Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΠΟ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑ

Ητανε Γενάρης του 1955 . Ειχαν περάσει οι γιορτές των χριστουγεννων και της πρωτοχρονιας και τα σχολεία ειχαν ανοίξει πάλι. Ηταν Σάββατο πρωί και η Μάνα μου με ξύπνησε να πάω στο σχολείο (τοτε κάναμε μάθημα και τα Σάββατα μονο που σχολούσαμε νωριτερα απο τις αλλες μέρες και δεν κάναμε μάθημα το απόγευμα εν αντιθέση με τις αλλες μέρες που κάναμε). Μου εφτιαξε γάλα ζεστό Νουνου (απο τότε ήταν το νουνού στη ιδια συσκευασία που είναι και τώρα σε κουτί) και μερικά τσουρεκάκια που είχαν μείνει απο τις γιορτές. Ηταν καλή μερα για το μαζεμα των ελιών και η Μάνα μου άφησε παραγγελια να ψήσω τα φασολάκια που είχε ετοιμάσει και να τα πάω στο χωράφι που θα μάζευαν μαζί με τις αδελφές της. Για να μην κάνω κανένα λάθος στο μαγειρεμα μου εγραψε οδηγίες σε ενα χαρτί. Εφυγα για το σχολείο και η Μάνα μου με τις θείες μου για τις ελιες. Στο δρόμο καθώς πήγαινα για το σχολειό παρατηρούσα οτι τα χορταράκια στις ακρες του δρόμου ηταν ασπρα σαν χιονισμένα απο την πάχνη και στις μικρές λακουδίτσες με νερό είχε παγώσει το νερό. Ειχε κάνει ενα λεπτο στρώμα πάγου σαν λελατίνα που έσπαγε αν τις ακουμπούσες με το παπούτσι σου. Ο Ηλιος είχε βγεί, αλλά ηταν ηλιος με δόντια, οπως λέμε, αφού τη νύχτα δεν είχε σύννεφα και η πάχνη και το απόϊ είχαν καλύψει οτι πράσινο υπήρχε στη γή ακόμα και το χώμα. Το πάνω σχολείο (εκεί καναμε μαθημα τοτε) επειδή ηταν έξω από το χωριό προς τους κήπους είχε πιο πολύ κρύο και υγρασία από οτι ειχε μέσα στο χωριό στα σπίτια και το κάτω σχολειό τοτε δεν λειτουργούσε. Οταν κατά τις δωδεκα το μεσημέρι σχολασα απο το σχολείο, πήγα στο σπίτι για να μαγειρέψω τα φασολάκια. Μη φανταστήτε οτι τοτε υπήρχαν φρεσκα φασολάκια το χειμώνα ή κατεψυγμένα μπαρπα Στάθη !!Ηταν μπαρπουνοφασόλες αποξηραμένες που τις ειχε βάλει στο νερό η Μάνα μου αποσπέρας να μαλακώσουν. Πιο πολλοί καρποι ηταν παρα φυλλα φασόλια. Διάβασα τις οδηγιες που μου είχε γράψει η Μάνα μου και άναψα τη φωτιά στη παραστιά στο τζάκι. Τότε έτσι μαγειρευαν στη παραστια με ξερα ξήλα. Εβαζες ενα κοματι χαρτί με ενα κομάτι ξερό θημο ή αστιβήδα και απο πάνω ξερα ξήλα. Οταν άναβε η φωτιά εβαζες και κανένα πιο χοντρο για κρατήσει πιο πολύ ωρα η φωτιά. Τα φασολάκια ηταν στο πύλινο τσικάλι (το μαυροτσούκαλο που το λέγαμε γιατί ηταν ολόμαυρο απέξω απο τον καπνο της φωτιάς) οι πατάτες ηταν καθαρισμένες και κομμένες σε μια πετρολεκανίδα με νερό για να μην μαυρισουν. Ενα φλυτζανάκι του καφε ηταν