Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Η ΚΑΛΗ ΧΕΡΑ ΤΣΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Στα παιδικά μας χρόνια η μέρα της πρωτοχρονιάς είχε ιδιαίτερη θέση στο εορταστικό μας ημερολόγιο. Ήταν η μέρα που  οι θείοι και οι θείες μας θα μας έκαναν την <καλή χέρα>. Τι ήταν η <καλή χέρα> ; Ήταν το χαρτζιλίκι που μας έδιναν το πρωί της πρωτοχρονιάς όταν μας έστελναν οι μανάδες μας με ένα πιάτο κουραμπιέδες μελομακάρουνα και άλλα και πηγαίναμε στα σπίτια των μπαρμπάδων μας να κάνουμε ποδαρικό για καλή χρόνια. Αυτοί μας έδιναν κέρματα συνήθως, αλλά για μας φαινόταν θησαυρός. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μου έδωσε η Μάνα μου ένα πιάτο μελομακάρουνα και κουραμπιέδες και το πήγα στης θειάς μου της Αριστέας (του Μπάρμπα Κυπαρίσσι γυναίκα). Πρέπει να ήμουν επτά χρονών. Ο θειά πήρε το πιάτο το άδιασε και το γέμισε ξανά αυγοκαλάμαρα. Ο Μπάρμπας έβαλε το χέρι του στη τσέπη του κρητικού γιλέκου του (φορούσε φράκες κρητικές) και μου έδωσε ένα τάλιρο !! Γύρισα χοροπηδώντας σπίτι μας και φώναζα. Ο θείος μου έδωσε ενα μεγάλο λεφτό. Μέχρι τότε ήξερα τις πεντάρες, τις δεκάρες, τις κοσάρες (εικοσάρες) αντε και τα πενηνταράκια !! Αλλά τάλιρο δεν είχα πιάσει στα χέρια μου. Καλά καλά δεν το γνώριζα !! Απο τότε κάθε πρωτοχρονιά με χαρτιλικώνανε οι μπαρμπάδες μου που τους έκανα το ποδαρικό. Μου κάνανε την <καλή χέρα> έτσι για το καλό του χρόνου. Το μόνο που άλλαζε ήταν τα λεφτά !!  Κάθε χρόνο αξίζανε και λιγότερα !! Μέχρι που τα κατοστάρικα που μας δίνανε για καλή χέρα έιχανε λιγότερη αξία από τα τάλιρο που μου έδωσε ο Μπάρμπας ο Κυπαρίσσης  το 1950 !!!

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Καλά Χριστούγεννα και χρόνια καλά σε όλους τους Λιμνιώτες και Λιμνιώτισες όπου κιαν βρήσκονται, με υγεία και χαρά.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

ΕΝΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΕΣ ΤΑΞΙΔΙ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Ήταν παραμονές χριστουγέννων του 1963. Τότε ήμουνα φοιτητής στη Θεσσαλονίκη και θέλαμε να κατεβούμε στο χωριό να κάνουμε χριστούγεννα με τις οικογένειες μας. Περιμέναμε στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης το τραίνο intersity που θα ερχόταν από Γιουκοσλαβία για να πάμε στον Πειραιά. Μαζί μου ήταν και ο Στέλιος ο Λεμπιδάκης που υπηρετούσε φαντάρος στη Πτολεμαϊδα. Είναι αυτός που φαίνεται στη φωτογραφία ψαρομένος σταβόγαλος !! Περιμέναμε αλλά το τραίνο είχε καθυστέρηση λόγω χιονιού. Ετσι αποφασίσαμε να πάρουμε ένα <<πειρατικό>> ταξί και να πάμε Λάρισα για να μην χάσουμε το καράβι για την Κρήτη. Μπήκαμε 6 άτομα στο ταξί και ξεκινήσαμε για Λάρισα. Ομως έξω από την Θεσσαλονίκη το χιόνι ειχε στρωθεί για καλά στο δρόμο και σε μια στοφή κοντά στο Πλατί το ταξί που δεν είχε αλυσίδες, βγήκε έξω από το δρόμο.΄Ευτυχώς κανείς δεν έπαθε τίποτα. Εγώ και ο Στέλιος πήραμε τις βαλίτσες μας και σταματήσαμε ένα φορτηγό που είχε λακίκι. Ανεβήκαμε στη καρότσα του και μας πήγε στο σταθμό του τραίνο. Εκεί έφευγε μια οτομοτρίς για Κατερίνη. Μπήκαμε μέσα και στη Κατερίνη βρήκαμε το τραίνο που είχε φύγει πρίν τρεις ώρες από την Θεσσαλονίκη αλλά λόγω καιρού είχε καθυστερίσει και περίμενε να ανοίξουν τη γραμμή στα Τέμπη για να φύγει. Για καλή μας τύχη μόλις μπήκαμε στο τραίνο φύγαμε αμέσως μια και ειδοποίησαν ότι η γραμμή είχε καθαριστεί από τα χιόνια. Στον Πειραιά φτάσαμε βράδυ μετά από καθυστερίσεις και στάσεις του τραίνου. Πήγαμε τρέχοντας να προλάβουμε το πλοίο για το Ηράκλειο. Και ευτυχώς είχε καθυστερίσει και εδώ ο απόπλους γιατί υπήρχε πολύς κόσμος που ήθελε να ταξιδέψει και γινόταν ο χαμός. Οι λιμενικοί δεν άφηναν τον κόσμο να μπεί μέσα. Ο κόσμος έσπρωχνε να μπεί και στην αναμπουμπούλα μπήκαμε μέσα μαζί με τον Στέλιο. Τελικά το πλοίο έφυγε με το κατάστρωμα να είναι πατίσμε-πατώσε από την φοιτηταρία και τους φαντάρους. Ούτε εισητήριο βγάλαμε!! Που να βρούνε ακρη οι αξιωματικοί του πλοίου!! Ο καιρός ήταν χιονιάς και φυσσούμε παγωμένος βορειάς στο κατάστρωμα. Έριχνε αραιές νυφάδες χιονιού στα κεφάλια μας, όσες άφηνε ο αέρας να πέσουν στο κατάστρωμα του πλοίου. Βρήκαμε κιάλλους Λιμνιώτες που κατεβαίνανε κιαυτοί στο χωριό για τα χριστούγεννα. Τον Σταυρούλη τον Πεδιαδίτη, τον Μιχάλη τον Καλιώρη, τον Βαγγέλη του Τσιφτεδογιάννη, κιάλλους.  Βάλαμε τις βαλίτσες κόντρα στον αέρα βορόσκιο να παντούν τον αέρα και μαζευτήκαμε απο πίσω, κοντά ο ένας με τον άλλο για να βγάλουμε τη νύχτα στο κατάστρωμα. Ο Βαγγέλης μάλιστα πήρε μια κουβέρτα και μπήκε σε μια βάσκα του πλοίου. Τράβηξε το μουσαμά-κάλυμα της και κοιμήθηκε εκεί μέσα γιατί έλεγε πως ήταν πιό ζεστά. Μετά από μερικές ώρες βγήκε ξηλιασμένος και ήρθε να ζεσταθεί μαζί μας. Οι περισσότεροι βέβαια δεν κλείσαμε μάτι όλη την νύχτα. Το πρωί φτάσαμε στο Ηράκλειο. Πήραμε το λεωφορείο για το χωριό κατακουρασμένοι, ταλαιπωριμένοι, αλλά χαρούμενοι που καταφέραμε να φτάσουμε στη Κρήτη και στο χωριό μας στι Λίμνες, να κάνουμε χριστούγεννα και γιορτές με τις οικογένειες μας.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

ΕΝΑ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΜΕΘΥΣΙ

 Εγώ ο Θεοχάρης του Παπά Βαγγέλη κι ο ξάδερφός μου ο Θεμιστοκλής του Κοκόλη την εποχή εκείνη

