Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (ΝΕΑΠΟΛΗ) ΚΑΙ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΑ

Την παραμονή της κοίμησης της Παναγίας 14 Αυγούστου, στην Νεάπολη γινόταν και εξακολουθεί να γίνεται και σήμερα μεγάλο πανηγύρι. Βέβαια παλιά είχε πολλές εκδηλώσεις και διάφορους αγώνες, ποδοσφαιρικοί, στίβου, ποδηλασίας, χορού. ακροβάτες, παλαιστές, τσίρκο. Τώρα δεν ξέρω τι γίνεται γιατί έχω πολλά χρόνια να πάω στη Νεάπολη παραμονή της Παναγίας αλλά σίγουρα δεν γίνονται αυτά που γινόταν πριν 50 χρόνια την παραμονή και την ημέρα της γιορτής. Όταν λοιπόν ήμουν μικρός και πήγαινα στο Δημοτικό σχολείο, η Μάνα μου δεν με άφηνε να πάω στη Νεάπολη. Έτσι έβγαινα στη ταράτσα του σπιτιού για να δώ τα πυροτεχνήματα που μ'αυτά τελείωναν οι εκδηλώσεις . Όταν πήγα στο Γυμνάσιο και έμαθα τα κατατόπια της Νεάπολης και του δρόμου, αφού πηγαίναμε ποδαράδα (αυτοκίνητα ηταν πολύ λιγα τότε), είπα στη Μάνα μου. Μάνα  φέτος θα πάω της Παναγίας στη Νεάπολη να δώ το πανηγύρι. Καλά μου είπε να πάς αλλά να είστε όλοι μαζί και να γυρίσετε όλοι μαζί πάλι. Όταν ήρθε η παραμονή μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά κοπέλια του γυμνασίου και το απόγευμα πήγαμε στη Νεάπολη γιατι είχε ποδοσφαιρικό αγώνα.  Η ομάδα της Νεάπολης που λεγόταν Δρήρος με τον Εργοτέλη. Ο αγώνας ήταν φιλικός αλλά επειδή η ομάδα του Εργοτέλη ήταν πολύ δυνατή και της Δρήρου αδύνατη την είχαν ενισχύσει με μερικούς καλούς παίκτες από άλλες ομάδες του Νομού, και με τον τερματοφύλακα του Ολυμπιακού Θεοδωρίδη και το Δομάζο του Παναθηναϊκού, για να έχει κάποιο ενδιαφέρον ο αγώνας. Τελικά αυτός ο αγώνας ήρθε ισσόπαλος 4-4 .  Ο Δομάζος ειχε βάλει δυο γκολ. Μέχρι και ο Θεοδωρίδης έβαλε γκολ (με πέναλτυ). Μετά τον ποδοσφαιρικό αγώνα είχε αγώνα ανωμάλου δρόμου μέχρι την κορφή του Σταυρού και επιστροφή. Μετά είχε αγώνα ταχύτητας ποδηλάτων από την κορυφή της πλατείας μέχρι την Παναγία. Και μετά απ'όλα αυτά τα πυροτεχνήματα. Οχι σαν τα σημερινά, πολύ καλύτερα. Την επομένη είχε αγώνες στίβου στο γήπεδο που ήταν δίπλα στο γυμνάσιο και το βράδυ είχε χοροσπερίδα με φαγητό στον κήπο με οργανοπαίκτες και διαγωνισμό κρητικού χορού στην πλατεία σε μια μεγάλη εξέδρα. Και ξανά πυροτεχνήματα. Την παραμονή λοιπόν το βράδυ φύγαμε κατά της 10 παρά το βράδυ, όλοι μαζί η παρέα από την Μεγάλη Παναγία για να γυρίσουμε στο χωριό. Στο δρόμο λέγαμε τις εντυπώσεις μας και φτάσαμε στο Νικηθιανό. Πέντε έξη παιδιά που ήταν από την Φουρνή μας χαιρέτησαν και πήραν το δρόμο για το χωριό τους . Εμείς συνεχήσαμε και περνόντας από το κηπούλι του καθηγητή Μιχάκη από το χουμεριάκο, φωνάζει κάποιος από την παρέα. Μωρέ ξανήξτε εκέ, ενας είναι μεσα στο χωράφι και εχει απλωμένα τα χέρια του !! Κοιτάξαμε προς το μέρος που έδειξε και πράγματι φαινόταν μια σκιά που έμοιαζε με άνθρωπο με ανοικτά χέρια. Ολοι σταματήσαμε και σκεπτόμαστε τι να κάνουμε φοβησμένοι. Ενας από την παρέα από τους μικρότερους είπε οτι είναι το φάντασμα του αγροφύλακα που είχαν σκοτώσει πριν 20 χρόνια σ' αυτό το μέρος. Εκεί να δεις τρομάρα που μας έπιασε. Οι περισσότεροι το έβαλαν στα πόδια προς τα πίσω δηλαδή προς τον Νικηθιανό. Μήναμε τέσσερεις και προσπαθούσαμε να δούμε αν θα κουνηθεί το <<φάντασμα>>. Ο μεγαλύτερος από μας έπιασε μια πέτρα και την πέταξε πρός το υποτιθέμενο φάντασμα. Ακούσαμε ενα μεγαλοπρεπέστατο ΝΤΟΥΚ . Αλλά το φάντασμα ούτε κούνισε . Ρε ακούσατε ; Ειπε αυτός που είχε ρίξει την πέτρα. Κουτσούρα αμυγδαλιάς είναι κακαροκόληδες !! Λες και αυτός δεν φοβήθηκε !! Πλησιάσαμε με προφυλάξεις και ρίξαμε μερικές πέτρες για να βεβαιωθούμε οτι ήταν πράγματι κουτσούρα. Στήλαμε κάποιον να φέρει πίσω αυτούς που είχαν γυρίσει στον Νικηθιανό. Μαζευτήκαμε όλοι μαζί και περάσαμε σιγά σιγά στο ύψος της κουτσούρας στον αμαξωτό. Μολις το περάσαμε, πάλι οι περισσότεροι το έβαλαν στα πόδια νομίζοντας οτι θα μας κυνηγήσει το φάντασμα του αγροφύλακα. Αλλά και οι υπόλοιποι τρέχαμε για να μη χάσουμε τα πιτσιρίκια και έχουμε μπελάδες από τους γονείς τους . Το χωριό ήταν κοντα στα 300 μέτρα περίπου. Στου Χριστίνη μας περίμεναν αρκετοί πατεράδες που μας ρωτούσαν γιατί τρέχαμε . Οι μεγαλύτεροι ήπαμε οτι κάναμε αγώνες. Ενας πιτσιρικάς είπε στον πατέρα του οτι μας κυνηγούσε το φάντασμα του αγροφύλακα και γιαυτό τρέχαμε. Ο πατέρας του γέλασε και του είπε . Ε αφού την νύχτα βγαίνουν τα φαντάσματα αλλη φορά θα έρχεσαι νωρίτερα στο σπίτι.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

