγαν. Στο μυολό του Μπάρμπα είρθε η συνάντηση με την Ασπασία και αυτά που έλεγαν για το μάτι της. Δε με νοιάζει να πάω να τσι ρίξω μια στο πισινό τσι με ένα φυσέκι αραπάλατσο (χοντρό αλάτι της θάλασσας) μουρμούρισε νευριασμένος.  Έπληνε τη μούρη του με το νερό τσι στέρνας για να φύγουν οι μουζουδιές και τα αίματα.-Τότε τα τουφέκια ήταν τα περισσότερα μπροστογεμή αλλά και τα μη μποστογεμή χρησιμοποιούσαν μαύρη πυρίτηδα.-
Μετά ξεκίνησε για τον γυρισμό στο χωριό. Στο δρόμο έξω από το χωριό, συνάντησε τον Γιοργαντέ το Μανώλη, που βλέποντάς τον να κρατά το τουφέκι τον ρώτησε πως πήγε το κυνήγι. Σκατά !! Του λέει ο Μπάρμπας μου. Και πράμμα δεν βρήκα και κόντεψε να μου βγάλει το μάτι το τουφέκι. Μπα νά'δες την Ασπασία και σε χαιρέτησε οντεν έφυγες από το χωριό ; Ρώτησε ο Γιοργαντές. Κιονά το διάολο είδα. Απάντησε ο Μπάρμπας μου. Πάλι καλά είπε ο Γιοργαντές γελώντας και συνέχισε. Εμένα πέρσι με είδε και έκανα δυό κομμάτια το τουφέκι, κι κτύπησα και το πόδα μου. Εγώ αμα με δει γυρίζω πίσω. Αυτή και τον κόρακα ρίχνει κάτω. Απο τότε ο Μπάρμπας μου άλλαζε δρόμο και δεν περνούσε από εκεί που μπορούσε να βρήσκεται η Ασπασία όταν πήγαινε για κυνήγι. Αν καμια φορά την έβλεπε έστω και από μακρυά ξαναγυρνούσε σπίτι του.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

ΑΠΟΥ ΓΥΡΕΥΕΙ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΧΑΝΕΙ ΚΑΙ ΤΑ ΛΙΓΑ

Θανατικός κυνηγός δεν υπήρξα ποτέ στη ζωή μου. Μονο όταν ήμουν πολύ νεαρός ασχολήθηκα με το κυνήγι. Ο Μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης αδερφός της Μάνας μου, ήταν καλός κυνηγός . Τα παιδιά του ήταν φυσικό επόμενο να ασχοληθούν κι αυτά με το κυνήγι. Οχι τόσο ο Δημήτρης οσο ο Μιχάλης που ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του. Όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο ο Μιχάλης μου είχε δώσει μερικές φορές ένα ρώσικο δύκανο και κυνηγούσα τις σταρίθρες στο αεροδρόμιο. Το βουνό πάνω από το νεκροταφείο των Λιμνών το λένε μαρασκά. Στη κορυφή του βουνού έχει ενα μικρό οροπεδιάκι και εκεί είχε κάμποσες ελιές. Εκεί κατέβαιναν τα βράδια μετά τη δύση του ηλίου οι πέρδικές και έτρωγαν τις πεσμένες στο χώμα ελιές. Οι κυνηγοί είχαν κάμει καλυμένες θέσεις με χόρτα και κλαδιά, σε μέρη που μπορούσαν να εχουν θέα τις ελιές και να ελέγχουν και ολόκληρη πεζούλα.Εκεί κρυμένοι περίμεναν τις πέρδικες και οταν αυτές ερχόταν κοπαδάκι τις πυροβολούσαν και σκότωναν μερικές. Αυτό το τρόπο κυνηγίου τον έλεγαν, πάμε στο παρακαθιστό.
             Ήταν Νοέμβρης ή αρχές Δεκέμβρη αν θυμάμαι καλά. Πάντως δεν είχαν αρχίσει να μαζεύουν ελιές. Ένα απόγευμα μου λέει ο ξάδερφός μου ο Δημήτρης. Θα έρθεις να πάμε στο παρακαθιστό στου Μαρασκά; Και δε πάμε, λέω εγώ. Έτσι ξεκινήσαμε και από τους Νοτικούς μύλους ανεβήκαμε στου Μαρασκά. Πήγαμε στο καλύβι που θα περιμέναμε τις πέρδικες και κάτσαμε μέσα. Τώρα μου λέει ο ξάδερφος θα περιμένουμε να έρθουν οι πέρδικες. Εκείνη την εποχή είχε πολλές πέρδικες. Αφού τον χειμώνα τα πρωινά κατέβαιναν στη καλαντάρα στη μάχα για να βρούν τροφή και κελαϊδούσαν και τις άκουγε όλο το χωριό. Πράγματι μόλις άρχησε να σουρουπώνει ακούσαμε να κακαρίζουν πιο πάνω από εμάς πέρδικες. Έρχονται !! Μου λέει ο ξάδερφος μονο μη κουνιέσαι να σε δούν. Πράγματι σε λιγο ένα μικρό κοπαδάκι απο τρεις-τέσσερεις πέρδικες ήρθαν και άρχησαν να τρώνε ελιές. Ο ξάδερφος είχε βάλει το ντουφέκι ανάμεσα στα κλαδιά και προσπαθούσε να ταιριάξει τις πέρδικές. Αντε του λέω. Σούτ !!Μου κάνει. Πρέπει να έρθουν στη κοντινή ελιά. Κάποτε ήρθαν στη κοτινή ελιά και μαζευτήκαν στη ρίζα τσι ελιές και τρώγανε. Σημάδεψε ο ξάδερφος και ήταν έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη. Ακούσαμε όμως κιάλλα κακαρίσματα και λέει. Έρχονται κιάλλες πέρδικες. Πράγματι δυο τρεις ακόμα πέρδικες ήρθαν στη παρέα και ο ξάδερφος έτρυβε τα χέρια του, από ικανοποίηση. Τωρα μου λέει θα ταιριάξουμε δυο τρεις μαζί και θα τσι σκοτώσουμε. Και πάνω που τσι ταίριαζε, ακούμε μια μπαλουθιά κάπου κοντά και νάσου και φεύγουν όλες οι πέρδικες χωρίς να προλάβει να πυροβολήσει ο ξάδερφος. Ποιός δια..λος πυροβόλησε και μου χάλασε το σημάδι !! Μουρμούρησε ο ξάδερφος και σηκώθηκε από την κρυψώνα που καθόμασταν. Κατεβήκαμε στην παρακάτω πεζούλα και βλέπουμε τον φίλο του ξαδέρφου μου που παίζανε μαζί στα πανηγύρια τον Μανώλη του Κωσταντάκι. Βρε έσύ πυροβόλησες ; Ρώτησε ο ξάδερφος. Ναι λέει ο Μανώλης αλλά δεν τη πέτυχα. Α ρε μπαγάσα και μου χάλασες το σημάδι και θα σκότωνα δυο τρείς μαζεμένες πέρδικες !! Να σκότωνες τουλάχιστο αυτή που πυροβόλησες να τρώγαμε έστω μια πέρδικα. Οπότε του λέω. Αν πυροβολούσες όταν σου έλεγα θα τρώγαμε τουλάχιστο μία πέρδικα μπορεί και δυό. Αλλά όποιος θέλει τα πολλά χάνει και τα λίγα.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

ΚΡΥΟ ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΔΥΟ

Η λαϊκή παροιμία λέει κρύο καιρός για δύο. Εμείς το παρακάναμε γιατί έκανε πολύ κρύο και ήμαστε πέντε !!! Η ιστορία που θα σας διηγηθώ συνέβει στην Αθήνα. Αλλά οι συμμετέχοντες ήταν όλοι λιμνιώτες. Ηταν λίγο μετά την πρωτοχρονιά τρυ 1966. Υπηρετούσα στο Τατόϊ και είχα πάρει δυο μέρες προφορική άδεια λόγω της εορτής των Θεοφανίων, μαζί με το Σαββατοκύριακο. Ο χωριανός μου ο Κωστής του Μιχελουκοδημήτρη με είχε πάρει τηλέφωνο να πάω στο σπίτι να περάσουμε μαζί τα Φώτα μια και έλειπε η γυναίκα του σ' τσι Λίμνες για να μαζώξει τσι ελιές. Ο καιρός ήταν χειμωνιάτικός και έκανε πολύ κρύο γιατί είχε χιονίσει στη Πάρνηθα, μέχρι χαμηλά στους Θρακομακεδόνες. Ο Κωστής έμενε στο Μαρούσι. Το σπίτι του ήταν καινούριο  και δεν είχε ακόμα τελειώσει. Θα έρχόταν οι μαστόροι από Δευτέρα να βάλουν πλακάκια στη κουζίνα. Πήρα το Ρεο που περνούσε από το Μαρούσι, από το Τατόϊ και κατέβηκα στη πλατεία του Αμαρουσίου. Συνάντησα τον Κωστή που σχολούσε από τη δουλεία του, ψωνίσαμε τα απαρέτητα για δυο-τρεις μέρες και ξεκινήσαμε για το σπίτι. Το απογευματάκι ήρθαν στο σπίτι του Κωστή άλλοι τρείς Λιμνιώτες που είχαν βρεθεί στην Αθήνα και ήταν εργένηδες. Ο Γιώργης του Καραβελομιχάλη, ο Μιχάλης του Καλιωρονικολή και ο Αντώνης του Σταυρούλη του Μαυριειδή. Βρε καλώς τα παιδιά λέει ο Κωστής,
πως από δώ ; Είμαστε στο Μαρούσι και είπαμε να ρθούμε να σε δούμε. Είπε ο Αντώνης. Κωλόκαιρος λέει ο Γιώργης και χιονίζει. Που χιονίζει ; Λέει ο Κωστής . Άνοιξε τη πόρτα να δεις. Λέει ο Μιχάλης . Ανοιξα τη πόρτα και κοίταξα όξω. Πράγματι είχε αρχίσει να το στρώνει. Μωρέ χιονίζει καλά !! Λέω του Κωστή . Πώς θα φύγουμε μετά;.Λέει ο Αντώνης. Δεν πάτε ποθές !! Επαέ θα κάτσετε, μα κρεβάτια έχω. Ειπε ο Κωστής. Αφού κατσαμε στο σαλόνι ο Κωστήε έφερε ένα μπουκάλι ρακί και ποτηράκια. Να πιούμε μιά να ζεσταθούμε που κάνει κρύο. Ειπε ο Κωστής και γέμισε τα ποτηράκια. Κάτσαμε και αδειάσαμε το μπουκάλι με τη ρακί. Φάγαμε και μερικούς ξηρούς καρπούς και μερικά μήλα και αρχήσαμε την κουβέντα για το χωριό. ¨Οταν πια νύχτωσε για τα καλά και ήρθε η ώρα να κοιμηθούμε λέει ο Κωστής. Τρείς θα κοιμηθούμε στο κρεβάτι, ένας στο μονο στη κουζίνα και ένας στον καναπέ στο σαλόνι. Λέει ο Αντώνης εγώ θα πάω στο μονό στη κουζίνα. Ο Μιχάλης λέει εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ με άλλο και θα πάω στο καναπέ. Ετσι εγώ ο Κωστής και ο Γιώργης που ήμαστε και οι πιο αδύνατοι κοιμηθήκαμε στο διπλό κρεβάτι. Μετά από μερικές ώρες γύρω στις δύο, έρχετε ο Μιχάλης και λεει στου Γιώργη που ήταν στη άκρη. Πήγαινε πιο μέσα να μπώ και εγώ και ψώφησα στο κρύο στον καναπέ. Έτσι μπήκε κι αυτός στο κρεβάτι. Μετά από δυο ώρες, να και ο Αντώνης ξηλιασμένος . Κανατε μωρε κι εμένα ΄μια ολιά τόπο να μπώ γιατί ξήλιασα στη κουζίνα. Το Πρωί που ξυπνήσαμε μετράγαμε κεφάλια. Μας έλειπε ένα !! Μωρε ήντα γίνηκε ο Κωστής ; Ρωτά ο Αντώνης που έψαχνε να δεί ποιός λύπει. Επαε έιμαι .Απάντησε ο Κωστής που ήταν στη μέση στο κρεβάτι αλλά δεν φαινόταν γιατί ήταν ο κοντήτερος από όλους μας και σκεπασμένος με τις κουβέρτες από κορφής. Βάλαμε τα γέλια. Ααααααα λεει ο Κωστής πρώτη φορά που κοιμήθηκα σε ζεστό κρεβάτι. Ναι μωρέ του λεει ο Μιχάλης . Εσείς ζεσταθήκατε και εμείς ξηλιάσαμε στη κουζίνα και στο σαλόνι. Και απαντά ο Κωστής. Μόνοι σας το διαλέξατε μόνο μη διαμαρτήρεστε. Αλλά ποτέ μου δεν περίμενα να χωρά πέντε ατομα το κρεβάτι !! Βρε άμα κάνει κρύο λεει ο Γιώργης και δέκα θα χωρέσει. Και απόψε έκανε το κρύο της αρκούδας !!

