Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΑΠΟΚΡΕΣ

Τσι μεγάλες αποκρές κουζουλένουνται κι γρες. Ετσα έλεγε η συχωρεμένη θειά μου η Καδιανή. Τσι αποκρές τσι ζούσανε οι παλιοί Λιμνιότες. Οσο τος επέτρεπε η αυστηρότητα της εποχής και τα λιγοστά μέσα που είχαν στη διάθεση τους. Θυμάμαι που ετοιμαζόμαστε απο εβδομάδες πριν. Περισσότερο ψυχολογικά παρα ενδυμασιακά, αφού βάζαμε οτι βρήσκαμε προχειρο. Κανένα φουστάνι τση Μάνας μας ή τση θειάς μας ή κρητικές ενδυμασίες με βράκες και γιλέκα ή ρασίδι των μπαρμπάδων μας. Το πιο απλό ήταν ενα σεντόνι που μας κάλυπτε από πάνω μέχρι κάτω. Κάποτε λένε ο Σουβλάς Μανόλης ντύθηκε αράπης!! Πήρε ενα μαυροτσούκαλο από κάποια παραστιά και μουτζούρωσε όλο του το σώμα . Μερικοί ήπαν οτι δεν φορούσε καθόλου ρούχα !!  Λόγω της νύχτας και του χαμηλού φωτισμού που είχαν τοτε τα σπίτια, να υπέθεσαν οτι δεν φορούσε. Άλλωστε οι απόκριες πέφτουν τις περισσότερες φορές χειμώνα καιρό και είναι δύσκολο να κυκλοφορείς γυμνός χωρίς ρούχα. Το πιθανότερο οτι είχε μουτζουρωσει και τα ρούχα του ή φορούσε μαυρα ρούχα και μαυρες μακρές γυναικίες κάλτσες. Κάποιες απόκριες είχαμε μαζευτεί ολα τα ξαδέρφια από το σόϊ του Πατέρα μου και μερικοί άλλοι συνομήλικοι και λίγο μικρότεροί μου και αφού ντυθήκαμε μασκαράδες βγήκαμε στη βόλτα. Πάντοτε πηγαίναμε σε συγγενικά σπίτια. Τότε δεν είχαμε το θάρος ή την εμπιστοσύνη να μπούμε σε άλλα σπίτια γιατί φοβόμαστε μη μας δείρουνε κιόλλας. Ηταν Σάββατο και οπως γράφω και σε κάποια άλλη ιστορία ο Γιώργης ο Κουνενός ήταν στο τσακάρικο του στα κάτω καφενεία και τελείωνε κάποια παπούτσα όταν σταματήσαμε όξω από το μαγαζί του και κουβεδιάζαμε από πιο σοκάκι να πάμε. Πότε μας πέταξε το γερμανικό κρανος με την αθράκι που είχε μισοσβήσει στον αέρα κιαυτό έσκασε σα μπόμπα στο καντερίμι και γεμισε ο κόσμος στάχτες και σπίθες και εμείς απου φύγει -φύγει από το φόβο μας, γίναμε λούηδες !! Εγαναχτύσαμε να ξαναβρεθούμε στον Αγιο Δημήτρη απόξω γιατι ο καθένας πηρε οπιο σοκάκι τούρθε βολικό στο ζόρε του απάνω. Τότε κινητά δεν υπήρχαν ουτε καν στο μυαλό μας. Η φαντασία μας ήταν περιορισμένη και δεν έφτανε ως εκεί !! Πολύ πιο μικρός στις πρώτες τάξεις του Δηματικού θυμάμαι που την τελευταία Κυριακή έκαναν πανηγύρι στο χωριό .Οι νεαροί της εποχής ντυνόταν μασκαράδες έφτιαχναν και μια καμήλα με τρία ατομα που ο ένας έκανε το κεφάλι της καμήλας και οι αλλοι δύο τις καμπούρες της .Της έβαζαν μια πατανία και γυρνούσαν στο χωριό και τους κερνούσαν οι χωριανοί κρασί και μεζέδες. Μετά μαζευόντουσαν στο περίβολο της Αγίας Τριάδας (στην παλιά εκκλησία ) που είχε αρκετό χώρο
και το έστηναν στο χορό  και τσι μαντινάδες. Ετσα περνούσαν οι παλιοί Λιμνιώτες τσι αποκρές .