ΟΙ ΜΑΣΚΑΡΑΔΕΣ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ ΚΑΙ ΤΑ ΠΛΑΣΤΡΑΤΖΙΚΙΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

Στο χωριό μας την εβδομάδα των απόκρεω πάντα τα παιδιά ντυνόταν τα βράδια μασκαράδες. Καμιά φορά και οι μεγάλοι. Κάναμε παρέες και ντυνόμασταν γρές με μαύρα φουστάνια ή βάζαμε κρητικές βράκες και γελέκα. Αλλοι βάζανε στολές χωροφυλακής. Αλλοι στρατιωτικές στολές και καπέλα. Οτι έβρησκε πρόχειρο ο καθένας μας. Πρέπει να ήμουν 15 μπορεί και 16 χρονό.Είχαμε κάνει μια μεγάλη παρέα με ξαδέρφια και φίλους και αφού γυρίσαμε όλη τη κάτω γειτονιά σταματήσαμε στα κάτω καφενεία για να αποφασίσουμε αν θα πάμε. Ο ενας έλεγε να πάμε από το σοκάκι του Φιλιπποστάθη για να πάμε στου Στρατή του Καστρινού το σπίτι. Αλλοι λέγανε να παμε από του Ταχυδρόμου το σοκάκι. Μας άκουσε ο τσαγκάρης ο Κουνενός ο Γιώργης που είχε να τελειώσει κάποια παραγγελιά παπούτσια και μας πέταξε στον αέρα το γερμανιό κράνος που είχε βάλει αθράκη (κάρβουνο πυρίνας από τις ελιές για μαγκάλι). Το κράνος όπως έπεφτε άφηνε στάχτη και σπίθες ενώ πέφτοντας κάτω εκανε ενα φοβερό θόρυβο. Τότε δεν υπήρχε ΔΕΗ και φώτα στους δρόμους, αλλά μαύρα σκοτάδια και κυκλοφορούσαμε με φακούς στα χέρια. Εμεις νομίσαμε οτι έσκασε μπόμπα και σκορπίσαμε προς όλες τις κατευθύνσεις. Αργότερα μαζευτήκαμε στην Αγία τριάδα και ο ενας ρωτούσε τον άλλο τι ήτανε τελικά αυτό που μας τρόμαξε αλλά κανείς δεν ήξερε ή δεν είδε. Μετά απο μέρες και αφού κόντευε να έρθει το Πάσχα, Πήγα στον Κουνενό να μου βάλει σόλες στα παπούτσια μου. Μου  ξεφούρνισε λοιπόν οτι αυτός ήταν που μας πέταξε το κράνος με την αθράκη τις απόκριες. Μωρέ παλικάρια της φακής που είστε και γενήκατε λούηδες με ένα μπάμ από το κράνος που είχα για μαγκάλι. Α εσύ είσουνα !! Του είπα και συνέχισα.  Καλά θα σου φυλάσω και εγώ ένα πεσκέσι !!  Τώρα τρόμαξα μου απάντησε  και έβαλε τα γέλια. Έφτασε η μεγάλη εβδομάδα και όλοι μας ετοιμάζαμε τα πυρομαχικά μας για την Μεγάλη Παρασκευή στον επιτάφειο και για την Ανάσταση. Ο Μανώλης ο Ψιμάρνης ο ράφτης μου έμαθε να φτιάχνω πλαστρατζίκια με χαρτί από τσιμεντοσακούλες μπαρούτι και φουρνελόφτυλο. Αυτά ήταν πιο ασφαλή και μπορούσες να τα πετάξεις σε αρκετή απόσταση. Την Μεγάλη Παρασκευή μετά την περιφορά του επιταφείου περίμενα στον κολύμπαρο που ήταν το κηπούλι του Φρακιά και από το άλλο σοκάκι ήταν η εξόπορτα του σπιτιού του Κουνενού ακριβώς απέναντι. Μόλις είδα τον Γιώργη να μπαίνει στη πόρτα του εξσφεντόνησα ένα πλαστρατζίκι.  Αυτό κτύπησε στο ανώφυλλο της πόρτας και έπεσε από μέσα στη αυλή, την ώρα που έκλεινε την πόρτα και έσκασε πίσω από το κεφάλι του. Ο Γιώργης εξηπάστηκε αλλά νόμιζε ότι του το έριξαν από το σπίτι του Γιαμάκη έτσι όπως του ήρθε πίσω από την πλάτη του. Μετά από χρόνια ξανασυναντηθήκαμε στο χωριό και με ρωτούσε γελώντας αν θυμόμουνα το κράνος με την αθράκη !!Εγώ γελώντας του απάντησα . Εσύ θυμάσε το πλαστρατζίκι την Μεγάλη Παρασκευή μετά τον επιτάφειο ; Εσύ διάολε είσουνα και εγώ κατσάδιασα τον Μιχάλη του Γιαμάκη ; Και πως τα κατάφερες, απο πού μου το πέταξες και έσκασε μέσα στην αυλή ; Από τον κολύμπαρο του είπα. Δεν το πίστευε. Αμ αυτά είναι δανεικά του είπα γελώντας.  