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΚΑΛΟ ΧΟΡΑΤΑ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΣΤΗ ΚΕΦΑΛΗ ΚΑΙ ΤΟΝΕ ΞΕΚΑΝΕΙΣ

Στην προηγούμενη Ιστορία σας διηγήθηκα την περιπέτεια με τη φωλιά των κοράκων. Σήμερα θα σας πώ για τη μοναδική φορά που βρέθηκα αντιμέτωπος με ενα αγριεμένο άρκαλο (ασβό) .Ήταν μερικά χρόνια μετά. Πήγαινα ακόμα στο Γυμνάσιο Νεαπόλεως. Ήταν τέλος Μαρτίου. Ειχε κάνει μερικές κακοκαιρίες θυμάμαι έκείνες τις μέρες. Οταν είναι κακοκαιρία τα πουλιά προσπαθούν να βρούν μέρος να προστατευτούν απ' αυτήν και πολές φορές κτυπούν στα σύρματα του τηλεφώνου και της ΔΕΗ (τότε βέβαια δεν υπήρχε ΔΕΗ) κυρίως οι τσίχλες. Ένα πρωινό μετα από κακοκαιρία τη νύχτα, μπήκα στα χωράφια κάτω από τα τηλεφωνικά σύρματα και έψαχνα μήπως βρώ καμιά τσίχλα για να την πουλήσω στη Νεάπολη στου Μυλωνάκη που πουλούσε τον καφέ για τους καφετζίδες του χωριού αλλά και για όποιον άλλο ήθελε φρεσκοκομένο καφέ, να πάρω καμιά δραχμή. Κοντά στο χωράφι που ήταν η κορακοφωλία της προηγούμενης ιστορίας, αλλά πιο κοντά στον ποταμό ήταν ενα χωράφι με κουκιά. Τα κουκιά ήταν γύρω στους 40 με 50 πόντους ψηλά. Παρατήρησα οτι το χώμα σε μια μεριά ήταν σκαμένο και μερικά κουκιά ήταν πεσμένα και σπασμένα στο χώμα. Επειδή δεν είχα χρόνο, δεν έκατσα να δώ τι ήταν. Πήγα στο Γυμνάσιο και το μεσημέρι που σχόλασα νωρίς γιατι κάποιος καθηγητής δεν ήρθε στο μάθημα πήγα να δώ τι είχε κάνει τα σκαψίματα στα κουκιά. Όταν έφτασα στο χωράφι, τα σκαψίματα ήταν πολύ περισσότερα απ'ότι το πρωί που τα είχα δεί για πρώτη φορά. Στο διπλανό χωράφι ήταν ενας αγρότης από τον Νικηθιανό και καθάριζε τις άκρες του χωραφιού από τα αγριόχορτά και τσι αστιβίδες, με μια μαναροσκαλίδα (ειδικό σκαπέτι με τι μια μεριά του να είναι τσεκούρι). Μου φωνάζει λοιπόν. Έχε το νού σου γιατί είναι άρκαλος στο χωράφι και αυτός έσκαψε τα κουκιά. Και πως το κατέχεις μπάρμπα; του απαντώ. Επέρασα προηγουμένως και τον ανέλωσα (έδιωξα) και εμάνησε (αγρίεξε) μόνο ξάνηξε να μη σου χιμίξει και δαγκώνουνε άσκημα. Είπε ο μπάρμπας και συμπλήρωσε. Πάρε την μαναροσκαλίδα να τον σκοτώσεις, αλλά πρόσεξε να τον βρείς με την πρώτη στο κεφάλι. Εγώ θα τον σκότωνα αλλά δεν βλέπω καλά και μετά δεν μπορώ και να γλακώ (τρέξω), αν δεν τον πετύχω με την πρώτη. Εσύ 'σε κοπέλι και θωρείς καλά και τρέχεις κι ογλήγορα. Μου έδωσε την μαναροσκαλίδα και πήγε πιο πέρα πέρνωντας και ενα χοντρό ξερό ξήλο που βρήκε στο γύρο, για παν ενδεχόμενο. Έξαξα λίγο και τον βρήκα σχεδόν χωμένο μέσα στο χώμα, να τρώει τσι κουκιές. Πήγα απο πίσω του για να μη με βλέπει (οι ασβοί δεν βλέπουν καλά, γιατί έχουν μικρή περιφεριακή όραση). Αυτός με πήγε χαμπάρι. Σταμάτησε να τρώει και να κουνιέται και προσπαθούσε να με βρεί κουνόντας το κεφάλι του δεξιά και αριστερά. Σήκωσα ψηλά τη μαναροσκαλίδα και του την κατέβασα με όλη μου την δύναμη στο κεφάλι του. Το μανάρι μπήκε όλο μέσα στη κεφαλή του και έμηνε ακίνητος. Μπράβο !! μου λέει ο μπάρμπας.  Πάρε ένα παλιοτσουβάλι που έχω επαέ στο γύρο και βάλτονε απάνω και βρές και καμιά τσιμεντοσακούλα από τον ποταμό να τον πάς στου τσίφτη να σου δώσει ενα δεκάρικο. Πές του ότι σε έστηλα εγώ ο Πεθερός του αδερφού του του Μανόλη. Εντάξη είπα και σκέφτηκα το δεκάρικο . Δεν ήξερα ότι είχαν επικηρύξη τους αρκάλους !!! Τον έβαλα στο τσουβάλι αλλά ήταν βαρύς κι ασήκωτος. Βρήκα μια τσιμεντοσακούλα χάρτινη από τον ποταμό. Τότε δεν είχαν βρεθεί τα πλαστικά και όλες οι συσκεβασίες ήταν χάρτινες. Μακάρι να μη τα βρήσκανε να γλήτωνε ο κόσμος !! Έβαλα το τσουβάλι με τον άρκαλο πάνω στη τσιμεντοσακούλα και τον έσηρα μέχρι το ραφτάδικο του Τσίφτη και πήρα το δεκάρικο. Από τότε δεν έχω ξανασυναντήσει ζωντανό άρκαλο σε χωράφι, εκτός από μερικούς σκοτωμένους στην εθνική από τ' αυτοκίνητα.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

ΑΛΛΟ ΤΟΥ ΚΟΡΑΚΟΥ Η ΦΩΛΙΑ ΚΙ ΑΛΛΟ ΚΟΤΣΙΦΟΥ ή επι το λαϊκότερον ΑΛΛΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ ΚΙ ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑΣ

 Όταν πηγαίναμε στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου στη Νεάπολη κυνηγάγαμε με τις σφεντόνες διάφορα πουλιά. Απο σπουργίτες, σουσουράδες, κοκκινομπέτες, σταρίθρες, κακαλιδώνια, τριπουλίδια, μέχρι κοτσιφούς και αγριοπεριστέρια. Για την εποχή εκείνη ήτανε σπουδαία μεζεδάκια στα κάρβουνα με καμιά πατάτα οφτή !! Την άνοιξη του φωλιάζανε τα πουλιά ψάχναμε για φωλιές και αφού τις βρήσκαμε και σταμπάραμε το μέρος, αφήναμε να βγούν από τ' αυγά τα πουλάκια κιόταν ήταν έτοιμα να πετάξουν τα πιάναμε. Κυρίως πιάναμε κοτσιφάλια και ζιγαρδέλια για να τα βάλουμε στο κλουβί να κελαϊδάνε. Αν βρήσκαμε και καμιά περδικιά δεν μας χαλούσε !! Μόνο που δύσκολα έπιανες τα περδικάκια αν είχαν ξεπουλιάσει. Η μάνα μου είχε μεγαλώσει πεδρικάκια που τα βρήκε ο αδερφός της που ήταν κυνηγός και ήταν ήμερα σαν τις κότες (αφού είχαν μεγαλώσει μαζί με τα κοτοπουλάκια). Δυό που είχε κρατήσει η Μάνα μου γύριζαν στη αυλή μαζί με τις κότες. Μια φορά λοιπόν που γυρίζαμε από το Γυμνάσιο γιατί οι καθηγητές είχαν συμβούλιο και σκολάσαμε νωρίς, μπήκαμε από τον Νικηθιανό στα χωράφια και ψάχναμε φωλιές. Ενας μεγαλύτερος στη ηλικία αλλά μπουμπούνας στα μαθήματα αφού έκανε δυο χρόνια σε κάθε τάξη, είπε ότι ήξερε μια κορακιά.
Και τι να την κάνουμε την κορακιά αφου οι κοράκοι δεν σε αφήνουν να πλησιάσεις την φωλία και μετά τα κορακάκια δεν τρώγουνται γιατί βρωμάνε από τα ψώφια που τα ταϊζουν οι γονείς του οι κοράκοι. Είπαμε οι μικρότεροι. Να δούμε αν έχει αυγά λέει ο μεγάλος. Από περιέργεια πήγαμε να δούμε την κορακοφωλιά. Να μας λέει ο μεγάλος. Σ' αυτή τη ψηλή αμυγδαλία είναι η φωλιά. Πάμε αλλά η αμυγδαλιά ήταν ψηλή και η φωλιά ήταν στη κορυφή της. Να βγεί ένας αλαφρής λέει ο μεγάλος. Πιο αλαφρής από μένα που ήμουνα φρίσσα (πολύ αδύνατος) δεν υπήρχε. Είχα και την ικανότητα να σκαρφαλώνω σαν τον γάτη. Αντε ήντα κάθεσαι ; Μου φώναξε ο μεγάλος . Εγώ με το λάστιχο (σφεντόνα) θα παντώ (διώχνω) τσι κοράκους ανε ρθούνε. Είπε και ετοίμασε τα πυρομαχικά του για την σφεντόνα. ¨Αρχησα να ανεβαίνω αλλά όταν έφτασα περίπου στο ένα μετρο από τη φωλία άκουσα τη φωνή τση κορακίνας που καθόταν στη φωλία και φώναξα στους άλλους που ήταν κάτω. Δεν βγαίνω πιο ψηλά γιτί η μάνα κάθεται στη φωλία. Αντε μωρέ χέστακα, μου φωνάζει περιφρονητικά ο μεγάλος και ετοιμάζει το λάστιχό του για να κτυπήσει τη φωλία. Ασε να κατέβω και μετά κάνε ότι καταλαβαίνεις. Του λέω και επιταχύνω την κάθοδο από την αμυγδαλίά. Αυτός όμως δεν περίμενε και ρίχνει μια πέτρα στη φωλία με την σφεντόνα. Η πέτρα πέρασε ξυστά από τη φωλία και κτύπησε στο κλωνάρι που ήταν δίπλα. Αλλά η κορακίνα πήρε χαμπάρι τους άλλους από κάτω και έκαμε μια βουτιά κατα πάνω τους. Είχα ακούσει από τον μπάρμπα μου τον Κοκολομανώλη ότι αν πειράξεις φωλία κοράκου είναι ικανοί να σου βγάλουν τα μάτια γιτί σου επιτίθονται και σε τσιμπάνε στο κεφάλι. Εγώ σούφρωσα στη μέση τση αμυγδαλίας και δεν εκουνούσα καθόλου για να μη με δεί η κορακίνα. Οι άλλοι το βάλανε στα πόδια για να γλητώσουν με την κορακίνα να παίζει βουτιές πάνω από τα κεφάλια τους. Πήρε χαμπάρι και ο αρσενικός που έφερνε τρόφή στα μικρά και πήρε κιαυτός στο κατόπι τσι παρολίγο κλέφτες. Εγώ σκεφτόμουνα τι να κάνω να κατέβω κάτω ή να μέινω κρυμμένος στη μέση τσι αμυγδαλιάς. Προτίμησα να μείνω κρυμένος μέχρι να ησυχάσουν οι κοράκοι. Αφου έκατσα κάμποση ώρα χωρίς να κουνώ και με το κεφάλι χωμένο στο σακάκι για να μην βλέπουν τι πράμμα είμαι οι κοράκοι. Κι αφού δεν άκουγα πιά τις φωνές των άλλων που τους κυνηγούσε το ζεύγος των κοράκων, άκουσα κάποιον από τους γονείς κοράκους να επιστρέφει στη φωλιά. Σε λίγο ήρθε κι ο άλλος. Σκέφτικα ότι ήταν καιρός να του δίνω και εγώ και προσπαθούσα να βρώ ποιός είναι ο καλύτερος δρόμος να πάρω για να μη με δούν οι κοράκοι από τη φωλιά. Έτσι όπως καθόταν οι κοράκοι στη φωλία δεν μπορούσαν να δούν από κατω στο κορμό και στη βάση τσι αμυγδαλίας τι γίνεται. Αποφάσισα να φύγω από τη πάνω μεριά που είχε ενα τράφο και μερικές μεγάλες λιγιές (λιγαριές), έτσι ώστε να μη δίνω μεγάλο στόχο και να μπορώ να απομακρινθώ από τη φωλιά. Εφυγα σκυφτός και μπήκα στις λιγιές. Κοίταξα προς τη φωλιά αλλά οι κοράκοι ασχολούταν να ταϊσουν τα μικρά τους και δεν με πήραν χαμπάρι. Μπροχώρησα λιγάκι και άκουσα φτερούγισμα. Σύκωσα το κεφάλι μου και είδα τον αρσενικό να φέυγει για να βρεί τροφή. Τώρα μπορώ να φύγω άνετα σκέφτικα και ξεκίνησα απομακρυνόμενος από το χωράφι με την κορακοφωλιά. Οι άλλοι είχαν πάει τρέχοντας στο χωριό και είπαν οτι τους κυνηγούσαν οι κοράκοι. Πήγαν στον Αλέκο (που εκτελόυσε καθήκοντα νοσοκόμου στο χωριό) να τους περιποιηθεί τσι τσιμπιές που τους είχαν κάνει. Και πούνε μωρέ ο ανηψιός μου ; Ρώτησε ο μπάρμπας μου ο αγροφύλακας. Τον αφήσαμε απάνω στην αμυγδαλιά. Είπαν. Τον αφήσατε μωρέ κι εφύγαται χέστες ; Τους αποπήρε ο Μπάρμπας μου. Για να πάω να δώ ήντα κάνει. Και ξεκίνησε να ρθεί να με βρεί. Συναντηθήκαμε στον κήπο του Ζαχαράκη. Εγώ δεν τον είχα δει γιατί χάζευα στον δρόμο. Κι αυτός όπως συνήθιζε με είδε και μπήκε στο κήπο. Όταν έφτασα στον κήπο πετάχτηκε και με ρώτησε. Δεν σε φάγανε οι κοράκοι εσένα; Οϊ μπάρμπα. Απήντησα γέλώντας. Τσι άλλους ακόμα τσι φτιάχνει ο Αλέκος. Είπε και ρώτησε . Εσύ πως γλήτωσες ; Εγώ περίμενα στην αμυγδαλιά μέχρι να ησυχάσουν και μετά την έκανα κατσά-κατσά χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Είπα στον μπάρμπα μου. Α ρε σαϊνι ανηψιό που έχω !! Κι άλλοι οι βλάκες τρέχανε και τους έκαναν τη κεφαλή τους κόσκινο οι κοράκοι. Είπε γελώντας κι πέρασε το χέρι του στη πλάτη μου. Αντε πάμε, μην πάνε αυτοί οι βλάκες στη Μάνα σου και πούνε τίποτα και έχουμε νταβαντούρια. Όταν είπα το περιστατικό στον μπάρμπα μου τον Κοκολομανώλη, είπε. Τι σου έλεγα ; Αλλο πράμμα η φωλιά του κοτσιφού κι άλλο του κοράκου.