μεμάτο λάδι σκεπασμένο με το πιατάκι του και ενας μαστραπάς γεμάτος νερό ηταν πάνω στο γύρο του τζακιού για να μην το ρίξουν οι κάτες (γάτες). Αφού εκανα οτι έγραφαν οι οδηγίες της Μάνας μου περίμενα να ψηθεί το φαγητό. Ηταν η πρώτη φορά που ανακατευόμουν με μαγειρική και είχα μεγάλη αγωνία αν τα κατάφερνα. Μετά απο αρκετη ωρα δοκίμασα τις πατάτες και τα καρπουλάκια και μου φάνηκαν οτι ηταν ψημένα. Εβαλα το φαγητό σε ενα κουνέτο πήρα πιάτα και πηρούνια εβαλα και δυο τρεις ντάκους παξημάδι σε ένα τρουβά, γεμισα ενα παγούρι με νερό και ξεκίνησα για το χωράφι στο βουνό, στη μούρη του Μαρασκά. Οταν εφτασα κοντά στο χωράφι με πήρε χαμπάρι η κατσίκα που την φιλιδωρούσα με φρέσκα φυλλαρακια κάθε μέρα και αρχησε να φωνάζει καλωσοριζοντας με. Ακουσα τη θειά μου την Καδιανή να λέει στη Μάνα μου. Ακούς την κατσίκα σίγουρα ηρθε ο γιός σου με το φαγητό. Καλώστονε ειπε η θεια η Μαρία με την ώρα ήρθες που πεινάσαμε να φάμε. Για να δούμε αν εψησες καλό φαΪ. Εβαλες μωρε αλάτι ; ρώτησε η θεια η Καδιανή . Εβαλα αλλά δεν ξερω αν είναι λίγο. Καλιά λίγο παρα πολύ αποκρυθηκε η θεια Μαρια που ηταν εξπερ στη μαγειρική. Εκάτσαμε και φάγαμε ολοι μαζί και μετά λέει η θεια μου η Καδιανή που ηταν επι των εξωτερικών (ετσι την έλεγε ο Μπαρμπας Μανώλης ο αδερφός της επειδή ηταν ολο στα χωράφια και βοσκιζε τα οζά και έκανε και ολες τις αγροτικές δουλιές που μπορούσε να κάνει μόνη της. Αντιθέτως την θεια Μαρία την έλεγε η επι των εσωτερικών γιατι φρόντιζε το σπιτι και το καθημερινό φαγητό) πιασε δυο πανια να στρωσουμε τον ποταμό να λυχνίσουμε τσοι ελιές. Τοτε τα εργοστάσια (φάμπρικες τις ελεγαν τότε) δεν επερναν ελιές με φύλλα αλλά τις ηθελαν καθαρές χωρις φύλλα και κλαδάκια. Ετσι για να φύγουν τα φύλλα πετούσανε με ενα κουβά τις ελιες κόντρα στον αέρα πάνω στα πανιά που είχαμε κάνει ποταμό (ποταμο τον λέγαμε γιατί βαζαμε τα πανια σε μάκρος έτσι που εμοιαζε με ποταμό).Αφου καθαρίσαμε τις ελιες απο τα φύλλα τις μαζέψαμε απο τα πανια τις σακιάσαμε, τις φορτώσαμε στο γαϊδαρο και φύγαμε για το χωριό. Η θειά μου η Καδιανή με πείραζε στο δρόμο καθως γυρίζαμε στο χωριό. Απο αυριο αναλαμβάνεις να μαγειρέυεις το φαϊ αφού τα καταφέρνεις. Αστο κοπέλι ησυχο γιατί εχει σχολειο και το φαΊ θα το κάνω εγώ. Απάντησε η θεια η Μαρία που ηταν ο τομέας της η μαγειρική. Η Μάνα μου γελούσε με τα πειράγματα των αδελφηδων της. Ηταν μια συνηθισμένη αγροτική χειμωνιάτικη μερα για την εποχή εκείνη και η πρωτη εμπειρία μου απο τσικάλι και μαγειρευματα. Ποτέ ομως δεν εγινα καλός μαγειρας. Ουτε καν μέτριος !!!!