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΝΤΑΔΑ

Έγραψα σε προηγούμενες ιστορίες για την καντάδες που γινόταν παλιά στο χωριό. Σήμερα θα γράψω για την τελευταία καντάδα που συμμετείχα το 1975. Ηταν Αύγουστος και καθόμασταν στου Καλιώρη το καφενείο με τον γείτονα μου τον Δημήτρη του Ψιμαρνονικολή και τον μπάρμπα μου τον Χριστόφορο Πατεράκη και πίναμε τον απογευματινό καφέ. Ο μπάρπας Χριστόφορος θυμόταν τα παλιά γλέντια και μας έλεγε ιστορίες που γλεντούσαν με τον πατέρα μου και τον μπάρμπα Κοκολομανώλη. Ο μπάρμπας ήταν μερακλής άνθρωπος. Πάντα ήταν καλοντιμένος, με την γραβάντα του, τα ωραία σκαρπίνια του. Βλέπεις είχε κάνει Διευθυντής Φυλακών και του είχε μείνει η συνήθεια να ντύνεται στη τρίχα που λέγαμε τότε. Ήταν και καλός οργανοπαίκτης. Έπαιζε πολύ καλό μαντολίνο και δεν το αποχωριζόταν ποτέ όπου κιαν πήγαινε. Είτε στο χωρίο είτε στην Αθήνα που έμενε τον χειμώνα.  Πολλές φορές οταν περνούσα από το σοκάκι των Πατέριδων και των Κοκόλιδων, απόγευμα προς το βράδυ, τον άκουγα να παίζει στο μαντολίνο του κρητικούς σκοπούς. Συνήθως τα καλοκαίρια που καθόταν στη αυλή του πατρικού του σπιτιού. Εκεί λοιπόν που μας έλεγε τις παλιές ιστορίες, με ρωτάει ξαφνικά. Έφερες μωρέ το μπουζούκι σου ; Ναι του λέω μπάρμπα. Αντε πάντε να το φέρετε και ελάτε στο σπίτι να παίξουμε μερικές κοντιλιές. Φύγαμε με τον φίλο και γείτονα μου τον Δημήτρη και πήγαμε στο σπίτι μου. Πήρα το μπουζούκι μου και είπα στη Μάνα μου ότι θα ήμουνα στο σπίτι του μπάρμπα Χριστόφορου που δεν ήταν μακριά από το δικό μας. Πήγαμε λοιπόν και κουρτίσαμε τα όργανα και αρχίσαμε να παίζουμε κοντιλιές . Η θειά Ειρήνη (η γυναίκα του μπάρμπα) μας έφερε ρακή και αγγουράκι με ντομάτα για μεζέ. Η θειά ηταν το γυναικείο αντιγραφο του μπάρμπα !! Καλοντιμένη πάντα, καλοντενισμένη, πρέπει στα νιάτα της να ήταν φοβερή γυναίκα. Πάιζαμε λοιπόν τα όργανα και λέγαμε μαντινάδες και μας πήρε η νύχτα χωρίς να το καταλάβουμε . Οπότε λέει ο μπάρμπας. Πάμε μια καντάδα ; Και δεν πάμε του λέω . Βγήκαμε εξω από της θειάς μου της Μπρόκαινας το σοκάκι και συνεχισαμε προς του κατσούλι το πηγάδι από το σοκάκι των Κόττιδων. Συνεχήσαμε πρός την Παναγία και κάναμε τον κύκλο της απάνω γειτονιάς . Ο Δημήτρης έλεγε μαντινάδες ( της είχε μάθει φαίνεται από τον μπάρμπα του τον Μελά Μανώλη) και εμείς με το μπάρμπα παίζαμε τα όργανα. Λέγαμε και εμείς βέβαια αλλά τις πολλές ο Δημήτρης.  Αυτή ήταν η τελευταία φορά που βγήκα νυχτερινή καντάδα στο χωρίο. Ο μακαρίτης ο Τσίφτης το είχε παράπονο και μου το έλεγε τα τελευταία χρόνια πριν βάλει τέλος στη ζωή του, θεός σχωρέστον. Πότε μωρέ θα κάνεις μια καντάδα να την ακούσω πριν ποθάνω ; Ελπίζω κάποτε να βρώ παρέα να κάνω πάλι μια νυχτερινή καντάδα στο χωριό. Μονο που δεν ξέρω αν οι νεολιμνιώτες θα έχουν την διάθεση που είχαν οι παλαιοί, που διστυχώς έχουν πεθάνει οι περισσότεροι, να μας ακούσουν με ευχαρίστηση και να μας κεράσουν μια ρακή όπως έκαναν οι παλαιοί !!

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

ΠΕΡΙ ΚΛΕΨΙΑΣ Ο ΛΟΓΟΣ

Στην τελευταία μας ιστορία γράψαμε την ατάκα που τηνπρωτοάκουσα από τον μπάρμπα μου τον Αγροφύλακα. Αν δεν ξέρεις να κρύψεις δεν ξέρεις να κλέψεις. Ηταν η ιδια εποχή με την προηγούμενη Ιστορία. Μονο που ήταν Αύγουστος μήνας. Είχα πάει να δώ την θειά μου την Σοφία (αδελφή του Πατέρα μου). Μετά από λίγη ώρα ήρθε και ο μπάρμπας μου ο Κωστής (ο Αγροφύλακας)
και αφού με χαιρέτησε και ρώτησε τι κάνω, μου είπε δεν πας με τον Νικολή να ποτίσετε το μουσκάρι στα μεγάλα χωράφια; Μετά χαράς του είπα να περάσει και η ώρα μου. Έχε το νού σου, γιατί ο Ατσαλής γυρίζει τα απογεύματα εκεί τριγύρω. Ο Ατσαλής ήταν ο αγροφύλακας του απέναντυ χωριού και τα μεγάλα χωράφια ήταν στην περιφέρεια του. Και δεν χάριζε κανενός. Πήγαμε λοιπόν με τον ξάδερφό μου και ποτίσαμε το μουσκάρι . Ο ξάδερφός μου όμως ήθελε να κόψει μερικά αχλάδια από το διπλανό χωράφι. Μωρέ του λέω ο Ατσαλής πρέπει να είναι εδώ τριγύρω κι αν μας πιάσει την βάψαμε !! Σιγά μου λέει, μην είναι επαέ !! Ετσά μας τοπε ο πατέρας μου για να μην φάμε απίδια !! Μην πας του λέω. Αλλά δεν τον έκανα καλά . Εγώ φεύγω, του λέω. Πάω να μεταδέσω το μουσκάρι.
Αλλά ήθελα να σε πιάσει ο πατέρας σου που δεν ακούς κανένα, να σου δώσει ενα χεράκι ξύλο να μάθεις. Του είπα και πήγα να φύγω. Σιγά μου λέει, ο πατέρας μου είναι σπίτι. Και ξαφνικά βλέπω πίσω από μια ελιά τον μπάρμπα μου. Μου κάνει με το χέρι νόημα να μην μιλήσω και λέει στο ξαδερφό μου. Ετσά θαρείς πως είμαι στο σπίτι ε ; Εδά δα δώ γω πως θα κατεβείς από την απιδιά.
Και τον άρχησε στο ξύλο με μια μακρά αμυγδαλένια βίτσα. <<Άμα δεν ξέρεις να χωστείς (να κρυφτείς) δεν ξέρεις και να κλέβεις.>>.