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

O ΨΕΥΤΟΔΕΣΠΟΤΗΣ

Τις δεκαετίες πριν από το 1970 οι κτηνοτρόφοι που ήταν περιφέρεια του χωριού. Έμεναν στους συνοικισμούς που ανοίκαν στην κοινότητα Λιμνών. Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι είχαν δυό σπίτια. Ενα στα μετόχια των Λιμνών (όπως τα λέγαμε τότε) και ένα στους Ποτάμους, που είναι πριν το οροπέδιο Λασιθίου. Η εξήγηση είναι γιατί στους ποτάμους τότε ο χειμώνας ήταν βαρύς και έπιανε χιόνι που κρατούσε μέρες. Ετσι κατέβαιναν τον Οκτώβρη στον κάμπο στα Μετόχια των Λιμνών, που οι θερμοκρασίες ήταν υψηλότερες και είχε και αρκετό χορτάρι για τα πρόβατά τους, και μετά το Πάσχα ανέβαιναν στι ποτάμους που είχε ακόμα χορτάρι για να ξεκαλοκαιρεύσουν. Στους ποτάμους τον χειμώνα έμεναν πολύ λίγοι άνθρωποι. Το καλοκαίρι όμως που ξαναγυρνούσαν τα κοπάδια γέμιζαν πάλι οι ποτάμοι από ανθρώπους. Την ονομασία ποτάμοι την πήραν γιατί αφενός υπήρχε ποταμός που περνούσε από το χωριό και αφ'ετέρου γιατί ήταν δυο γειτονιές . Οι μέσα ποτάμοι και οι έξω ποτάμοι. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν περιουσία και στα δυό μέρη. Στις Λίμνες είχαν ελιές και στους ποτάμους είχαν κήπους καρυδιές μηλιές και διάφορα άλλα δένδρα που ευδοκιμούσαν σε ψηλά επίπεδα. Παράλληλα βέβαια με τα κοπάδια τους από πρόβατα που είχαν. Ενα καλοκαίρι λοιπόν στους έξω ποτάμους περίμεναν να έρθει ο Δεσπότης σε κάποιο εσπερινό που γιόρταζε κάποια εκκλησία. Του Δεσπότη όμως έτυχε μια κηδεία κάποιου γνωστού του και έτσι έστηλε κάποιον να ειδοποιήσει στους εξω ποτάμους οτι δεν θα πάει. Τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και οι άνθρωποι είχαν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια οι φτωχότεροι για τις μετακινήσεις τους . Στο δρόμο ο άνθρωπος που έστηλε ο Δεσπότης, συνάντησε τον Πεθερό του ξαδέρφου μου του Κοκολομιχάλη, τον Κουνενό με δυο άλλους. Στους ποτάμους πάτε; Τους ρωτά ο απεσταλμένος του Δεσπότη . Ναι του λέει ο Κουνενός.
Να πήτε στον Παπά ότι ο Δεσπότης δεν θα έρθει γιατί του έτυχε μια κηδεία. Καλά λέει ο Κουνενός. Ο άνθρωπος του Δεσπότη γύρισε πίσω στην Νεάπολη. Ο Κουνενός λέει τότε στους άλλους δυό . Μώρε σεις κάνουμε μια πλάκα στους χωριανούς ; Ήντα ρωτούνε οι άλλοι δυο. Πήγαινε μωρέ να φέρεις το μπεγίρι (αρσενικό άλογο) του μπάρμπα σου και πέρασε από την εκκλησία να πάρεις ένα ρασο του παπά και ένα καλυμμαύκι. Πάρε και ενα τσεμπέρι τσι Μάνα σου και φέρτα να τα βάλω. Λέει ο Κουνενός στον νεώτερο τσι παρέας. Πήγε ο φίλος και έφερε το άλογο και τα ρούχα του παπά και το τσεμπέρι. Στο δρόμο βρήκε και ενα πιτσιρίκι και του είπε: Πάνε στο χωριό να πείς ότι έρχετε ο Δεσπότης. Εβαλε ο Κουνενός τα ράσα και το καλυμμαύκι και από πάνω το τσεμπέρι για να φένεται από μακρυά οτι είναι Δεσπότης, καβάλησε και το άλογο και ξεκινήσανε για το χωριό. Ο πιτσιρικάς είχε πάει και ξεσύκωσε το χωριό ότι έρχετε ο Δεσπότης. Αρχίσανε και παίζανε την καμπάνα και μαζευτήκανε στην αρχή του χωριού να καλωσορήσουν τον Δεσπότη. Αντι όμως για τον Δεσπότη βρήκαν τον Κουνενό που κόντευε να πέσει από το άλογο από τα γέλια. Ο κόσμος που περίμενε έβαλε τα γέλια, αλλά ο παπάς το πήρε σοβαρά και έστρωσε στο κυνήγι με μια μαγκούρα τον Κουνενό. Σα δεν τρέπεσαι θεομπαίχτη να κοροϊδεύεις το Δεσπότη, θα σου σπάσω τη κεφαλή γάϊδαρε άμα σε πιάσω!! Και ο Κουνενός απου φύγει-φύγει με το άλογο. Από τότε  κωλύσανε του Κουνενού το παρατσούκλι , ο Δεσπότης . Και επειδή Κουνενοί ήταν πολλοί έπεκράτησε το Δεσπότης. Ποιο Κουνενό θέλεις ; Τον Δεσπότη έλεγαν. Και έτσι τον ήξεραν μέχρι που πέθανε, γέρος πιά. Όταν παντρεύτηκε ο ξάδερφός μου ο Κοκολομιχάλης στι Λίμνες, με ρωτούσαν ποιά πέρνει ο ξάδερφός σου;  Και τους απαντούσα. Του Δεσπότη τη κόρη. Και μια κι ο κανονικός Δεσπότης κόρη δεν μπορούσε να είχε, ήξεραν ποιο Δεσπότη έλεγα.

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ

Στη προηγούμενη ιστορία ήπαμε για τον δάσκαλο τον Πεδιαδίτη ότι ήταν αυστηρός δάσκαλος. Εκτός το ότι ήταν αυστηρός και σφικτός στη βαθμολογία είχε και μια άλλη ας το πούμε ιδιοτροπία. Δεν ήθελε να βλέπει τα παιδιά να γυρνούν άσκοπα στους δρόμους ή να παίζουν στα σοκάκια του χωριού και να ενοχλούν τους ανθρώπους. Γιαυτό μας έβαλε και καθαρίσαμε τον περίβολο του παλιού σχολειού (κάτω σχολειό) και ισοπεδόσαμε τα χώματα. Έτσι διαμορφώσαμε ενα χώρο που μπορούσαμε να παίζουμε μπάλα και άλλα παιγνίδια. Εκεί μαζευόμασταν κάθε απόγευμα και οι γονείς μας ήξεραν που θα μας βρούν και ο δάσκαλος είχε ήσυχο το κεφάλι του από τα παράπονα των χωριανών. Είχα τελειώσει την δευτέρα Γυμνασίου και το Σετέμπρη θα πήγαινα στη τρίτη . Με φώναξε λοιπόν ο δάσκαλος μια μέρα και μου είπε. Ο Δήμαρχος θέλει να πάρει τον περίβολο του κάτω σχολειού και να φτιάξει ενα χώρο να γίνονται εκδηλώσεις τραπέζια και χοροί εκεί. Θέλει να κτίσει ενα δωμάτιο και να φτιάξει τα παλιά αποχωρητήρια. Καταλαβαίνεις οτι δεν θα έχετε χώρο να παίζετε μετά. Λοιπόν επειδή η όλη ιστορία στηρίζεται στα υπάρχοντα αποχωρητήρια κανόνισε να τα εξαφανίσεις όσο πιο γρήγορα μπορείς. Εσύ θα βρείς τον τρόπο. Εγώ από την πλευρά μου θα επηρεάσω τους συμβούλους και τους ανθρώπους που κάθονται δίπλα στο κάτω σχολειό να μη δεχτούν την πρόταση του Δημάρχου. Πρέπει όμως να εξαφανιστούν τα αποχωρητήρια. Του απάντησα να μην ανησυχεί και τα κάνω σόπατο. Άλωστε ήταν γνωστό ότι στις κατεδαφίσεις είμουνα ο πρώτος μαστροχαλαστής. Μάζεψα λοιπόν όλα τα αγόρια από 10 χρονών και πάνω στο κάτω σχολειό και τους είπα. Αυτοί οι δυό καμπινέδες αύριο δεν πρέπει να υπάρχουν γιατί ο Δήμαρχος θα μας πάρει τον περίβολο και δεν θα έχουμε που να παίζουμε. Αρχίσαμε λοιπόν και βγάζαμε τα τούβλα από τους τοίχους και στο τέλος έμεινε η ταράτσα να κρέμετε στήριζόμενη από τον πίσω τοίχο και ενα κομάτι από τονένα πλαϊνό. Την άλλη μέρα είπα στα παιδιά. Τώρα αναλαμβάνω εγώ με μερικούς μεγαλύτερους που πηγαίναμε στην ιδια τάξη στο γυμνάσιο. Εσεις  απομακρυνθείτε γιατί θα ρίξουμε την ταράτσα. Αφου βγάλαμε ακόμα προσεκτικά μερικά τούβλα από τον πλαϊνό τοίχο ανεβήκαμε απάνω στη ταράτσα και αρχήσαμε να χοροπηδάμε. Ενας γείτονας που έμενε δίπλα στον περίβολο του σχολειού και μας έβλεπε, ο Ζουλίνος ο Μιχάλης, που δεν ήθελε κιαυτός την πρόταση του Δημάρχου, μας είπε μόλις σας πώ να πηδήσετε θα πηδήσετε να μας κτυπήσετε με την ταράτσα. Η ταράτσα έπεσε και έγινε δυο τρια κομάτια. Ο Ζουλίνος έφερε μια βαριά, έσπασε τα κομάτια της ταράτσας και αποτελείωσε το έργο της κατεδάφισης . Πήρε και όσα τούβλα ήταν γερά να φτίξει ενα κοτέτσι και μας έβαλε και εξαφανίσαμε και τα μπάζα από την ταράτσα. Αν κάποιος πήγαινε να δεί τον χώρο δεν μπορούσε να καταλάβει που ήταν τα αποχωρητήρια. Την επόμενη μέρα ο Δήμαρχος πήγε να δείξει τον χώρο σε κάποιο μηχανικό της Νομαρχίας. Έφτασε στο περίβολο λοιπόν και του έλεγε οτι δεν θα χρειαστούν πολλά χρήματα γιατί υπάρχουν τα αποχωρητήρια και υπάρχει και χώρος να γίνει το δωμάτιο. Ο Μηχανικός κοίταξε τον περίβολο αλλά δεν έβλεπε πουθενά αποχωρητήρια. Ρωτάει λοιπόν τον Δήμαρχο. Κύριε Δήμαρχε τα αποχωρητήρια που μου λέγατε που βρήσκονται ; Κοιτάζει ο Δήμαρχος αλλά δεν βλέπει πουθενά καμπινέδες. Μα έκεί ήταν λέει αποριμένος. Ο Ζουλίνος που ήταν παρών λέει στο Δήμαρχο. Πόσο καιρό έχεις να έρθεις έδώ Δήμαρχε; Τ'αποχωρητήρια ήταν από την εποχή των Ιταλών στη κατοχή και θές να υπάρχουν ακόμα ; Οι τοίχοι είχανε θρουλήσει από την υγρασία και έιχανε πέσει οι μισοί και μόνο η ταράτσα κρεμώτανε και θα πλάκωνε κανένα κοπέλι και θα έβρησκες και τον μπελά σου που την άφησες έτσι τόσο καιρό. Ο Δήμαρχος τον κοίταζε αποσβολομένος και δεν πίστευε στα αφτιά του αυτά που έλεγε ο Ζουλίνος. Εν τω μεταξύ ήρθαν και αλλοι γείτονες που τους είχε ειδοποιήσει ο Ζουλίνος και βάλανε τις φωνές στο Δήμαρχο. Εμείς δεν θέλουμε να μας κλείσεις τα σπίτια μας και να μας κτίσεις μια αποθήκη και μας κουβαλήσεις τσι κουζουλούς επαέ να χορεύουν και να ξενυχτούνε και δε θα μπορούμε να κλείσουμε μάτι . Ν' αφήσεις τα κοπέλια να παίζουνε επαέ να μας κάνουνε και παρέα και ν' αφήσεις τσι κουζουλάδες με τσι χορούς. Αμα θέλουνε χορούς να πηγαίνουν στα πέρα καφενεία που τσι κάνουν κάθε χρόνο. Ο Μηχανικός γέλασε και είπε στον Δήμαρχο. Δήμαρχε έχουν δίκιο οι αθρώποι. Ασε τα κοπελάκια να παίζουν επαέ.  Γιατί εδώ χρειάζονται υποδομές που τελικά δεν υπάρχουν. Και μετά γιατί να στερήσεις από τα παιδιά ενα χώρο να παίζουν και να ξέρουν και οι γονείς που είναι. Ο Νομάρχης αποκλείεται να εγκρίνει τέτοιο ποσό για να φτιάξεις αυτό που έχεις στο μυαλό σου. Μετά από μερικές μέρες έγινε στο Δημαρχείο η συζήτηση για τηνπρόταση του δημάρχου. ΄Ολοι σχεδόν οι σύμβουλοι πλην ενός που ήταν κολητός του Δημάρχου ήταν κατά της πρότασης του Δημάρχου. Όπως και ολοι οι κάτοικοι που δεν ήθελαν τα παιδιά τους να ξέρουν που βρήσκονται. Μετά από αυτό ο Δήμαρχος ξέχασε τα σχέδια του και εμείς βρήκαμε την ησυχία μας, έχοντας μάλιστα μεγαλώσει και το χώρο για να παίζουμε μετά την κατεδάφιση των καμπινέδων .Μετά από μερικές μέρες ήρθε ο Δάσκαλος στο κάτω σχολειό. Μαζεψε τους μεγαλύτερους από του παρόντες και μας είπε. Το κρέμισμα των παλιών καμπινέδων  δεν ήταν σωστό να το κάνετε εσείς γιατί υπήρχε κίνδυνος κάποιος από σας να κτυπήσει. Αλλά είχα εμπιστοσύνη στον αρχηγό σας (εμένα δηλαδή) οτι δεν θα κτυπούσε κανένας. Δεν μπορούσα όμως να βάλω κάποιον εργάτη να το κάμει, για ευνόητους λόγους. Ομως ο σκοπός ήταν να μείνει σε σας ο χώρος. Πράμμα που το καταφέρατε. Καμιά φορά λοιπόν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

ΟΤΑΝ ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΕΔΗΝΑΝ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΗΣ