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Ο βαρύς χειμώνας κι ο ποθαμένος που σκώθηκε ορθώς από τη κάσα του.

Λενε οτι οι καιροί έχουν αλάξει και οτι δεν κάνει μπλιό βαρείς χειμώνες όπως έκανε παλιά, μα ο φετεινός χειμώνας μας επανέφερε στη μνήμη παλιούς βαρείς χειμώνες. Ετσα κρυγιάδα εχω καιρό να θυμιθώ. Προθές εκατεβαίναμε με τον γαμπρό μου από το ακρωτήρι των χανίων στα χανιά και το θερμόμετρο στο αυτοκίνητο έδιχνε 2 βαθμοί κελσίου. Και στο χωριό κάνει ψοφόκρυο το χειμώνα. Ειδικά το πρωί με τα απόγια μπορεί να κατεύει το θερμόμετρο και στο μηδέν. Θυμάμαι όταν πήγαινα στο δημοτικό, πολλά πρωινά το νερό στσι λακουβίτσες ειχε κρυσταλώσει. Μάλιστα θυμάμαι ενα χειμώνα που έβρεχε τρείς βδομάδες συνέχεια και είχε πλημυρίσει ο ποταμός. Απο το συνεταιρικό ελαιοτρυβείο μέχρι την νοτική καμάρα, ο δρόμος με τον ποταμό ήταν ενα πράμμα. Το μισό αεροδρόμιο ήταν σκεπασμένο από τα νερά. Για όσους δεν ξέρουν, την κατοχή οι ιταλοί είχαν φτιάξει αεροδρόμιο από το κάτω σχολειό μεχρι  του νεκροταφείου τη καμάρα και έτσι έμεινε ή ονομασία της περιοχής αυτής αεροδρόμιο. Πιο παλιά το λέγανε στα αλώνια, γιατί ήταν γεματο από αλώνια που αλώνευαν οι Λιμνιώτες τα σπαρτά τους. Ετυχε λοιπόν να πεθάνει από συγκοπή (έτσι λέγανε τότε) ο Δινερομανώλης στο καφενείο του στα κάτω καφενεία. Επειδή έβρεχε και από τη βορνή καμάρα δεν μπορούσαν να περάσουν, αποφάσησαν να τον πάνε στο νεκροταφείο από την στενή στράτα που ήταν πιο βατός δρόμος. Η στενή στράτα ήταν ενας γαϊδουρόδρομος - άλλωστε τότε υπήρχαν ελάχιστα αυτοκίνητα-που ξεκινούσε από την Παναγία την Ευαγγελίστρια και τελείωνε στου βορά στο δρόμο που ανέβαινε στους νοτικούς μύλους .Και εκεί όμως σε ορισμένα σημεία το νερό είχε καλύψει το δρόμο. Ετσι οι αθρώποι που κρατούσαν τη κάσα επήγαιναν από τα χωράφια για να μη κολυμπήσουν στα νερά. Τα χωράφια ομως εκεί ήταν γεμάτα πέτρες και κάποιος από τους τέσσερεις που την κρατούσαν παραπάτησε και ο πεθαμένος έφυγε από την κάσα και στάθηκε ολόρθος στο χωράφι !! Τότε βέβαια τους πεθαμένους τους σαβανώνανε και δεν μπορούσαν να λυγήσουν γιατι το σάβανο ήταν μονοκόματο. Για μερικά δευτερόλεπτα οι αθρώποι που συνόδευαν τον νεκρό τα' χασαν. Γρήγορα όμως συνήλθαν και ξανάβαλαν το νεκρό στη κάσα και τον πήγαν και τον έθαψαν στο νεκροταφείο. Εμεινε όμως η ιστορία οτι ο Δινερομανώλης εσκώθηκε από την κάσα και στάθηκε ορθώς γιατί δεν του άρεσε που τον πήγαιναν από τα χωράφια στο νεκροταφείο.