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

ΟΤΑΝ ΟΙ ΦΙΛΕΝΑΔΟΥΛΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΚΟΝΞΕΣ

Ήταν το καλοκαίρι του 1961 .Ιούλιος μήνας του θέρους και των πανηγυριών. Πανηγύρια στο χωριό και στα γύρω χωριά. Αυτή τη φορά είχε πανηγύρι στο απέναντυ χωριό. Το εκκλησάκι ήταν έξω αοό το χωριό στα σύνορα των κοινοτήτων περίπου και μαζευόταν πολύς κόσμος και από το χωριό μας αλλά και από τα γύρω χωριά. Αφού πήγαμε στον εσπερινό όπου ήταν και ενα σορό γυρολόγοι με διάφορα πράγματα. από παγωτά, μαλί της γριάς, γλυφιτζούδια, μέχρι διάφορα παιγνίδι. Μετά τον εσπερινό στη πλατία του χωριού είχε πανηγύρι με όργανα και διάφορους μικροπωλητές. Αλλά το πιό ενδιαφέρουν ήταν το νυφοπάζαρο όπως το λέγαμε τότε. Τα κορίτσια του χωριού έκαναν βόλτα από την εκκλησία μέχρι την πλατεία. Και φυσικά τα αγόράκια τις ακολουθούσαν από πίσω πειράζοντας τα. Μερικοί πιτσιρικάδες από το χωριό είχαν κάποιες συμπάθειες από τα κορίτσα που έκαναν βόλτες και πήγαν να τους μηλήσουν, αλλά τα κορίτσια έκαναν πως δεν τους ήξεραν αν και πήγαιναν στην ίδια τάξη στο γυμνάσιο. Ισως επειδή έκαναν βόλτα και αλλοι χωριανοί τους ή επειδή υπήρχαν συγγενεικά πρόσωπα που εκαναν βόλτα επιτηρόντας τα κορίτσια. Οι νεαροί θύμωσαν και ήθελαν να τις τιμωρήσουν για αυτό. Εμείς ήμαστε μεγαλύτεροι και είχαμε άλλη παρέα. Αφού κάναμε τις βόλτες μας, φάγαμε τα σουβλάκια μας και τα παγωτά μας. ξεκινήσαμε να γυρίσουμε στό χωριό μας. Βγαίνοντας από το χωριό που γίνόταν το πανηγύρι συναντήσαμε την άλλη παρέα με τους πιτσιρικάδες 14- 15 χρονών που τσακωνόταν πως να εκδικηθούν τις φιλενάδες που δεν τους μήλησαν. Ηταν γύρω στις 10 με 11 το βράδυ. Οι άδειες εξόδου τότε ήταν μεχρι 12 παρα πέντε. Μετά τις 12 έκληνε η εξόπορτα και έμενες έξω του νυμφώνος. Ρωτήσαμε λοιπόν γιατί τσακωνόντουσας και μας ήπαν τον λόγο. Οπότε λέω μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το χωράφι αυτό απο ότι ξέρω είναι της μιας κοπελιάς . Και το απέναντυ μου λέει ενας αλλος πιτσιρικάς, της άλλης της δικής μου. Αντε λοιπόν χαλάσετε τους τράφους να μάθουν αλλη φορά να σας μηλούν είπα γελώντας και έφυγα σκεπτόμενος ότι δεν είχαν τα κότσια να το κάνουν . Η παρέα μου έφυγε τραγουδόντας αφού είχαμε κατεβάσει και μερικές μπύρες με τα σουβλάκια, αφήνοντας τους πιτσιρικάδες να μαλώνουν για το τι θα κάνουν. Την άλλη μέρα θα πήγαινα στον Αγιο Νικόλαο να βοηθήσω  τον θειό μου τον Χρύσανθο στο εστιατόρειο που είχε  για όλο τον Αύγουστο και να κάνω και μερικά μπάνια στη θάλλασσα. Μετά από μερικές μέρες ήρθε και με βρήκε στον Αγιο Νικόλαο ένας συνομήλικός μου που ήμασταν μαζί στη παρέα στο πανηγύρι. Μου λέει, έμαθες τι έπαθαν οι πιτσιρικάδες που είχαν θυμώσει με τις φιλενάδες τους που δεν τους μήλησαν στο πανηγύρι ; Οχι του απαντώ . Ακου λοιπόν οι πιτσιρικάδες άκουσαν την συμβουλή σου και χάλασαν τους τράφους. Ομως τους είδε κάποιος και το είπε στον αγροφύλακα και την άλλη μέρα τους μάζεψε όλους τις παρέας και ξανάφτιαξαν τους τράφους από την καλύβα (τα σύνορα τις περιφέρειας των χωριών ) μέχρι έξω από το σχολειό του απέναντυ χωριού. Κιαυτούς δηλαδή που δεν είχαν χαλάσει αλλά ειχαν πέσει μόνοι τους . Αμ λέω εγώ, αν δεν ξέρεις να κρυφτείς, τη κλεψιά τι την θέλεις ;