Ο δάσκαλος ο <<Μπουλούκης>>(Δημήτρης Πεδιαδίτης) ήταν πολύ αυστηρός δάσκαλος. Δεν έβαζε καλούς βαθμούς εύκολα. Γιαυτόν ο καλύτερος βαθμός ήταν το 8 και παραπάνω δεν έβαζε. Τον άκουσα κάποτε να λέει οτι οι μεγάλοι βαθμοί για τα παιδιά είναι παγίδες. Οταν οι δασκάλοι βάζουν 9 και 10 δεν βοηθούν τα παιδιά να γίνουν καλύτεροι μαθητές. Αντιθέτως όταν τα παιδιά παίρνουν 7 και 8, τότε έχουν κίνητρο να διαβάσουν να βελτιωθούν ακόμα. Ετσι πίστευε και το πιστεύω του το έκανε πράξη.  Όταν τελείωνα το δημοτικό σχολείο, ο δάσκαλος διαπίστωσε ότι είχα ταλέντο ήθοποιού. Έτσι έκανε στις 25 Μαρτίου μια εκδήλωση στο σχολειό με διαλόγους και σκετς σχετικά με την επέτειο της 25 Ματρίου. Μου έβαλε να πώ ένα μονόλογο για την επανάσταση του 1821 και ενα διάλογο με κάποιο άλλο συμαθητή. Στη ουσιά ήταν σαν μονόλογος αφού έκανα τον Μακρηγιάννη και ο άλλος με ρωτούσε μόνο. Με έβαλε και στο μεγάλο σκετς και έκανα τον Κολοκοτρώνη. Η εκδήλωση είχε μεγάλη επιτυχία και έτσι αποφάσισε να κάμει στο τέλος της χρονιάς τον Ιούνιο μια μεγαλύτερη εκδήλωση με διαλόγους και διάφορα σκετς. Με κάλεσε λοιπόν στο γραφείο του Διευθυντή (ήταν Διευθυντής του Δημοτικού) και μου είπε. Επειδή είσαι καλός στους διαλόγους και έχεις ταλέντο ηθοποιού θα σου πώ μερικά πράγματα να τα βάλεις καλά μέσα στο μυαλό σου. Στα γραπτά του πρώτου εξαμήνου δεν μου έγραψες σπουδαία πράμματα εκτός από τα μαθηματικά. Ισα-ισα που περνάς τη βάση για να βγάλεις τη τάξη. Μα του λέω είχα να μάθω τσι διαλόγους. Μέ έκοψε με μια κίνηση του χεριού του και μου είπε . Στο τέλος της χρονιάς θα κάνουμε μια εκδήλωση μεγαλύτερη απ' αυτή της 25ης Μαρτίου. Λοιπόν θα μου μάθεις 4 διαλόγους και θα τους πείς όσο καλύτερα μπορείς και εγώ θα σε περάσω να τελειώσεις το δημοτικό και να πάς στο Γυμνάσιο. Ακόμα και αν δεν μου γράψεις στα μαθήματα καλά. Αλλά θέλω να προσπαθήσεις να διαβάσεις και τα μαθήματα σου όσο μπορείς. Θα βρώ τους διαλόγους και τα έργα που θα παίξετε και θα κάνουμε μπρόβες από το Πάσχα μέχρι την ημέρα της εκδήλωσης. Σύμφωνοι ; με ρώτησε, λες και μπορούσα να πώ όχι !! Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Και ακου μια συμβουλή και να την θυμάσαι. Ο ηθοποιός αν είναι πολύ καλός μπορεί να αποκτήσει δόξα και να τον θαυμάζει όλη η Ελλάδα, αλλά λεφτά ποτέ δεν θα εχει στην τσέπη του, αρκετά για να ζήσει μια οικογένεια. Γιαυτό προσπάθησε στο Γυμνάσιο που θα πάς να μάθεις γράμματα και να μπείς στο Πανεπιστήμιο ή κάπου αλλού που θα μπορείς να έχεις ένα καλό μισθό. Το Πάσχα έτυχε να έρθει στο χωριό ένας θίασος από την Αθήνα. Ο θιάσος της Κατερίνας . Έτσι τον έλεγαν. Πήρα μετά την παράσταση και φιλοξένησα την Κατερίνα και ένα νεαρό
ζευγάρι ηθοποιών στο σπίτι μας. Η Μάνα μου τους είπε ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός και οτι ο δάσκαλος είπε οτι οι ηθοποιοί πολλές φορές πεινάνε και δεν έχουν λεφτά. Η κυρία Κατερίνα μου χάϊδεψε το κεφάλι και μου είπε. Να ακούσεις το δάσκαλό σου, έχει δίκιο. Μας βλέπεις εμάς που γυρνάμε τα χωριά και δίδουμε παραστάσεις για λίγες δραχμές για να ζήσουμε. Αν δεν μας φιλοξενούσες απόψε θα κοιμόμαστε στο αυτοκίνητο. Είναι δύσκολη η ζωή μας. Με ρώτησε αν είχα τους διαλόγους που θα έπαιζα και τις τους έδωσα. Ενας απ' αυτούς ήταν, <ο σοφός και ο μπεκρής>.
Εγω θα έπαιζα τον μπεκρή. Μου είπε να της δείξω πως θα τον παίξω. Εγώ αρχησα να παραπατάω και να λέω τα λόγια του μπεκρή. Περίμενε μου λέει να δείς πως παίζετε ο μπεκρής. Έίπε στον νεαρό ηθοποιό που παρακολουθούσε, να μου δείξει πώς θα παίξω τον μπεκρή , μπεδρεύοντας τα λόγια και κάνοντας κατα διαστήματα χίκ σαν να τον έπιασε λόξηγκας με λιγότερα παραπατήματα από αυτά που έκανα εγώ. Ο δάσκαλος έμαθε για την φιλοξενία των ηθοποιών και την άλλη μέρα στο σχολείο μου είπε μπάβο που φιλοξένισα τους ανθρώπους και συμπλήρωσε. Ελπίζω να έμαθες κάτι θετικό από αυτούς. Στην εκδήλωση του Ιουνίου ο δάσκαλος είχε καλέσει πολύ κόσμο. Τον επιθεωρητή τον Νομάρχη και τους Δημάρχους του Αγιόυ Νικολάου του χωριού και άλλους επισήμους. Ολοι έμηναν έκπληκτοι από την ερμηνιά των διαλόγων και των σκέτς. Άλλά τα μπάβο τα πήρε ο δάσκαλος. Εγώ πήρα ένα εξαράκι στο απολητήριο του Δημοτικού μια και δεν έγραψα καλά στα γραπτά του 'Β εξαμήνου, αφού δεν μπόρεσα να διαβάσω όπως έπρεπε τα μαθήματά μου. Δεν μου πολυάρεσε βέβαια αλλά σκεπτόμενος ότι ο καλύτερος μαθητής που έπαιξε και τον ρόλο του σοφού πήρε 8, δεν είπα τίποτε . Ο δάσκαλος το κατάλαβε και μου είπε. Οι βαθμοί ήπαμε είναι για να σε κάνουν να προσπαθείς να γίνεις καλύτερος. Το 8 είναι για τον καλύτερο μαθητή. Το 9 είναι για τον δάσκαλο και το 10 μόνο ο θεός το πέρνει που τα ξέρει όλα !! Εσύ πήρες 6 οχι οτι μου έγραψες στις εξετάσεις, αλλά γιατί φέτος έμαθες μερικά πράγματα που θα σου φανούν χρήσιμα στη ζωή σου αύριο μεθαύριο. Τότε οι δάσκαλοι ήταν δάσκαλοι ζωής !!

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Ο ΛΑΓΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΓΑΛΟΠΟΥΛΑ

Πρέπει να ήταν καλοκαίρι του 1960. Κυριακή πρωί και ετοιμαζόμουν να πάω στην εκκλησία. Ήμουνα στην αυλή και είχα ανοίξει την αυλόπορτα για να δώ αν περνούσε κανένας συνομίλικός μου να πάμε παρέα. Ξαφνικά βλέπω στην αυλόπορτα τον μπάρμπα μου τον αγροφύλακα. Ανήψιο ήντα κάνεις ; Ρώτησε. Καλά μπάρμπα Κωστή, του είπα και βλέποντας να κρατά στο νόμο το δίκανο, τον ρώτησα. Που το έβαλες με το τουφέκι, κυνήγι θα πάς ; Ναι, μου λέει. Εχω ένα λογό σταμπάρι στο αεροδρόμιο και θα πάω να του στήσω καρτέρι. Θά ρθεις να μου κάνεις παρέα ; Με ρώτησε. Αλλο που δεν ήθελα. Φύγαμε και μόλις περάσαμε το σπίτι του Τσιφτεδομανώλη στρίψαμε αριστερά και βγήκαμε στο αεροδρόμιο (έτσι το λέγαμε γιατί την κατοχή ήταν αεροδρόμιο των Ιταλών). Στις Αυγουστίνας το αλώνι ήταν ενα κηπαρίσι και ενας τράφος που χώριζε από την φυτιά του Μελά (καινούριοφυτεμένο αμπέλι). Κάτσαμε στο χώμα και ακουμπίσαμε τη πλάτη μας στον τράφο. Τώρα μου λέει ο μπάρμπας μου θα περιμένουμε να έρθει ο λαγός. Δεν τον πολυπίστεψα και τον ρώτησα. Μπάρμπα είσαι σίγουρος ότι θα έρθει λάγός, στην οκτώμιση ώρα εδώ ; Σε λίγο θα δείς. Μου απάντησε. Περίμενα όλως απορία να δώ τον λαγό να έρχεται. Σε λιγη ώρα άκουσα κραβγές από γαλοπούλες. Άκου μου λέει ο μπάρμπας έρχεται ο λαγός. Τον κοίταξα λοξά. Ποιός λαγός ρε μπάρμπα μου λες ; Εγώ ακούω γαλοπούλες. Το ίδιο κάνει !! Μου απάντησε. Ο ποιό μεγάλος αρσενικός είναι ο λαγός και θα τον τουφεκίσουμε, γιατί πάνε στα αμπέλια και τρώνε τα σταφύλια και παραπονούνται οι ανθρώποι που τα' χουν!!! Τον κοίταξα με έκπληξη . Για φαντάσου σκέφτηκα τιμωρία που διάλεξε ο Μπάρμπας για αυτόν που έχει τις γαλοπούλες !! Πλησίασαν αρκετά οι γαλοπούλες και ο αρχηγός γάλος μπήκε πρώτος στο αμπέλι. Δεν πρόλαβε όμως να τσιμπίσει σταφύλι και το δίκανο του Μπάρμπα τον ξάπλωσε φαρδύ-πλατύ στο χώμα. Οι άλλες γαλοπούλες το έβαλαν στα πόδια και γύρισαν άρον-άρον στο σταύλο του Μπάρμπα Αριστοφάνη !! Μωρέ Μπάρμπα ηντά καμες ; Εσκότωσες τον γκούβο του Μπάρμπα του Αριστοφάνη ; Κι ηντα δα του πείς ; Ρώτησα . Ο Μπάρμπας δε φταίει και μου έχει δώσει και το ελεύθερο να κάνω ότι θέλω. Γιατί τις το έχει πει εκατό φορές της θειάς να κλείνει τον σταύλο να μη πηγαίνουν οι γαλοπούλες στ' αμπέλια αλλά αυτή το χαβά της. Πήραμε τον γκούβο και πήγαμε στο σπίτι του Μπάρμπα Αριστοφάνη. Ο μπάρμπας ήταν σπίτι και μας ανοιξε. Μόλις είδε τον γάλο έβαλε τα γέλια . Πράμμα που μ΄'εκανε να απορίσω. Είπα μέσα μου, λες να ήταν συνενοημένοι ; Και μάλλον ήταν γιατι ο Αριστοφάνης είπε : Φέρε το λαγό να τον μαδίσουμε να μην τον καταλάβει η θειά σου !! Ενα καζανάκι έβραζε νερό σε δυο πέτρες στην αυλή και ο Μπάρμπας Κωστής βούτηξε το γκούβο στο καζάνι και τον ξεπουπούλιασε. Ετσι γυμνός που ήταν δεν έμοιαζε με τον γκουβο τσι θειάς !! Μπάρμπα πες της θειάς οτι τσι φέραμε πεσκέσι να τον ψήσει τσιγαριαστό με δυό πατάτες και δα ρθούμε με το ανήψο να φάμε δυο μεζέδες, να πιούμε και δυό κρασές και εκλεισε το μάτι του Μπάρμπα Αριστοφάνη. Ο Αριστοφάνης γέλασε και είπε μήνε ήσυχος ανήψο. Γυρίσαμε στο χωριό και φτάσαμε στο σπίτι την ώρα που ερχόταν και η Μάνα μου από την εκκλησία. Που ήσουνα μωρέ και εγώ σε περίμενα στην εκκλησία; Μου είπε θυμωμένη. Μην τον μαλώνεις μπρε και εγώ τον πήρα μαζί μου στο κυνήγι. Κυριακάτικα δεν κυνηγούνε οι αθρώποι !! Τον αποπήρε η Μάνα μου. Δεν πειράζει είπε ο Μπάρμπας Κωστής. Και το μεσημέρι θα τον πάρω να φάμε δυο μεζέδες στου Μπάρμπα Αριστοφάνη. Η Μάνα μου κατάλαβε οτι κάτι σκάρωσε πάλι ο Μπάρμπας αγροφύλακας και είπε . Ποιός κατέχει ήντα σκάρωσες πάλι με τον Αριστοφάνη !! Καλά πέρασε το μεσημέρι να τον πάρεις. Το μεσημέρι πέρασε ο μπάρμπας με πήρε και πήγαμε στου μπάρμπα Αριστοφάνη. Η θειά Αριστοφάνενα είχε ψήσει τον γκούβο και μας περίμενε. Ο Αριστοφάνης ήταν ηδη καθισμένος και μας περίμενε. Αντέστε γιατί δα κρυώσει το φαϊ είπε και άρπαξε το πηρούνι. Κάτσαμε κι εμείς και η θειά μας έβαλε δυο γεμάτα πιάτα φαγητό. Εεεε θεια δυο μεζέδες ήπαμε να φάμε όϊ ενα καζάνι ; Είπε ο Μπάρμπας Κωστής. Και τοσονά φαϊ ποιός θα το φάει ; Ρώτησε η Αριστοφάνενα . Ε δώσε και στοι γειτόνους. Ειπε ο Μπάρμπας Κωστής. Αφού φάγαμε και ήπιαμε και το κρασί μας. Ρώτησε ο Μπάρμπας Κωστής τη θειά Αριστοφάνενα. Πως σου φάνηκε ο μεζές θειά; Πρώτο πράμμα. Απάντησε η θειά και ο Αριστοφάνης έβαλε τα γέλια. Ηντα γελάς εσύ πάλι; Ρώτησε η θειά. Για αμε στο σταύλο να μετρήσεις τσι γαλοπούλες σου ; Της απάντησε ο Αριστοφάνης και εξακολουθούσε να γελά. Ο διάολε !! Ειπε η θειά. Τον γκούβο μου μωρέ τσαναμπέτη εσκότωσες και μου τον έφερες για πεσκέσι; Είπε απευθυνόμενη στον Μπάρμπα μου τον Κωστή. Και ο Μπάρμπας της απάνητησε γελώντας. Για να μάθεις οντε σου λένε να κλείνεις το σταύλο σου για να μην βγαίνουν οι γαλοπούλες σου να κάνουν ζημιές στ' αμπέλια των αθρώπων να μην το ξεχνάς. Κι επειδή εγώ δεν θέλω να σε πάω στον αγρονόμο που μου ζητούν οι αθρώποι και να πληρώνει ο κακομοίρης ο Μπάρμπα μου που δεν φταίει γιατί στο έχει πεί εκατό φορές. Αντε στην υγειά μας είπε ο Μπάρμπας Αριστοφάνης και άδειασε το ποτήρι του. Στην υγειά σου Μπάρμπα ήπαμε κι εμείς κι αδειάσαμε τα ποτήρια μας.

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑΠΗΧΟΙ

Μια μέρα ρώτησα τον Πατερομανώλη που ζούσαν οι σαραντάπηχοι . Μου απάντησε ότι ζούσαν μακριά από τους ανθρώπους που δεν τους είχαν πολύ εμπιστοσύνη. Κυρίως ζούσαν σε βουνά και έβοσκαν τα πρόβατα τους. Εγώ τον ξαναρώτησα γιατί δεν είχαν εμπιστοσύνη στούς ανθρώπους . Μου είπε οτι θα μου πεί μια ιστορία που του την είπε ο παπούς του για να καταλάβω. Λοιπόν ήταν κάποτε ένας πονηρός γέρος που έμενε με την γριά του σε ένα χωριό που ήταν στους πρόποδες ενός βουνού, που κοντά στη κορυφή του έμεναν σαράντα σαραντάπηχοι. Ο γέρος ήταν πονηρός άνθρωπος, αλλά ηταν και φοβιτσάρης. Ενα βράδυ λοιπόν που πήγε στον σταύλο με την γριά του να κάνουν την ανάγκη τους. Είπε στη γριά του βλέποντας το φεγγάρι που ήταν γεμάτο γιατί ήταν πανσέλληνος. Βρε γριά για δες ένα φεγγάρι. ¨Οτι πρέπει για να πάω για κλεψιά. Η γριά τον κύταξε λοξά και του είπε. Σιγά τον κλέφτη !! Εσύ φοβάσε να πας στον σταύλο να κατουρίσεις μόνο σου και για κλεψές μηλάς !! Ο γέρος όμως εξακολουθούσε να κοιτάζει το φεγγάρι και να μουρμουρίζει. Έλα μέσα να κοιμηθούμε του λέει και ασε τις κλεψές μα δεν είσαι άξιος. Ο γέρος ομως δεν χόρτενε να βλέπει το φεγγάρι και καθυστερούσε. Νευρίασε η γριά και του λέει . Έλα μέσα γιατί θα κλείσω την πόρτα και θα σ'αφήσω έξω. Κι επειδή ο γέρος δεν έλεγε να μπεί μέσα, η γριά έκλησε την πόρτα νευριασμένη και έβαλε και τον μάνταλο. Ο γέρος μόλις κατάλαβε τι είχε γίνει, άσχησε να κτυπά την πόρτα για να του άνοίξει η γριά . Άνοιξε γυναίκα να μπώ μέσα. Φώναξε . Αλλά η γριά δεν άνοιγε . Άνοιξε γριά γιατί θα πάρω το απόκοτο (απόκοτο είναι το αυγό που άφηναν στη φωλιά για να πηγαίνουν οι κότες να κάνουν τα αυγά). Πάρε ότι θές κίασεμε ήσυχη. Απάντησε η γριά. Αφού κουράστηκε να κτυπά την πόρτα και η γριά δεν του άνοιγε, πήγε στο γείτονα του και κτύπησε την πόρτα. Η ώρα όμως ήταν περασμένη και ο γείτονας κοιμόταν και δεν του άνοιξε. Το ίδιο έγινε και στα άλλα σπίτια που κτύπησε την πόρτα. Έτσι απελπισμένος ξεκίνησε να πάει σε μια στάνη που ήταν κοντά στο χωριό που γνώριζε τον βοσκό. Όμως μέχρι να πάει μαζεύτηκαν σύνεφα, έκρυψαν το φεγγάρι και έχασε το δρόμο για τη στάνη. Περπατούσε περπατούσε αλλά δεν έβρισκε τι στάνη. Ξαφνηκά ενω ανέβαινε το βουνό βλέπει ενα φώς μακρυά ψηλά στο βουνό. Α σκέπτεται ο γέρος εκεί πρέπει να είναι η στάνη. Και ξεκίνησε να πάει εκεί που έβλεπε το φώς. Φτάνει κοντά και ακούει τραγούδια και όργανα να παίζουν. Το φώς ερχόταν από μια μεγάλη σπηλιά που μέσα χόρευαν σαραντάπηχοι. Ο γέρος κοκάλωσε από το φόβο του. Ενας σαραντάπηχος τον πήρε  χαμπάρι και τον αρπαξε με την χερούκλα του. Βρε καλώς τον παπού. Του είπε και τον έβαλε να κα θήσει σε μια καρέκλα στο τραπέζι που ήταν γεμάτο φαγητά και κρασί. Απόψε γιορτάζουμε και σε καλούμε στη γιορτή μας. Φάε όσο θές αλλά αύριο έχουμε αγώνες και θα λάβεις και εσύ μέρος. Και τι αγώνες κάνετε ρώτησε ο πονηρός γέρος που είχε ξανάβρει το θάροε του.
Πετάμε το βόλι μας και τρέχουμε μέχρι την κορφή του αλονού βουνού που είναι απέναντυ και ξαναγυρίζουμε εδώ. Όποιος έρθει τελευταίος καθαρίζει τη σπηλιά μας και μαγειρεύει για σαράντα μέρες. Ο γέρος σκεπτόταν πώς θα ξεγελάσει του σαραντάπηχους και θα γλήτωνε την αγγαρεία να καθαρίζει και να μαγειρεύει σαράντα μέρες. Γέμισε την βράκα του (κρητικός ήταν και φορούσε βράκες) με στάχτη και το πρωί είχε σηκωθεί πρώτος και περίμενε κορδοτός τους σαραντάπηχους. Καλά παπού δεν κοιμήθηκες ; Μια χαρά κοιμήθηκα. Αλλά ήθελα να κάνω προθέρμαση να είμαι έτοιμος και έτσι έκανα μερικά χιλιόμετρα για να ζεσταθώ. Οι σαραντάπηχοι τον κοιτούσαν έκπληκτοι. Αντε τους λέει είστε έτοιμοι ; Μια και είσαι μικρόσωμος εσύ ξεκίνα πρώτος και εμείς θα σε φτάσωμε  στο δρόμο. Καλά λέει αλλά δεν πρόκειται να με φτάσετε. Και ξεκινάει λίνοτας τα μπατζάκια από τη βράκα του και γεμίζοντας τον τόπο σκόνη από τη στάχτη που είχε μέσα στη βράκα του. Οι σαραντάπηχοι τάχασαν. Τι έγινε ο γέρος εξαφανίστηκε είπαν. Τόσο γρήγορα τρέχει ; Και αρχησαν να τρέχουν κιαυτοί. Ο γέρος είχε τρέξει μερικά μετρα και κρύφτηκε σε κάτι θάμνους που είχε βρεί πριν έρθουν οι σαραντάπηχοι. Μετά ξάπλωσε στο έδαφος και περίμενε να γυρίσουν. Όταν γύρισαν οι σαραντάπηχοι τον είδαν που τους περίμενε και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Βρε αθεόφοβε πήγες και γύρησες πιο γρήγορα από μας ; Ειπαν . Α και μια και θα ρίξουμε βόλι ας κάνω μια προθέρμαση να ξεμουδιάσω τα χέρια μου. Είπε ο πονηρός γέρος και έσκιψε και πήρε μια πέτρα σε μέγεθος αυγού, που χορούσε στη χούρτα του χεριού του. Που ήταν το απόκοτο (το αυγό της φωλιάς για τις κότες).
Θα σφύξω το χέρι μου και θα λιώσω την πέτρα. Θα βγεί το νερό από κάτω και η φωτιά από πάνω και στο χέρι μου θα μείνουν τα θρήψαλα της πέτρας. Είπε ο πονηρός γέρος και πριν καλά καλά συνέλθουν οι σαραντάπηχοι σφύγγει το αυγό, πέφτει κατω στο χώμα το ασπράδι και από πάνω ο κορκός και ανοίγει   τη χούφτα του χεριού του και πέφτουν τα τσόφλια κάτω. Οι σαραντάπηχοι δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τι σόί άνθρωπος ήταν αυτός που έλιωνε τις πέτρες ; Άρχησαν να ανησυχούν. Αλλά ο γέρος το βιολί του. Αααα και τώρα που ζέστάθηκε το χέρι μου να ρίξω και το βόλι. Το βόλι ήταν τεράστιο αλλά ο γέρος δεν είχε καμια πρόθεση να το σηκώσει. Πήγε δίπλα στο βόλι και είπε τρίβοντας τα χέρια του. Ανατολή και πόλη δέξου του γέρου το βόλι. Με το που άκουσαν οι σαραντάπηχοι  το γέρο που θα πετούσε το βόλι στη ανατολή και στη πόλη, του αρπαξαν τα χέρια και του λένε. Μπαρμπαδάκι εμείς το βόλι το θέλουμε εδώ κι όχι στη πόλη. Αμε στο καλό και πάρε και μερικά μουλάρια με πράματα να πάς στο σπίτι σου. Ετσι ο πονηρός γέρος ξεγέλασε τους σαραντάπηχους, πήρε τα μουλάρια και γύρισε στο σπίτι του.

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

ΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑΠΗΧΟΙ

Ήτανε Σάββατο της εβδομάδας μετά το Πάσχα . Ποιανού ετους τώρα θα σας γελάσω. Ισως του 1954 ή του 1955. Την προηγούμενη μέρα με πήρε η θειά μου η Καδιανή και πήγαμε στην Οξά που γιόρταζε η εκκλησία που είναι στη κορυφή του βουνού. Από εκεί πάνω φαίνεται ο Αγιος Νικόλαος η Ελούντα και όλος ο κόλπος του Μεραμβέλλου μέχρι τη Σητεία. Εκεί πάνω λοιπόν υπάρχουν ερείπια από παλιά σπίτια και στέρνες. Επίσης υπάρχει κοντά στην εκκλησία μια μεγάλη πλακούρα που πάνω της έχει πέντε λακούβες σαν να τις έκαμε ένα μεγάλο χέρι και άφησε τα σημάδια από τα άκρα των δακτύλων του χεριού του. Η θειά μου, που μου έδιξε αυτά τα σημάδια μου είπε ότι είναι από το χέρι ενός σαραντάπηχου που προσπαθούσε ν'ανεβεί στη κορυφή του βουνού. Όταν επέστρεψα  στο χωριό, έλεγα στη Μάνα μου για τις δακτυλιές του σαραντάπηχου και την ρωτούσα να μου πεί τι ήταν αυτοί οι σαραντάπηχοι. Η Μάνα μου γέλασε και μου είπε. Και εμένα έτσι μου έλεγε η Μάνα μου όταν ήμουν μικρή. Αλλά για περισσότερα να ρωτήσεις τον παπού σου τον Πατερομανώλη που τα ξέρει να σου πεί. Την άλλη μέρα πήγα απέναντι στο πατρικό της Μάνα μου που έμεναν οι ανύπαντρες αδελφές της Μαρία και Καδιανή. Στο σπίτι ήταν η θειά μου η Μαρία και έφτιανε μυζηθρόπιτες. Κάτσε να φάς δυό, εδά πούνε ζεστές. Μου είπε η θειά μου. Εγώ δα πάω στου παπού του Πατερομανώλη να μου πεί για στι σαραντάπηχους. Στι απάντησα. Περίμενε να φας δύο και να πάρεις και μερικές να τους πάς . Ετσα δα πάς με άδεια χέρια ; Μου είπε η θειά και έβαλε μερικές μυζηθρόπιτες σε ένα πιάτο. Μου έδωσε και δύο στο άλλο χέρι και έφυγα για του Πατερομανώλη το σπίτι που ήταν δίπλα στης θειά μου το σπίτι. Μπήκα στην αυλή και φώναξα. Γιαγιά Μαρία . Βγήκε στη πόρτα τσι κουζίνας η Πατερομανώλενα και είπε καλός το παλικάρι μας. Ήντα πεσκέσι (δώρο) μας φέρνεις ; Μυζηθρόπιτες μου έδωσε η θειά μου η Μαρία να σας φέρω. Είπα. Ευχαριστώ πολύ, κάτσε να σε τρατάρω μια καραμέλα. Είπε και πήγε από ενα βαζάκι που είχε πάνω από το τζάκι και μου έδωσε μερικές καραμέλες. Έμαθα πως πήγες στην Οξά με την θειά σου την Καδιανή. Είπε η Πατερομανώλενα. Σ'άρεσε; Με ρώτησε . Πολύ. Και είδα και τσι δακτυλιές του σαραντάπηχου. Τσι απάντησα. Ααααα !!! Έκανε η Πατερομανώλενα. Κι είδες πόσο μεγάλες είναι ; Ναι γιαγιά. Ήντα χερούκλα είχανε αυτοί οι αθρώποι κι αφήσανε ετσά δακτυλιές ; Εδά που δα ρθεί (έρθει) ο παπούς σου δα σου πεί, που τα κατέχει καλύτερα. Είπε η Πατερομανώλενα και πήγε στη παραστιά να φτιάξει το φαγητό τση μέρας. Δεν είχα προλάβει να τελειώσω τη δεύτερη καραμέλα και μπαίνει ο Πατερομανώλης στο σπίτι. Βρε καλώς τον πανυγηριότη. Πως τα πέρασες στην Οξά; Μου λέει. Καλά παπού. Κ'έιδα  και τσι δακτυλιές του σαραντάπηχου. Είπα. Ααα γιαυτό μου ήρθες ε ; Να σου πώ για τσι σαραντάπηχους. Απάντησε ο Πατερομανώλης. Ναί παπού . Είπα. Άκου λοιπόν στα παλιά τα χρόνια πριν το κατακλυσμό του Νόε, ζούσαν στη γή οι σαραντάπηχοι. Ανθωποι ψηλοί ήσαμε σαράντα πήχες. Γιαυτό και τσι λέγανε σαραντάπηχους. Να σαν τον κύκλωπα που ήταν στις ιστορίες που σου έχω πεί για τον Οδυσέα. Αυτοί λοιπόν ήταν ήσυχοι άνθρωποι και καλιεργούσαν τη γή και έβοσκαν και τα πρόβατά τους που ήταν μεγάλα σαν τα πρόβατα του κύκλωπα. Δεν ήταν πολύ έξυπνοι αλλά ήταν δυνατοί και καμιά φορά τους εκμεταλευόταν οι κανονικοί άθρωποι που ήταν πιο έξυπνοι. 'Οταν έγινε ο κατακλυσμός του Νόε, προσπαθούσαν ν'ανεβούν στις ψηλές κορφές των βουνών για να σωθούν. Γιαυτό κι άφησε κι ο σαραντάπηχος, τα σημάδια από τα δάκτυλα του χεριού του, όταν προσπαθούσε να ανεβεί στη κορυφή της Οξάς. Όμως τα νερά σκεπάσανε και την Οξά κι όλα τα βουνά και μόνο ο Νόε με τα παιδιά του γλύτωσε μέσα στη κυβωτό. Γιατί ετσά ήθελε ο θεός. Δοξασμένο τ' όνομα του. Είπε ο Πατερομανώλης κι έκαμε το σταυρό του.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΜΥΛΩΝΑ ΠΑΤΕΡΟΜΑΝΩΛΗ