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

OTAN TA AYTOKINHTA HTAN ΕΛΑΧΙΣΤΑ

Ηταν πριν το πόλεμο του σαράντα . Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν στο χωριό μας. Αλλά ούτε  και στα άλλα γύρω χωριά. Δεν ξέρω αν υπήρχαν στον Αγιο και στη Νεάπολη. Οι άνθρωποι για τις μετακινήσεις τους είχαν γαϊδουρια και μερικοί μουλάρια. Ελάχιστοι είχαν άλογα. Υπήρχαν και τρείς καραγογέριδες στο χωριό που μετέφεραν πράγματα στην Νεάπολη και στον Αγιο Νικόλαο με κάρα που ήταν τα φορτηγά της εποχής. Ο Κουτουρατζής ο Δημήτρης που πήγαινε μόνο στον Αγιο Νικόλαο. Ο Χειμώνης που πήγαινε κυρίως στη Νεάπολη και στα γύρω χωριά και ο Γρηγόρης ο Κατσούλης που πήγαινε παντού. Βόρτωναν βαρέλια με λάδι, αμύγδαλα, χαρούπια, κουκιά και οτι άλλο υπήρχε προς πώληση και τα πήγαιναν στους εμπόρους και έπαιρναν διάφορα πράγματα που τους παρήγγελναν οι χωριανοί έναντι αμοιβής ολίγων δραχμών ή τις περισσότερες φορές σε είδος. Κυρίως λάδι. Άλλοι πάλι έστελναν στους συγγενείς τους που έμεναν στην πολιτεία (Αγιο Νικόλαο ή Νεάπολη) διάφορα πράγματα, από φρούτα και λαχανικά μέχρι οτι μπορεί να βάλει το μυαλό σου για την εποχή εκείνη.
Αλλά για μικρότερα πράγματα είχαν τα ζωντανά τους μεταφορικά μέσα που είπαμε παραπάνω. Ξεκίνησε λοιπόν ο γείτονάς μας ο Μουσάς (Μιχάλης Μενεγάκης) πεθερός του Γιώργη του Βλάσση,  να πάει με τον γάϊδαρο του στον Αγιο Νικόλαο που για λόγους συντομίας είχαμε κόψει το Νικόλαος και λέγαμε μόνο τον Αγιο. Που πας; μας ρωτούσαν, στον Αγιο λέγαμε !! Πήγε λοιπόν έκανε τις αγορές του και πήγε να πάρει τον γάιδαρο του που τον είχε αφήσει στο Νοσοκομείο απο πίσω στις χαρουπιές. Τότε το Νοσοκομείο που ήταν πολύ μικρό ήταν ξεκομέμο από τον υπόλοιπο Αγιο γιατί δεν υπήρχαν σπίτια κοντά παρα μονο κοντά στη λίμνη και πίσω από το Νοσοκομείο μέχρι τα πρώτα σπίτια ήταν χωράφια με χαρουπιές που έβοσκε τα πρόβατά του ο Μαυρονικολής μέχρι τα αράπικα που ήταν εκεί του είναι τώρα το μουσείο και ενα δημοτικό σχολείο. Βέβαια δρόμοι ασφαλτοστρωμένοι δεν υπήρχαν πολλοί τότε ο Κυριος δρόμος ήταν και εθνικός δρόμος που περνούσε Νεάπολη, Νικηθιανό, Λιμνες, Ξερόκαμπο και Αγιο Νικόλαο στο Νοσοκομείο και από εκεί στου Χαβάκη και στου Ανέστη το  Φούρνο και κατέληγγε στο Λιμάνι. Ολοι οι άλλοι δρόμοι που υπήρχαν ήταν χωματόδρομοι. Ο Μουσάς λοιπόν αφού έκανε τις προμήθειες του, πήγε να πάρει το γάϊδαρό του να γυρίσει στο χωριό. Στον δρόμο συνάντησε τον φίλο του που είχε παραλάβει ενα καινούριο φορτηγό από το καράβι. Του λέει έλα να σε πάω στο χωριό. Ο Μουσάς ξέχασε και τον γάϊδαρο  με την λαχτάρα να απολαύσει μια αυτοκινητάδα με το καινούριο φορτηγό του φίλου του. Φτάσανε στις Λίμνες και μαζεύτηκαν οι χωριανοί να δούν το φορτηγό. Όταν έφυγε το  φορτηγό, ρωτούσαν τον Μουσά να τους πεί τις εντυπώσεις του από το φορτηγό. Οταν τελείωσε τον ρώτησε κάποιος χωριανός που τον είχε δεί το πρωί να φεύγει με τον γάϊδαρο του . Και τον γάϊδαρο σου ήντα τον έκαμες ; Και ο Μουσάς απάντησε . Πολυώρα πετούμαι να τον πάρω ; Δηλαδή σιγά το πράμμα μπροστά στην αυτοκινητάδα !! Πάω με τα πόδια και τον φέρνω !!Τότε ήθελες μια ώρα να πάς με τα πόδια στον ¨Αγιο και άλλη τόση να γυρίσεις !!! Από τότε έχει μείνει η ατάκα του Μουσά .