Ο Πατερομανώλης ήταν γείτονας μας και δεν είχε παιδιά. Είχε ένα αλευρόμυλο στους βορνούς μύλους και πήγαινε κάθε μέρα για να αλέσει τα στάρια και τα κριθάρια που του πήγαιναν οι χωριανοί μας. Στο χωριό υπήρχαν δυό σειρές από μύλους. Οι βορνοί μύλοι και οι νοτικοί μύλοι. Τώρα μονο τα χαλάσματα τους υπάρχουν. Τότε τους έβλεπες με τα πανιά ανοικτά να γυρίζουν και να αλέθουν τα στάρια και τα κριθάρια. Όταν με έπερνε ο Πατερομανώλης καμιά φορά στο μύλο του γυρνούσα ολάσπρος στο σπίτι από τα αλεύρια στα μαλιά μου και στα ρούχα μου. Τον έλεγα παπού γιατί οι δικοί μου παπούδες είχαν πεθάνει πριν γεννηθώ και μόνο την Μάνα του Πατέρα μου γνώρισα. Η Γιαγιά αυτή όμως ήταν πολύ αυστηρή και δεν ήθελε φασαρίες. Όταν πηγαίναμε όλα τα εγγόνια μαζί, μας έβαζε τις φωνές γιατί κάναμε φασαρία και μας έδιωχνε από το σπίτι της. Μόνο αν καμιά φορά πήγαινα μόνος μου με άφηνε να κάτσω στη ποδιά της και μου έλεγε. Α παιδάκι μου ν'άξερες ήντα τράβηξα για να κάμω (γεννήσω) τον πατέρα σου !! Επτά κορίτσια έκανα, μα (αλλά) ο τζαναμπέτης ο πατέρας σου παραλίγο να μου βγάλει τα χαρτιά μου (με ταλαιπώρισε πολύ, λιγο έλειψε να με στείλει στον άλλο κόσμο) για να τον κάνω. Αμα καμιά φορά σασε μαλώνω, είναι γιατί πονεί η κεφαλή μου και δεν μπορώ τσι φασαρίες. Εγώ σας αγαπώ, όλα τα γγόνια μου τα αγαπώ. Αλλά είμαι γριά γυναίκα και έχω παραξενειές κι αρώστειες. Στο πρόσωπο του Πατερομανώλη έβλεπα τους παπούδες που δεν γνώρισα. Φορούσε κρητικές βράκες και μαύρα στιβάνια και ενα μαύρο κούκο στο κεφάλι. Ήταν μικροκαμωμένος και αδύνατος. Μου έλεγε ιστορίες παλιές για τον Χατζή πατέρα, ενα καλόγερο που έκανε καλά τους ανθρώπους και τα ζώα με τις ευχές που τους διάβαζε και άλλες ιστορίες. Μια από αυτές είναι και η παρακάτω που θα σας γράψω. Ήταν κάποτε επί τουρκοκρατίας δύο παιδία που είχαν χάσει τους γονείς τους σε κάποιο επεισόδιο με τους τούρκους και μεγάλωσαν με τον παπού και την γιαγιά τους. Ο ένας ήταν εξυπνο και γνωστικό παιδί και ο παπούς τον έστηλε στη Μονή της κουφής πέτρας όπου ήταν έδρα του δεσπότη της περιοχής να μάθει γράμματα. Τότε σχολειά δεν υπήρχαν. Ο άλλος αδερφός ήταν βλάκας και αργόστροφος και δεν έπερνε τα γράμματα. Ήταν όμως μεγαλόσωμος και δυνατός και ο παπούς τον έμαθε να δουλεύει στα χωράφια. Όταν μεγάλωσαν ο έξυπνος έγινε γραμματικός του δεσπότη, μεγάλωσε την περιουσία του και όλοι τον σεβόταν και ήθελαν να έχουν την φιλία του. Έκανε λοιπόν πολλές κουμπαριές. Σε μια από αυτές ο αδερφός του τον παρακάλεσε να τον πάρει μαζί του. Επειδή όμως ο γνωστικός αδερφός δεν του είχε πολύ εμπιστοσύνη ότι δεν θα κάνει καμιά γκάφα και τον εκθέσει, του έθεσε όρους για να τον πάρει. Του είπε λοιπόν. Θα σε πάρω αν κάνεις αυτά που θα σου πώ. Δεν θα μιλάς αν δεν σου πώ εγώ. Δεν θα τρώς τον περίδρομο όπως κάνεις συνήθως αλλά θα τρώς σιγά σαν τον άνθρωπο με το πιρούνι και μόλις σε πατήσω στο πόδι θα σταματήσεις να τρώς. Αν σου πούν να φάς κι άλλο θα πεις ευχαριστώ αλλά χόρτασα. Κατάλαβες ; Ναι είπε ο βλάκας αδερφός. Πήραν λοιπόν το δρόμο ο έξυπνος αδερφός πάνω στο άλογο του και ο βλάκας αδερφός με τα πόδια. Έγινε ο γάμος και κάτσανε στο τραπέζι να φάνε . Επιασε το πιρούνι ο βλάκας αδερφός και έπιασε ενα κομάτι κρέας να το φάει. δεν πρόλαβε να πάρει δεύτερη πιρουνιά και κάτι τον πάτησε στο πόδι. Σταμάτησε να τρώει. Όλοι του έλεγαν να φάει, ακόμα και ο αδερφός του, αλλά αυτός έλεγε. Ευχαριστώ αλλά χόρτασα. Το βράδυ δεν τους άφησαν να φύγουν γιατί είχε νυχτώσει και έτσι έμηναν στου γαμπρού το σπίτι για να περάσουν την νύχτα. Ρώτησε λοιπόν ο έξυπνος αδερφός τον βλάκα γιατί σταμάτησε να τρώει. Αφού μου πάτησες το πόδι, απαντά ο βλάκας. Εγώ δεν σου πάτησα το πόδι. Μάλλον ο γάτης σου το πάτησε του λέει ο έξυπνος. Τωρα κοιμήσου και αυριο θα φας το πρωί πάλι. Ελα όμως που ο βλάκας που ήταν συνηθισμένος να τρώει πολύ φαγητό πεινούσε και δεν μπορούσε να ησυχάσει. Φώναξε λοιπόν στον αδερφό του. Εγώ πεινώ. Σκάσε του λέει μην ξυπνήσεις τους αθρώπους. Σώπασε για λίγο, αλλά ξανάρχισε να φωνάζει. Εγώ πεινώ. Σκάσε μωρέ μη φωνάζεις και θα με κάνεις ρεζίλι. Ειπε ο αδερφός του. Αφού πεινώ πρέπει να φάω γιατί πονεί η κοιλιά μου. Ρε τι έπαθα λέει ο έξυπνός. Σήκω να σε πάω στη κουζίνα να φάς και εχει μείνει πολύ φαγητό. Τον πήγε στη κουζίνα, άναψε ενα λίχνο και του έβαλε ένα καλό πιάτο να φάει και πήγε στο κρεβάτι του. Μετα από κάμποση ώρα φωνάζει ο βλάκας του αδερφού του. Να σου φέρω μωρέ ενα μεζέ ; Σκάσε μωρέ κι έλα να κοιμηθείς. Του απάντησε ο έξυπνος. Εγώ θα σου φέρω. Λέει ο βλάκας. Πέρασε λίγη ώρα αλλά δεν τον έβλεπε να έρχετε. Τον ακούει όμως να λέει από κάπου αλλού. Μη φυσάς μωρέ και κρυγιό (κρύο) είναι. Σηκώνεται ανήσυχος ανάβει ένα λίχνο και τον ψάχνει. Που είσαι μωρέ ; Του λέει ψιθυριστά για να μη ξυπνήσουν ο γαμπρός με την νύφη. Επαέ (εδώ) απαντά από ενα δωμάτιο ο βλάκας. Ο έξυπνος βλέπει τον αδερφό του στο δωμάτιο της νύφης και του γαμπρού, να προσπαθεί να δώσει με το πιρούνι ένα κομάτι κρέας,υποτίθεται σ΄αυτόν, αλλά σε λάθος κρεβάτι και από λάθος μεριά. Ήταν βλέπετε καλοκαίρι και ο γαμπρός με τη νύφη κοιμόταν γυμνοί. Ο βλάκας έτσι όπως ήταν σκοτεινά, προσπαθούσε να δώσει στον κώλο της νύφης, που νόμιζε ότι ήταν το κεφάλι του αδερφού του, το κρέας.  Η νύφη όμως αερίστηκε (κοινώς έκλασε ) και ο βλάκας νόμισε οτι ο αδερφός του φυσούσε το κρέας. Ετσι του έλεγε να μη φυσά γιατί είναι κρύο. Το αίμα ανέβηκε στο κέφάλι του έξυπνου που άρπαξε τον αδερφό του και τον έβγαλε από το δωμάτιο. Ντύσου του λέει να φύγουμε γιατί με έκανες ρεζίλι και δεν σου έχω καμιά εμπιστοσύνη μη κάνεις κιάλλα. Ντύνονται και ο έξυπνος γράφει ενα σημείωμα στον γαμπρό οτι έπρεπε να φύγει γιατί είχε κάποια δουλειά να κάμει και πήγαίνει στο σταύλο να πάρει το άλογο του. Βγένοντας λέει στο αδερφό του που καθυστερούσε να ντυθεί. Σύρε μωρέ τη πόρτα αμα βγείς.  Καβαλάει το άλογο ο έξυπνος και γυρίζει να δει τον αδερφό του που ερχόταν. Τι είναι μωρέ αυτό που κουβαλάς στη πλάτη σου ; Ρωτά ο γνωστικός . Δε μου πες να σύρω τη πόρτα ; Απαντά ο βλάκας . Βρε κουζουλέ εγώ σου είπα να κλείσεις τη πόρτα και εσύ την πήρες στη πλάτη σου ; Γρήγορα βάλτην στη θέση της να φύγουμε πριν ξυπνήσουν οι αθρώποι και μας πάρουν με τις λεμονόκουπες. Αλλη φορά δεν πρόκειται να έρθεις μαζί μου. Είπε ο γνωστικός που μετάνιωνε που πήρε τον αδερφό του μαζί του.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

TΟ ΜΑΖΕΜΑ ΤΩΝ ΑΜΥΓΔΑΛΩΝ ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΚΑΙΡΟ