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

ΤΑ ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ ΤΩΝ ΘΕΡΙΝΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Την δεκαετία του πενήντα οι χωριανοί νοικοκυρέοι απο τον Μάη άρχιζαν το θέρος από τα κουκιά,το βίκο, την ταγή, τον αρακά και συνέχιζαν τον Ιούνη με τα κριθάρια και τα στάρια. Και φυσικά ακολουθούσε τα αλώνισμα όλων αυτών Ιούνη και Ιούλη. Τον Αύγουστο και μέχρι να γίνουν τα σταφύλια τα γαϊδούρια ξεκουραζόντουσαν. Έτσι κάθε πρωί και κάθε απόγευμα πηγαίναμε τα γαϊδούρια στα αλώνια στις καλαμιές (ότι είχε απομείνει από το θέρος ) για να βοσκήσουν. Χωρίς σαμάρι γιατί τα γαϊδούρια θέλουνε να κυλιστούν στο χώμα το καλοκαίρι. Ενα απόγευμα Αυγούστου του 1957 μας έστηλαν με τον ξάδελφό μου τον Κωστή Ζαχαρενάκη να πάρουμε τις γαϊδούρες της θειάς μου Καδιανής και ο Κωστής του μπάρμπα Μανόλη Γιοργαντέ (Μυλωνάκη) από τα αλώνια. Πήγαμε τους πήραμε και γυρνάγαμε καβάλα στο χωριό. Τα αλώνια ήταν εκεί που είναι σήμερα το κέντρο Διγενής Παλλάς. Για να πάμε και να γυρίσουμε περνάγαμε μέσα από τον ποταμό που το καλοκαίρι δεν είχε νερό και χρησίμευε για δρόμος, από την καμάρα του νεκροταφείου μέχρι την βορνή καμάρα. Βέβαια στον ποταμό μπορούσες να συναντήσεις από αμυγραλόκουπες, ξερές αγκυνάρες μέχρι τσιμεντοσακούλες και ότι άλλο ήθελε βάλει το μυαλό σου. Ο Κωστής ήθελε να το παίξει καουμπόϋς και κτυπούσε τη γαϊδούρα με τα πόδια του στη κοιλιά, αναγκάζοντάς την να τρέχει. Η δικία μου όσο και να την τσιγλούσα δεν έπερνε χαμπάρι, γιατί ήταν μεγαλύτερη σε ηλικία. Ασε που την λυπόμουνα και δεν την κτυπούσα. Έτρεχε λοιπόν μπροστά ο Κωστής με την γαϊδούρα του μπάρμπα του Γιοργαντωμανόλη και πιο πίσω εγώ με την γαϊδούρα της θειάς μου. Ελα ντε που ενα κομάτι τσιμεντοσακούλας που κουνήθηκε μέσα από μια λιγιά τρόμαξε την γαϊδούρα του Κωστή και έπιασε απότομα φρένο με αποτέλεσμα ο Κωστής να φύγει μεγαλοπρεπέστατα από την πλάτη της γαϊδούρας, κάνοντας μια τούμπα στον αέρα πάνω από το κεφάλι της και να προσγειωθεί ανώμαλα με τον κώλο πάνω σε μια ξερή αγκινάρα. Ωωωωωωωωωω το κώλο μου, φώναξε ο Κωστής  Εγώ ξεπέζεψα και πήγα να δώ αν κτύπησε. Βλέποντας την αγγινάρα καρφωμένη στο πισινό του έβαλα τα γέλια. Σταμάτα να γελάς μωρέ και βγάλτηνε από πίσω μου. Μου είπε ο Κωστής. Του την τράβηξα και τον απελευθέρωσα από την αγγινάρα. Εντομεταξύ η γαϊδούρα είχε φύγει γατί βοβήθηκε και ο Κωστής μου είπε .Φέρε να κρατώ την δική σου και τρέχα να πιάσεις την γαϊδούρα του Μπάρμπα πριν πάει σε κανα αμπέλι και βρούμε τον μπελά μας, γιατί εγώ δεν μπορώ να κουνήσω. Πήγα και μάζεψα την γαϊδούρα πήρα και την άλλη της θείας μου και λέω του Κωστά αντε να τις πάμε στο χωριό. Πήγαινε τις εσύ, εγώ θα κάτσω λίγο να συνέλθω και έλα μετά να με πάρεις. Πήγα πρώτα στο σπίτι του Μπάρμπα και έδεσα τη γαϊδούρα στο σταύλο. Με βλέπει η Θεία η Μαρία και με ρωτά. Ηντάκαμες τον Κωστή ;. Θα έρθει πιο μετά γιατί του έκατσε ένα αγγιναρόφυλλο. Της απήντησα.  Βγαίνοντας από την αυλόπορτα συνάντησα τον Μπάρπα Μανόλη που ερχόταν από το καφενείο για να πάρει <<προμήθειες>>  για την βραδυνή ρακή. Πούνε μωρέ σαρακατσάνη (έτσι με έλεγε ο μπάρμπας επειδή είχα γεννηθεί στον Τύρναβο) ο συνέταιρος σου; Ασε μπάρμπα και έπεσε σε μια αγγιναροκεφαλή με τον κώλο και δεν μπορεί να κουνήσει !! Καλά να πάθει γιατί τσιριτά(τρέχει) τη γαϊδούρα μου. Κι όποιος πηδά πολλά παλούκια ενα δα μπεί στον κώλο του. Και να μην του πείς οτι μου το'πες, ακούς ; Είπε ο Μπάρμπας και ξανάρχησε να γελά με το πάθημα του ανηψιού του. Καλά μπάρμπα είπα και έφυγα για να πάω την άλλη γαϊδούρα στο σταύλο της θειάς μου. Όταν μετα το βράδυ πήγαμε στο καφενείο του Μπάρμπα για την βραδυνή γαζόζα η καζούρα που του έκανε ο μπάρπας δεν περιγράφεται. Ο Κωστής έκανε μερικές μέρες να συνέλθει από τα τσιμπήματα της ξερής αγγινάρας.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

ΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑΚΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