Τις δεκαετίες του 40 και του 50 οι Λιμνιώτες φύτευαν αμυγδαλιές και η Μάχα και όλος ο τζανούκος ήταν γεμάτος αμυγδαλιές αλλά και δυτικά μέχρι τον Νικηθιανό υπήρχαν πολλες αμυγδαλιές. και στον κάμπο ήταν πολλές, όπως και στο νεκροταφείο και στην Αγία Παρασκευή. Ακόμα και μακρύτερα όπως στον Αγιο Λουκά, στο Λουσέστρο, στην Αγία Πελαγία, στον Καλό Λάκο. Εκεί ομως που ήταν μονοκαλιέργια ήταν στα Ατσιμπραγά. Όλες οι πλαγιές ήταν γεμάτες αμυγδαλιές. Μετά άρχιζαν οι χαρουπιές που έφταναν μέχρι τη θάλλασσα και τον Αγιο Νικόλαο. Το μάζεμα των αμυγδάλων είναι καλοκαιρινή ασχολία. Και ήταν σαν παιγνίδι για μας τα παιδιά τότε. Τα σχολεία ήταν κλειστά λόγω θερινών διακοπών και οι γονείς μας μας έπερναν στα χωράφια να βοηθήσουμε και να μαθαίνουμε κιόλας. Ήπαμε στη προηγούμενη ιστορία ότι εκείνα τα χρόνια οι οικογένειες ήταν κοντά η μια στην άλλη και υπήρχε αλληλεγγύη στα σόγια. Μαζευτήκανε λοιπόν οι Κοκολάκιδες όλοι και πήγανε στα Ατσιμπραγά. Πήγανε και η θειά μου Καδιανή με τη Μάνα μου και πήρανε και εμένα. Είχαμε σπίτι στα Ατσιμπραγά που τότε πρέπει να είχαν καμιά εικοσαριά μόνιμους κατοίκους. Πυθαρούλιδες, Κατσούλιδες και Κοκόλιδες. Αφού μαζέψαμε τα κοντινά χωράφια το βράδυ κοιμηθήκαμε στο αλώνι που ήταν έξω από το σπίτι μας που ήταν στην άκρη του λόφου που ήταν ο οικισμός, πάνω από τους σπήλιους. Εκεί κοιμήθηκαν παρέα και τα ξαδέρφια μου Κοκολάκιδες που έιχαν έρθει μαζί μας για να μαζεύψουν τα δικά τους αμύγδαλα. Μπήκαμε λοιπόν ο καθένας σε ένα τσουβάλι και μαζευτήκαμε στη μέση του αλωνιού ο ένα κοντά στον άλλο για να μη κρυώνουμε τη νύχτα.  Την άλλη μέρα πήγαμε στη Λαγγάδα. Ενα μέρος όπου είχαμε ενα μεγάλο χωράφι με καμιά πενηνταριά αμυγδαλιές. Ο καιρός όμως άλλαξε και επειδή το βράδυ θα διανυκτέρευαν εκεί, εμένα μου φόρτωσαν τα δυό γαϊδούρια και τα πήγα στο χωριό. Η θειά μου η Μαρία ξυπάστηκε που με ήδε και με ρώτησε γιατί γύρησα. Της απάντησα ότι ο καιρός άλλαξε και επειδή θα κοιμόταν στο χωράφι στη λαγγάδα για να μην κρυώσω με έστηλαν στο χωριό. Κοιμήθηκα στο χωριό και το πρωί με ξύπνησε η θειά και πήρα τα γαϊδούρια και πήγα στο χωράφι. Η Μάνα μου μου είπε οτι έκανε πολύ κρύο τη νύχτα και παρόλο που μπήκαν σε δυό τσουβάλια και τυλίχτηκαν και μια λιναρένια ανάπλα τρέμανε τα δόντια τους από το κρύο. Τα τσουβάλια τότε ήταν μεγάλα τρίρηγα και έβαζαν 80 οκάδες καρπό. Το βράδυ μαζεύψαμε τα αμύγδαλα και γυρήσαμε νύχτα στο χωριό. Το ίδιο γινόταν και με τα χαρούπια. Μόνο που τότε μέναμε μέσα στο σπίτι γιατί ήταν Σεπτέβρης. Τη νύχτα μας έκανα παρέα οι ποντικοί που τους χαλάσαμε την ησυχία τους και μας κοίταζαν παραξενευμένοι για τους απρόσκλητους μουζαφίριδες.

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

ΟΤΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ (ΤΑ ΣΟΓΙΑ) ΗΤΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥΣ

Τις δεκαετίες πριν το 1970 οι οικογένειες ηταν πολύ δεμένες. Και όταν λέγαμε οικογένεια ενοούσαμε ολο το σόϊ μέχρι και τα δεύτερα ξαδέρφια. Τότε λοιπόν δεν τολμούσε κανένας να πειράξει κάποιον που είχε μεγάλο σόϊ γιατί φοβόταν την αντίδραση των υπολοίπων του σογιού. Ηταν τόσο δεμένες οι οικογένειες που όλα τα μέλη συμμετείχαν στις δουλειές και η μια οικογένεια του σογιού βοηθούσε την άλλη, στο μάζεμα των ελιών στο θέρος στο αλώνισμα. Επίσης στις χαρές και τις λύπες ήταν ολοι παρόντες και βοηθούσαν οπως μπορούσε ο καθένας. Βέβαια μαζευόταν πολλά ατομα και οι δουλειές γινόταν ευκολότερα αλλά γινόταν και χαβαλές από τα νεότερα μέλη των οικογενειών. Υπήρχαν και οι δυνατοί του σογιού που έκαναν τις δύσκολες δουλειές και οι πιο αδύνατοι που έκαναν τις βοηθητικές δουλειές. Θυμάμε μερικούς γάμους που μαζευόταν τα σόγια και βοηθούσαν στο τραπέζι και οχι μόνο. Από τον καιρό που δυνόταν το δακτυλίθι μέχρι τον γάμο, έπρεπε να γίνουν πολλές δουλειές. Πρώτο από όλα έπρεπε να βρεθεί σπίτι για να μείνει το νέο ζευγάρι. Αν δεν βρησκόταν, χτίζανε ένα καινούργιο. Έπειτα να επιπλωθεί, να στρωθεί από την νύφη με τα προικιά της. Και δεν είχαν και μεγάλες απαιτήσεις εκείνες τις εποχές. Ενα σπίτι με μιά κρεβατοκάμερα, μια κουζίνα και ενα καθιστικό που δεν ήταν πάντοτε απαραίτητο. Συνήθως η κουζίνα με το καθιστικό ηταν ένα. που τα χώριζε μια μεγάλη καμάρα στη μέση του δωματίου. Εξαρτόταν από τα οικονομικά του Γαμπρού. Ποιό απαραίτητος ήταν ο σταύλος για να βάλουν τα ζώα. Τότε τα ζώα ήταν απαραίτητα σε ένα νέο σπίτι. Οπως και η κάμερα, που ήταν ενα μακρόστενο δωμάτιο συνήθως χωρίς παράθυρο που έιχε μέσα πιθάρια και βαρέλια με λάδι και διάφορα όσπρια. Επίσης απαραίτητος ήταν και ο αχερώνας ένα ξεχωριστό δωμάτιο που είχε δύο εισόδους. Μιά από την οροφή που έβαζαν τα άχερα και μια από κάτω που τα έβγαζαν. Τα άχερα ήταν απαραίτητη τροφή για τα γαιδούρια και τις αγγελάδες. Τότε όποιος ήθελε να είναι σωστός νοικοκύρης έπρεπε να έχει ενα γαϊδούρι δυό αγγελάδες και δυό κατσίκες ή μια καστίκα και μια προβατίνα. Αν ήταν λιγάκι πιο πλούσιος είχε και ενα άλογο για να πηγαίνει στα πανηγύρια και τις γιορτές. Οι ντόπιες αγγελάδες ήταν πολύ δυνατά ζώα. Ηταν ανοικτού καφέ χρώματος, οχι πολύ μεγαλόσωμες, με μικρά κέρατα, που έκαναν τις δύσκολες δουλιές του οργώματος και του αλωνισμού. Τα γαϊδούρια ήταν τα μεταφορικά μέσα της εποχής. Τα πρόβατα και οι κατσίκες ήταν για το γάλα και τα γαλακτοκομικά πρόϊόντα και για αναπαραγωγή. Φυσικά το κοτέτσι ήταν μέρος του στάυλου. Σπίτι χωρίς  κότες δεν υπήρχε τότε. Ασε που ήταν ελέυθερες  στα σοκάκια του χωριού.
ομως όταν βράδιαζε ήξερε η καθε κότα το κοτέτσι της και πήγαινε. Βέβαια δεν έλυπαν και οι κλεφτοκοτάδες γιαυτό υπήρχε ο σκύλος που φύλαγε στη πόρτα του σταύλου. Ετσι δύσκολα έμπαινες σε ξένο σταύλο που δεν σε γνώριζε ο σκύλος φύλακας. Δύσκολες εποχές !! Δεν υπήρχαν τότε θέσεις στο Δημόσιο, (ποιο Δημόσιο ;) Ενας δάσκαλος, ένας αγροφύλακας και ενας παπάς που δεν πληρωνόταν τότε από το κράτος αλλά οτι του έδηναν οι ενορήτες (τότε υπήρχαν πραγματικοί παπάδες)
Αντε να βάλουμε και το γραματέα της κοινότητας που συνήθως ήταν κάποιος απόστρατος χωροφύλακας που ήξερε πέντε γράμματα του Δημοτικού και ότι είχε μάθει στη χωροφυλακή. Ο δήμαρχος ήταν άμισθος. Αλλά δεν τον εύρισκες ποτέ στο Δημαρχείο. Μόνο στα χωράφια ή στο καφενείο τον εύρισκες. Αλλά στους Γάμους και στα πανηγύρια ήταν πρώτος απ' όλους. Συνήθως ο Δήμαρχος ήταν από μεγάλο σόϊ, που είχε πολλούς ψηφοφόρους. Γιαυτό και έβγαινε πρώτος στους ψήφους. Ήταν πλούσιος  και είχε βοηθήσει πολύ κόσμο, εκτός και εντος του σογιού του. Απαραίτητη προϋπόθεση να είχε κάνει πολλές κουμπαριές εκτός σογιού (κάτι ήξερε ο Μητσοτάκης ). Οι κουμπαριές μέχρι πρωθυπουργό βγάζουνε !! Ο Δήμαρχος ήταν ο επιστάτης στις δουλειές που γινόταν στο χωριό. Έπαιζε τον αστυνόμο τον δικαστή τον προξενητή. Ήταν με άλλα λόγια ο αρχηγός του χωριού. Θα σα πω μια ιστορία για να καταλάβαιτε την δύναμη που είχε τότε ο Δήμαρχος και το δέσιμο του σογιού. Ήταν λίγο μετά τον εμφύλιο. Ακόμα υπήρχε καχυποψία και φόβος μεταξύ των ανθρώπων.
Ενας νεαρός από ένα παραδιπλανό χωρίο είχε ερωτευτεί την ανηψιά του πατέρα μου (κόρη της αδελφής του). Όμως το σόϊ του δεν ήθελε την κοπελιά (κυρίως ο αδελφός του ). Έτσι ήρθε στον πατέρα μου και του είπε το πρόβλημα του. Ο πατέρας μου ήταν κασάπης και πολύ δυνατός και μεγαλόσωμος άνδρας. Είχε κάνει και χωροφύλακας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 19-22. Τον συμβούλεψε λοιπόν να την κλέψει (την ανηψιά του), αφού την αγαπά και να την φέρει στο σπίτι του (του πατέρα μου) κι αυτός θα τους παντρέψει. Την επόμενη νύχτα πήγε στο σπίτι της κοπέλας και την πήρε και την έφερε (με τα πόδια) στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου κανόνισε με τον παπά και το Δήμαρχο που ήταν πρώτος ξάδερφος της Μάνας μου, τα χαρτιά του γάμου και τις διαδικασίες. Ο γάμος έγινε σε δυό μέρες. Ενω είχε τελειώσει  το μυστήριο στην εκκλησία  και ερχόταν σπίτι μας για να γίνει το τραπέζι,  ήρθε ο αδελφός του Γαμπρού με μερικούς χωροφύλακες με όπλα και μπουκάρουν στη αυλή του σπιτιού μας. Πέρνουν τη νύφη τον γαμπρό και οσους βρήκαν στην αυλή. Ακόμα και τον τσαγκάρη που ήρθε να πάρει τα παπούτσια της νύφης γιατί την εκοψαν για να τα φτιάξει. Εγώ είχα κρυφτεί κατω από το κρεβάτι και δεν με βρήκαν. Ο πατέρας μου έλειπε στο κασάπικο και όταν ήρθε σπίτι, του είπε η Μάνα μου, που έτυχε να είναι στο απέναντυ σπίτι (το πατρικό της) που θα γινόταν ττο τραπέζι και δεν την πήραν κι αυτή, ότι  τους είχαν πάρει στη Νεάπολη στο τμήμα οι χωροφυλάκοι. Ο Πατέρας μου γνώριζε σαν παλιός χωροφύλακας τον αστυνόμο στη Νεάπολη. Πήρε λοιπόν τον Δήμαρχο και πήγαν στη Νεάπολη στο τμήμα. Μπήκαν στο γραφείο του αστυνόμου φουριόζοι. Βρε καλώς τον φίλο μου το Μανώλη και τον Δήμαρχο. Πως από δώ ;  Είπε ο Αστυνόμος. Ο Πατέρας του είπε . Η κοπελιά που φέρετε από τσι Λίμνες με τον Γαμπρό, είναι ανηψιά μου και εγώ τους πάντρεψα. Ο Γαμπρός την έφερε σπίτι μου γιατί ο αδερφός του που έφερε τους χωροφύλακές σου και την πήραν δεν την ήθελε. Αλλά εδώ έχω και το Δήμαρχο που ήταν παρών όταν ο Γαμπρός ήρθε και με βρήκε και μου ζήτησε να τους παντρέψω. Λοιπόν αφού αυτός αποφασισε να παντρευτεί ο αδερφός δεν έχει καμιά δουλειά να επεμβαίνει. Αλλωστε είναι μεγάλος έχει πάει στρατιώτης και δεν του ζήτησε ούτε λεφτά ούτε χωράφια. Ο Αστυνόμος συκώθηκε από το γραφείο του και είπε στον Πατέρα μου. Συγνώμη βρε Μανώλη δεν ήξερα ότι ήταν ανηψιά σου. Αλλά ο άνθωπος αυτός ήρθε και μας είπε οτι απαγάγανε τον αδερφό του με το ζόρι και πανε να τον παντρέψουν χωρίς την θελησή του. Φέρε τον Γαμπρό να μας πεί ο ίδιος την αλήθεια. Είπε ο Πατέρας μου. Έφεραν τον Γαμπρό και εκείνος είπε αυτά που είχε πεί και ο Πατέρας μου .  Ο Αστυνόμος τότε είπε . Συγνώμη και πάλι Μανώλη. Μπορείς να τους πάρεις και να πάς στο καλό. Επίσης μπορείς να κάνεις μύνηση στον αδερφό του γαμπρού αν θέλεις για την ταλαιτωρία και για συκοφαντική δυσφήμηση. Ασε που θα τα πούμε οι δυό μας αργότερα. Δεν χρειάζεται να κάνω τίποτε. Οι άνδρες που φοράνε παντελόνια, κάνουν τις δουλιές τους αλλιώς. Είπε ο πατέρας μου. Ο Αστυνόμος  γύρισε στον αδερφό του γαμπρού και του είπε. Εσύ θα μείνεις, να σου πώ δυό λογάκια για άσκοπη απασχόληση της υπηρεσίας, ψευδή καταγγελία και κάμποσα άλλα πραμματάκια. Και διέταξε ένα χωροφύλακα να τον πάει στο κρατητήριο. Ο Πατέρας μου ευχαρίστησε τον Ατυνόμο, πήρε γαμπρό και νύφη και τους υπόλοιπους και πήγαν στο χωριό για να κάτσουν στο γαμήλιο τραπέζι.  Εγώ χάρηκα που τους είδα πάλι (είχα ρίξει μαύρο δάκρυ όταν τους πήραν οι χωροφύλακες) και άρχισα να πειράζω την ξαδέρφη μου τη νύφη. Ο γαμπρός κι η νύφη το τηγάνι γλύφει . Της έλεγα, κι αυτή με κηνυγούσε γύρω από το τραπέζι. Αυτό το περιστατικό, έγινε αιτία ο τσαγκάρης που ήταν ανηψιός του πατέρα μου, να μπεί στην ατυνομία πόλεων. Με τη βοήθεια του Αστυνόμου του Δημάρχου και του πατέρα μου βέβαια.

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΜΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ

Στο χωριό μας είχαν τη συνήθεια οι Μανάδες να τάσσουν τα παιδιά τους όταν αρρώσταιναν στην Παναγία ή σε κάποιο άγιο. Ετσι όταν το παιδί γινόταν καλά. έπρεπε να εκτελέσουν το τάξιμο. Μάλιστα τηρούσαν με ευλάβεια την εκτέλεση του ταξίματος. Ο λόγος ήταν οτι φοβόντουσαν την οργή του Αγίου αν δεν εκπλήρωναν το τάξιμο. Οπώς έλεγε και η θειά μου η Μαρία (μεγαλύτερη αδελφή της Μάνας μου) <κουζουλού κι Αγίου μη τάξεις, αλλα αν τάξεις να το κάμεις>. Ούτε ο κουζουλός ούτε ο Αγιος ξεχνάει, έλεγε η θειά μου. Το τάξιμο όμως της Μάνας μου ήταν να πάω με τα πόδια στη Παναγία την Φανερωμένη το δεκαπενταύγουστο νυστικός και να μεταλάβω. Φυσικά εγώ έπρεπε να εκτελέσω το τάξιμο, παρ'όλο που εγώ δεν είχα τάξει τίποτε !!! Ημουν και μικρός, έντεκα χρονών τότε και δεν μπορούσα να πάω μόνος μου. Ετσι η θειά μου η Καδιανή που μου έκανε όλα τα χατήρια γιατί μ' αγαπούσε, (είχε μείνει ανύπανδρη) με συνόδευσε μαζί με άλλους χωριανούς στο ταξίδι για την Παναγία τη Φανερωμένη που ήταν κοντά στη Παχιά Αμμο, πέντε ώρες δρόμο από το χωριό μας. Για να προλάβουμε την εκκλησία και να μεταλάβουμε, ξεκινήσαμε νύχτα από το χωριό. Είχαμε φτάσει κοντά στο Καλό χωριό και μ'έπιασε το στομάχι μου από το περπάτημα, όπως ήμουν και νυστικός. Η θειά μου έκοψε ενα κλωναράκι θύμο (θυμάρι) και μου είπε να το μασήσω για να μου περάσει ο πονόκυλος. Δεν μου πέρασε όμως και όταν φτάσαμε στο αγροκήπιο στο Καλό χωριό η θειά μου βρήκε ενα καφενείο που μόλις είχε ανοιξει και είπε στον καφετζή να μου φτιάξει ενα καφέ να τον πιώ, μήπως και μου περάσει ο πόνος. Πράγματι μετά τον καφέ άρχισε να μου περνά ο πόνος. Η θειά μου ήθελε να ανέβω στη γαϊδούρα, αλλά εγώ της έλεγα οτι η Μάνα μου είπε οτι πρέπει να πάω με τα πόδια στο Μοναστήρι. Η θειά επέμενε και έλεγε οτι <ασθενής και οδοιπόρος αμαρτία ουκ έχει> αλλά εγώ ήμουν ανένδοτος. Άλλωστε είχε αρχήσει να ξημερώνει και το Μοναστήρι ήταν κοντά, μισή ώρας δρόμο ακόμα. Ξεκινήσαμε πάλι και φτάσαμε στη κορφή ενός λόφου όπου είδαμε απέναντι το Μοναστήρι. Τώρα έπρεπε να κατεβούμε το βουνό και να ανεβούμε την απέναντι πλαγιά για να φτάσουμε.  Αλλά ο δρόμος τώρα ήταν όλο σκαλοπάτια. Η θειά μου έλεγε οτι ήταν οκτακόσια σκαλοπάτια. Τελικά φτάσαμε στο Μοναστήρι. Η λειτουργία είχε αρχίσει και αφού φτιάξαμε τα γαϊδούρια πήγαμε για να την παρακολουθήσουμε και να μεταλάβουμε. Όταν τελείωσε η λειτουργία ο Ηγούμενος της Μονής μας είχε τραπέζι και κάτσαμε να φάμε. Εγώ μετά την περιπέτεια με το στομάχι μου δεν είχε πολύ όρεξη για φαγητό. Ο Γούμενος το παρατήρησε και ρώτησε την θειά μου γαιτί δεν τρώγω. Η θειά του είπε για το περιστατικό με το στομάχι και ο Ηγούμενος με επαίνεσε για την πίστη και το θάρος μου, να συνεχίσω με τα πόδια αλλά μου είπε οτι πρέπει να φάω λιγάκι για να μην είναι άδειο το στομάχι μου. Μάλιστα είπε σε ένα καλόγερο και μου έφερε ενα πιάτο ζεστή κοτόσουπα για να φτιάξει το στομάχι μου. Αφού κάτσαμε σχεδόν όλη την ημέρα στο Μοναστήρι το απογευματάκι ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Αυτή τη φορά καβάλα στα καπούλια της γαϊδούρας της θειάς. Το τάξιμο εξ άλλου ήταν να πάω με τα πόδια, οχι και να γυρίσω !! Αυτή τη φορά απολάμβανα το τοπίο απο τα καπούλια της γαϊδούρας, απαλαγμένος από τον στομαχόπονο. Φτάσαμε στο χωριό νύχτα. Η Μάνα μου μας περίμενε με αγωνία να της πούμε πως τα πήγα !! Η θειά βέβαια δεν της ειπε τίποτα για τον στομαχόπονο για να μην ανησυχίσει.

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΣΠΙΝΑΛΟΓΚΑ ΟΙ ΛΕΠΡΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΣΤΗ ΚΟΛΟΚΥΘΑ

 Hταν καλοκαίρι του 1954 και μάλιστα, ο καιρός που μαζεύαμε τα αμύγδαλα. Η θεία μου η Καδιανή με ρώτησε αν θέλω να πάω μαζί της να μαζεύψουμε τα αμύγδαλα στη χερσόνησο κολοκύθα στην Ελούντα. Ηταν το πιο μακρυνό χωράφι που έιχαμε γιατί ήταν προικιό της Γιαγιάς Ελεούσας που ήταν από την Ελούντα, μητέρας της μητέρας μου και της θειάς Καδιανής. Πήραμε τη γαϊδούρα του θείου Μανώλη και τη γαϊδούρα της θειάς Καδιανής, για να φορτώσουμε τα αμύγδαλά που θα βρίσκαμε. Ο Σηκωθήκαμε πρωί-πρωί και πήραμε το δρόμο για τον Καλό λάκο. Τότε όλοι οι δρόμοι ήταν γαϊδουρόδρομοι και αυτοκίμητα δεν μπορούσαν να περάσουν γιατί σε πολλά μέρη ήταν στενός ο δρόμος και σε άλλα σημεία υπήρχαν σκαλοπάτια. Ασε που ήταν πολύ λίγα τότε. Καβαλούσα την γαϊδούρα του μπάρμπα Μανώλη και απολάμβανα τη φύση όπως πηγαίναμε προς τον Καλό λάκο. Από το λιβάδι του Καλού λάκου συνεχίσαμε προς τον πόρο του λούτσι με την Οξά και πήραμε τον κατηφορικό δρόμο για την Ελούντα. Απέναντυ μας βλέπαμε τους ανθρώπους που δούλευαν στις αλυκές της Ελούντα και αριστερά στο βουνό το νταμάρι με τις ακονόπετρες. Τις ακονόπετρες τις έπερναν οι μαραγκοί, οι τσαγκάριδες και αλλοι επαγγελματίες που χρησιμοποιούσαν μαχαιρια ή άλλα αιχμηρά αντικείμενα για να κάνουν τη δουλειά τους. Αλλά και σε όλα τα σπίτια υπήρχαν τότε ακονόπετρες. Στις αλυκές έβγαζαν αλάτι. Τότε δεν υπήρχε Κάλας και Ηρα . Το αλάτι πουλιώταν στα μπακάλικα με το τσουβάλι κιλό κιλό. Αυτά τα έβλεπα για πρώτη φορά και είχα μείνει με ανοιχτό το στόμα και χάζευα το θέαμα. Κάποια στιγμή η θειά μου που με πήρε χαμπάρι, μου έβαλε τις φωνές να κρατώ καλά στο σαμάρι, για να μην πέσω από την γάϊδάρα. Φτάσαμε στο χωριό της Ελούντας που τότε ήταν ενα μικρό χωριουδάκι, που οι ανθρωποι ηταν ψαράδες ή εργάτες στις αλυκές και στο νταμάρι με τις ακονόπετρες. Οσοι δεν μπορούσαν να δουλέψουν και δεν είχαν περιουσία, έκαναν τους ζητιάνους  Διακονιάριδες τους λέγανε τότε και η Ελούντα είχε τους περισσότερους σε όλο τον Νομό. Τώρα τα παιδιά των διακονιάριδων αυτών έγιναν πλούσιοι με τον τουρισμό, που άλλαξε την μορφή της Ελούντας και την έκαμε κοσμοπολίτικο θέρετρο. Σταματήσαμε στο χωριό για να δούμε  κάποιους συγγενείς (από τη Γιαγιά Ελεούσα ) και τους άφήσαμε μερικά πράματα (κηπευτικά ντομάτες αγγούρια φασολάκια) γιατί στην Ελούντα δεν είχαν αρκετό νερό, αλλά ούτε είχαν μέρος να τους κάνουν, γιατί ήταν πετρότοπος και δεν υπήρχε αρκετό καλό χώμα, για να κάμουν κήπους. Μετά πήραμε το μονοπάτι για την κολοκύθα. Στη μέση της κολοκύθας το μονοπάτι σταματούσε και υπήρχαν δυο άλλα μονοπάτια πιο μικρά. Το ενα πήγαινε βόρεια προς την Σπιναλόγκα και το άλλο νότια . Πήραμε το νότιο μονοπάτι και σε πέντε λεπτά φτάσαμε στο χωράφι που ήταν στη ανατολική πλευρά του νότιου λόφου της κολοκύθας. Δέσαμε τις γαϊδούρες να βοσκήσουν και αρχήσαμε να μαζεύουμε τα αμύγδαλα. Δεν ήταν πολλές αμυγδαλιές και δεν είχαν και πολλά αμύγδαλα και τελειώσαμε πρίν το μεσημέρι . Κάτσαμε και φάγαμε για μεσημεριανό, που ήταν τυρί και ψωμί (ντάκο ξερό) και λίγιες ελιές παστές. Ηπιαμε και λίγο νερό από τα παγούρια μας. Η θειά μου φώναζε να κάνω οικονομία γαιτί δεν υπήρχε νερό έκτός από τα παγούρια μας για να έχω και στην επιστροφή. Φορτώσαμε τη γαϊδούρα της θειάς που ήταν πιο νέα και εμείς καβαλήσαμε την άλλη γαϊδούρα του μπάρμπα και ξεκινήσαμε. Αντι να πάμε όμως από το μονοπάτι που είχαμε έρθει, πήραμε το μονοπάτι για τη βορεινή μεριά της χερσονήσου. Ρώτησα τη θειά μου που πάμε και αυτή μου απάντησε. Θα σε πάω να δεις το νησί που μένουν οι λεπροί. Οι άρωστοι θεία ; Ξαναρώτησα . Ναι μου είπε, αλλά μη φοβάσαι, είναι μακρυά. Μακρυά δεν ήταν αλλά υπήρχε η θάλλασσα μεταξύ μας. Η τριχιά μου σηκώθηκε στα χέρια μου και κύταζα με φόβο τους ανρθώπους απέναντυ που φαινόταν να μην ενοχλούνται από την παρουσία μας. Η θειά μου γνώρισε μια γνωστή της γυναίκα και της  φώναξε με το όνομά της. Η γυναίκα σταμάτησε κοίταξε προς το μέρος μας και φώναξε. Μωρέ η Καδιανή είσαι ; Ναι, φώναξε δυνατά η θειά μου για να την ακούσει . Και το κοπέλι που σέρνεις τίνος είναι ; Ξαναρώτησε η γυναίκα . Της αδερφής μου της Δοξανιάς είπε πάλι φωναχτά η θειά μου. Να της πεις χαιρετήσματα και στα άλλα αδέρφια σου, είπε η γυναίκα και απομακρύνθηκε .Ευχαρίστως είπε η θειά μου και την χαιρέτησε γυρίζοντας τις γαϊδούρες να φύγουμε. Εγώ εξακολουθούσα να κοιτάζω το χωριό των λεπρών που μου φαινόταν πιο μεγάλο από την Ελούντα. Με ωραία  πέτρινα σπίτια και καλντιρίμια. Και ρωτούσα τη θειά μου ένα σορό ερωτήσεις για τους ανθρώπους αυτούς. Μέχρι να φτάσουμε στον καλό λάκο η συζήτηση ήταν για τους λεπρούς. Τόσο μεγάλοι εντύπωση μου είχε κάνει το γεγονός οτι είδα, έστω και απο μακρυά, αυτούς τους ανθρώπους και τον τόπο που έμεναν. Στο χωριό φτάσαμε το απόγευμα και πριν φτάσουμε στο σπίτι της θειάς πήδησα από τη γαϊδούρα και έτρεξα να πώ στη Μάνα μου τις εντυπώσεις μου από το ταξίδι και κυρίως για οτι είδα τους λεπρούς στη Σπιναλόγκα. Δεν ξαναπήγα στη κολοκύθα γιατι η θειά μου αντάλαξε το χωράφι επειδή της έπεφτε μακρυά, με κάποιον συγγενή της από την Ελούντα, που της έδωσε ένα αλλο χωράφι με αμυγδαλιές, στα Ατσιπραγά που είχε και αλλα χωράφια η θειά και η Μάνα μου. Η ανάμνηση όμως αυτής της  γνωριμίας μου με τους λεπρούς είχει μήνει στο μυαλό μου. Η επόμενη φορά που τους ξαναείδα βράδυ και από μακρυά, ήταν στο Νοσοκομείο λοιμοδών νόσων στην Αγία βαρβάρα Αιγάλεω, όταν υπηρετούσα στην Αεροπορία στο Τατόϊ και κόλησα μαγουλάδες. Ηταν Μεγάλη Παρασκευή βράδι και οι λεπροί έκαναν την περιφορά του Επιταφίου το 1966.