Ηταν αν θυμάμαι καλά η εβδομάδα μετά το Πάσχα του 1970. Στο χωριό είχαν μαζευτεί όλοι οι φοιτητές, στρατιωτικοί με άδειες και άλλοι που δούλευαν εκτός χωριού, για να περάσουν τις άγιες ημέρες με τις οικογένειες τους. Καθόμασταν στο καφενείο του Χριστίνη και ο Παπάς Νικολής Λαζαράκης που ήταν ο μόνος παντρεμένος της παρέας, έκαμε την πρόταση. Την Πέμπτη θα πάω στην Οξά να κάμω τον εσπερινό και θα μείνω εκεί για να λειτουργήσω το πρωί της Ζωοδόχου πηγής. Θα έρθετε να μου κάνετε παρέα;  Οι υπόλοιποι της παρέας βρήκαν πολύ καλή την πρόταση του Παπά και αποφασίσαμε να πάρουμε μπριζόλες να τις ψήσουμε εκεί σαλάτες ψωμιά και κρασί. Ξεκινήσαμε λοιπόν την Πέμπτη μετά το Πάσχα το απόγευμα και μετά από μια ώρα δρόμο φτάσαμε στον καλολάκο. Από εκεί πήραμε το ανηφορικό μονοπάτι για την κορυφή της Οξάς, του βουνού που ήταν το εκκλησάκι. Η θέα βεβαια από εκεί πάνω ήταν υπέροχη. Έβλεπες όλο τι κόλπο του Μεραμπέλλου από το ακρωτήρι του Αγιάννη του αφορεσμένου, την σπιναλόγκα, την Ελούντα, τον Αγιο Νικόλαο, την Παχιά Άμμο μέχρι την Σητεία. Εκεί πάνω λοιπόν ήταν το εκκλησία του Τιμίου Σταυρού και της Ζωοδόχου Πηγής. ¨Οταν με πήγε η Θειά μου Καδιανή για πρώτη φορά στο εκκλησάκι αυτό, πρέπει να πήγαινα στο Δημοτικό. Τότε παπάς ήταν ο παπά Μανόλης Μαυροειδής και είχε πάρει τον ανηψιό του Γιώργο Μενεγάκη που έγινε Δήμαρχος του Αγίου Νικολάου αργότερα. Ο Γιώργης λοιπόν είχε τη ιδέα να ρίξουμε από το βορεινό άκρο της κορυφής που ήταν απότομο σαν τα μετέωρα ενα δυο μεγάλες πέτρες να δούμε που θα φτάσουν. Ρίξαμε μερικές αλλά μας έβαλε τις φωνές ο μπάρπας του ο παπάς και σταματήσαμε γιατί οι πέτρες παρέσερναν και άλλες πέτρες και φτάνανε μέχρι τον παλιό δρόμο που περνούσαν ανθώποι με τα ζώα τους. Εκεί πάνω λοιπόν έλεγε η θεία μου ότι στον κατακλυσμό του Νώε προσπάθησαν οι σαραντάπηχοι (μεγάλοι άνθωποι που είχαν ύψος σαράντα πήχες) να ανεβούν για να σωθούν και υπάρχουν τα σημάδια από τα δάκλτυλα του χεριού τους πάνω στά βράχια.  Τότε υπήρχαν, δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμα ή ο χρόνος τα έχει σβήσει. Φτάσαμε λοιπόν στη κορυφή. Ο παπάς Νικολής άνοιξε την εκκλησία και οι υπόλοιποι ψάχναμε για ξερά ξύλα να ψήσουμε τις μπριζόλες. Ο παπάς είπε τότε, έλατε να κάνουμε τον εσπερινό και αφήστε τον Δικαιοκράτη να φτιάξει τα κάρβουνα για το κρέας που ξέρει. Πράγματι έφτιαξα τα κάρβουνα και άρχησα να ψήνω τις μπριζόλες με βοηθό τον Μανόλη του Αβράμη του Λυράκη. Όταν τελείωσαν τον εσπερινό οι μπριζόλες ήταν έτοιμες και κάτσαμε στο φαγοπότι. Ήμασταν καμιά δεκαριά όλοι άνδρες και μερικοί κρατούσαν απο ένα μπουκάλι κρασί. ¨Εφερε και ο ξάδερφός μου ο Θεμιστοκλής ο δικηγόρος (σπούδαζε ακόμα τότε) ένα και λέει αυτό είναι το τελευταίο, δεν έχει άλλο. Το ήπιαμε κι αυτό παρόλο που μας φάνηκε γλυκό. Μετά πήγαμε στην αποθήκη να δούμε πως θα βολευτούμε να κοιμηθούμε. Ο παπάς κρατούσε δυο κουβέρτες και οι άλλοι επίσης κανα δυό αλλά δεν έφταναν. Κρεβάτια δεν υπήρχαν μόνο κάτι τάβλες που την έιχαν ενώσει οι βοσκοί και αέριζαν τα τυριά τους. Μαζέψαμε μάζες και της βάλαμε για στρώμα. Ο παπάς μουρμούριζε οτι έχασε το μπουκάλι το κρασί που το είχε για την άλλη μέρα για να μεταλάβει όσους ήθελαν. Ο ξάδερφός ο Θεμιστοκλής έκανε το κορόϊδο. Ο δάσκαλος ο Βαγγέλης Ευαγγελινάκης είπε τότε στον παπά. Παπά μάλον το τελευταίο κρασί που έφερε ο Θεμιστοκλής και ήπιαμε, ήταν το δικό σου γιατί ήταν γλυκό. Μωρέ δαίμονα Θεμιστοκλή ήντα καμες ; Εδά πως θα μεταλάβω τους ανθρώπους ; Εγώ βρήκα την ευκαιρία να την κοπανήσω γιατί σκεφτομουνα οτι θα κακοπερνούσα αν έμενα στην αποθήκη από το κρύο που θα έπεφτε την νύχτα. Άλωστε είχα ξαναμείνει εκεί αρκετές φορές και ήξερα τι με περίμενε!!.Έτσι είπα στον παπά. Παπά μη στεναχωριέσαι και εγώ θα πάω στην Αγιά Πελαγιά στου ξαδέλφου μου του Μιχάλη να σου φέρω ενα μπουκάλι κρασί να κάνεις την δουλειά σου. Μαζί μου ήρθε κι ο βοηθός μου στο ψήσιμο ο Μανόλης του Αβράμη που πήρε χαμπάρι τι γινότανε.  Πήγαμε στην Αγία Πελαγία (με τα πόδια ενοείτε) και βρήκα τον ξάδελφό μου στο καφενείο που είχε. Του είπα την ιστορία και ο ξάδελφός έβαλε τα γέλια.  Ε κάτσετε επαέ εσεις να κοιμηθήτε και άστους αυτούς να ξυλιάσουν από το κρύο. Μας πήγε στο σπίτι του κουνιάδου του που έληπε στην Αθήνα και κοιμηθήκαμε. Μας έβαλε και το ξυπνητήρι για να ξυπνήσουμε νωρίς να πάμε το κρασί του παπά. Όταν κτυπησε το ξυπνητήρι σήκωσα τον Μανόλη και φύγαμε για την Οξά. Κατεβαίνοντας το βουμνό για τον καλολάκο μου λέει ο Μανόλης . Γιάε τον παπά που βγήκε και μας περιμένει στη κορφή τση οξάς !! Περάσαμε το λιβάδι του Καλολάκου και ανηφορίσαμε το μονοπάτι για το εκκλησάκι. Είχαμε φτάσει στη μέση και από το την κορυφή του βουνού απέναντυ από την οξά φάνηκαν να έρχονται κιάλλοι άνθρωποι με Γαίδούρια. Από εκεί που είχαμε έρθει κι εμείς. Να έρχονται κιάλλοι είπε ο Μανόλης . Ωστώσω, ο παπάς είχε ερθει να του δώσουμε το κρασί για να αρχήσει την εκκλησία. Σε λίγο ο πρώτος που έφτασε από την παρέα που φαινόταν απέναντυ ήταν ο μπάρμπας μου ο Μανόλης του Χριστοφίλη. Με ρωτά από που ερχόσαστε και σας ήδα που βγαίνετε το βουνό. Του λέω Μπάρμπα από την Αγια Πελαγιά και του είπα την ιστορία με το κρασί. Γέλασε και μου είπε και εγώ κρατώ κρασί και κρέας να το ψήσουμε μετά την εκκλησία . Οταν τελείωσε η εκκλησία μαζευτήκαμε όλοι και ανάψαμε πάλι φωτιά και ψήσαμε το κρέας που έφερε ο Μπάρμπας μου. Ο ξάδερφός μου και οι άλλοι που είχαν μείνει δεν είχαν και πολύ όρεξη και ο Μπάρμπας μου για να τους πειράξει τους ρώτησε πως περάσανε την νύχτα. Ασε μπάρμπα λέει ο Θεμιστοκλής και κόψαμε μπρόκα που πήγε καπνός (δηλαδή απο το πολύ κρύο κτυπάγανε τα δόντια μας τόσο δυνατά που μπορούσανε να κόψουνε και πρόκες). Εβαλε τα γέλια ο Μπάρμπας και είπε: Κάτι ήξερε ο Δικαιοκράτης που έφυγε, με αφορμή το κρασί και γλύτωσε το κρύο. Αφού φάγαμε και ήπιαμε, όλοι μαζί κατηφορίσαμε το μονοπάτι για να επιστρέψουμε στο χωριό.

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Η ΛΑΙΜΑΡΓΙΑ ΠΕΙΡΑΖΕΙ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ

Πρέπει να πήγαινα δευτέρα ή τρίτη Γυμνασίου. ¨Ηταν οι διακοπές του Πάσχα και στη Μάχα (το βουνό που είναι πάνω από το χωριό) είχαν βγει τα φασκόμηλα στις φασκομηλιές, αλλά και αχναρόσυκα (φρακόσυκα). ¨Ήμαστε μια παρέα περίπου συνήλικοι (ενα χρόνο πάνω ενα χρόνο κάτω και της ίδιας ηλικίας). Αποφασίσαμε να ανεβούμε το βουνό από τους Αγίους Ανάργυρους για να βρούμε φασκόμηλα να τα φάμε. Μερικοί μεγαλύτεροι πήγαν από τους βορνούς μήλους για να βρούνε αχναρόσυκα. Ανεβήκαμε μέχρι τη μέση του βουνού ψάχνοντας και τρώγωντας όπου βρήσκαμε φασκόμηλα. Μετά στρίψαμε ανατολικά προς την καλαντάρα και συνεχίσαμε από το μονοπάτι που ανεβαίνει από την καλαντάρα στων παπαδημήτρηδων πρός τον αγκούτσακα που είναι πάνω από το νεκροταφείο. Η κακοβολιά όμως και η ανηφόρα βγάλαν νοκ άουτ τον Βαγγέλη του Τσιφτεδογιάννη. Τον πήραν δυό από την παρέα και τον βοήθησαν να γυρίσει πίσω στο χωριό. Μετά θα ερχόντουσαν να μας βρούν στου Μαρασκά στο σπίτι του Σταρομανόλη, Παπού των Χαρίλου και Σταύρου Κοκολάκη που ήταν στην παρέα, για να φάμε μαρούλια που είχε φυτέψει ο παπούς τους. Στου Μαρασκά συναντήσαμε και την άλλη παρέα που είχε πάει για αχναρόσυκα και τώρα γύρευαν κοτσιφιές. Αφού κάτσαμε ολοι μαζί και φάγαμε μερικά μαρούλια, η άλλη παρέα των μεγαλύτερων μας είπαν οτι έχασαν τον Μιλτιάδη του Σιγανού να ψάξουμε όλοι να τον βρούμε. Απλώσαμε σε απόσταση 10 μέτρων μεταξύ μας και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε το βουνό προς τους βορνούς μήλους που των είχαν δει τελευταία φορά, φωνάζοντας το όνομα του. Είχαμε φτάσει στον χαμηλότερο μήλο και ο Σταύρος του Μιχελουκοδημήτρη φώναξε : Επαέ είναι μωρέ . Πήγαμε και τον βρήκαμε ξαπλωμένο χάμω στη γή, με εμετούς γύρω του. Τον σήκωσαν τέσσερεις μεγαλύτεροι από τα χέρια και τα πόδια και τον κατεβάσαμε στην στενή στράτα στις πλακούρες. Εκεί έτυχε να περνά ο Ψιμαρνογιάννης με τον γταϊδαρό του και μας είδε όλους μαζεμένους γύρω από τον Μιλτιάδη που προσπαθούσαμε να τον συνεφέρουμε .Ήντα παθε μπρε κοπελάκια τουτοσές και κάθετε χάμε; Μας ρώτησε. Ήφαε πολλά αχναρόσυκα μπάρμπα και τον επειράξανε !! ¨Ηπαμε εμείς. Εγέλασε ο μπάρμπας και μας είπε. Πιάσετε μωρέ να τον βάλουμε στο σαμάρι του γαϊδάρου, να τον πάμε στο σπίτι του. Τον σηκώσαμε και τον φορτώσαμε στο γάϊδαρο του μπάρμπα και κρατόντας τον να μη μας πέσει από το γαϊδαρο πήραμε το δρόμο για το χωριό. Στον δρόμο μας έλεγε ο μπάρμπας Ψιμαρνογάννης . Θωρείτε μωρέ ηντά παθε ο Μιλτιάδης ; Να κατέχετε πως τα αχναρόσυκα είναι βαρή φρούτο για το στομάχι και να τρώτε λίγα. Η λαιμαργία δεν είναι καλό πράμμα και κάνει κακό στο στομάχι, να μην το ξεχνάτε !!