Ήταν Οκτώβρης μήνας του 1968 ημέρα Παρασκευή. Η μάνα μου μου είχε στείλει ένα δέμα με τον Σιγανό που είχε μια τρίκλυκλη μοτοσυκλέτα BMW και έφερνε στην Αθήνα δέματα από τσι Λίμνες. Οι τρίκυκλες είχαν αντικαταστήσει τα κάρα του Κουτουρατζή και του Χειμώνη, αλλά τώρα έκαναν μεγαλύτερες διαδρομές και έφταναν μέχρι την Αθήνα. Ο Καλιωραντώνης που είχε κι αυτός τρίκυκλη είχε αναλάβει τις τοπικές μεταφορές Αγιο και Νεάπολη. Έφερε λοιπόν ο Σιγανός το δέμα τσι Μάνας μου και άφησε και ένα δέμα για τον ξάδερφό μου τον Θεμιστοκλή, που μέναμε μαζί. Το απόγευμα που ήρθε ο ξάδερφος από το Πανεπιστήμιο ανοίξαμε τα δέματα.Δυο τρία μπουκάλια ρακί, σταφύδες, αμύγδαλα, αυγά, κιάλλα φαγόσημα, είχαν τα δέματα. Εν τω μεταξύ ήρθαν στο σπίτι, φίλοι του Θεμιστοκλή φοιτητές κι αυτοί, άλλοι στην ιατρική (ο Λεκανίδης με τον Χουλάκη) άλλοι στη Νομική και αρχήσαμε να πίνουμε τη ρακή. Είχα πάρει κι ένα πικάπ τότε. Βάλαμε μερικές πλάκες κρητικά και αρχήσαμε να χορεύουμε όλοι μαζί . Αργότερα ήρθαν και τα ξαδέρφια του ξαδέρφου μου (από τη Μάνα του) οι Αμαριωτάκιδες και μπήκαν κιαυτοί στο χορό. Πϊναμε και τρώγαμε αμύγδαλα και σταφύδες. Ο Ντόλης είχε μεθύσει και με προκαλούσε με το νεροπότηρο γεμάτο ρακή. Κατέβασε κανα δυό ποτήρια κι έτσι που σηκώθηκε να χορέψει μπέρδεψε τα πόδια του κι έπεσε φαρδύς πλατύς ευτυχώς στο κρεβάτι του Θεμιστοκλή. Το κρεβάτι όμως ήταν μονό κι ο Ντόλης ήταν ψηλός και δεν τον χώρεσε όλον. Ετσι κτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο και εμεινε ξερός με την γλώσσα όξω. Εμείς τα χρειαστήκαμε. Τον άρχησαμε στα χαστούκια για να συνέλθει και με τα πολλά άνοιξε τα μάτια του. Τον πήραμε σηκωτό και τον πήγαμε στο Λαϊκό Νοσοκομείο που ήταν κοντά και του΄εκαναν μια ένεσι καφεϊνης να συνέλθει. Κι εγώ βεβαια ήμουν μεθυσμένος αλλά όση ώρα ήμουν όρθιος δεν είχα πρόβλημα. Όταν όμως γυρίσαμε σπίτι και ξάπλωσα είδα το ταβάνι να γυρίζει γυρο-γυρο σαν τα πανιά των νερόμυλων των Λιμνών. Πήγα να συκωθώ αλλά μούρθε το στομάχι στο στόμα και φώναξα του Θεμιστοκλή να μου φέρει τον κουβά γιατί δεν μπρολάβαινα να πάω στον καμπινέ να κάνω εμετό, ότι είχα φάει !! Έβγαλα τα σκώθια μου που λέγανε οι παλιοί και συνήλθα κάπως. Ο Θεμιστοκλής μου έκανε ένα καφέ αλλά μόλις τον ήπια τον έβγαλα κι αυτόν. Τελικά ξαπλώσανε τον Λάμπη στο κρεβάτι του Θεμιστοκλή και εγώ στο δικό μου και οι υπόλοιποι βάλανε δυο στρώματα στο πάτωμα και βολευτήκανε κιαυτοί. Το πρωί έπρεπε να συκωθώ να πάω στην Ελευσίνα που ήμουν υπηρεσία στον πύργο ελέγχου. Το στομάχι μου ήταν χάλια. Τότε κάναμε υπηρεσία όλο το Σαββατοκύρικο για να έχουμε τα άλλα του μήνα ολόκληρα χωρις υπηρεσία ελεύθερα. Ετυχε να ήταν η σειρά μου. Σε ποιόν να το έλεγα να με αλλάξει που ήταν Σάββατο (τότε δουλεύαμε και τα Σάββατα) και όλοι είχαν κανονίσει που θα περνούσαν το Σαββατοκύριακό τους. Πήγα στο Μοίραρχο να του πώ το πρόβλημα που είχα, ίσως αυτός με καταλάβει μια και ήταν φανατικός κρασοπατέρας να μου δώσει λύση. Γέλασε όταν του είπα την ιστορία με το πικάπ και τη ρακή και μου είπε. Αυτά τα έκανα κι εγώ στα νιάτα μου. Λοιπόν θα σου βάλω δυο καλούς βοηθούς όποιους θες εσύ και εσύ θα πέσεις να κοιμηθείς μια και δεν έχει καθόλου κίνηση αυτό το Σαββατοκύριακό. Θα πώ και στον μάγειρα της λέσχης να σου φτιάξει ενα λαπά να φτιάξει το στομάχι σου. Έτσι και το πρόγραμμα δεν θα χαλάσεις και θα κάνεις την υπηρεσία της αργίας που είσαι προγραμματισμένος και θα φτιάξεις και το στομάχι σου. Πήγα στον πύργο ελέγχου κι αφού σχόλασαν οι άλλοι ελεγκτές έφαγα λίγο λαπά που μου έφεραν από την Λέσχη και έπεσα να κοιμηθώ το Σάββατο το μεσημέρι. Όταν ξύπνησα το πρωί και ντύθηκα για να πάω επιθεώρηση στον διάδρομο, είδα και τους άλλους ελεγκτές να έρχονται . Απόρρησα !! Τι κάνετε Κυριακάτικα εσείς εδώ ; Τους ρώτησα . Ποιά Κυριακή- μου απαντούν- Σήμερα είναι Δευτέρα. Βρε αθεόφοβε κοιμήθηκες το Σάββατο και ξήπνησες σήμερα ; Είχα κοιμηθεί δυο μέρες συνέχεια και δεν με ξύπνησαν οι βοηθοί μου για να συνέλθω από το μεθύσι και δεν το είχα καταλάβει !!! 

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΤΕΛΑΛΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Σήμερα θα σας γράψω για ενα άλλο χαρακτηριστικό τύπο του χωριού μας, που ήταν ο τελάλης που φώναζε στους χωριανούς τις διάφορες ανακοινώσεις της Κοινότητας ή της ενορίας. Ακόμα και άλλων βέβαια που τον πλήρωναν γιαυτό. Τον γνώρισα από μικρό παιδάκι μια και το σπίτι του ήταν πολύ κοντά στο δικό μας. Ήταν μετρίου αναστήματος με πολύ κοντό μαλί και δεν τον θυμάμε ποτε να ήταν φρεσκο-ξυρισμένος. Φορούσε πάντοτε στηβάνια και παντελόνια. Το καλοκαίρι φορούσε πουκάμισο με μακριά μανίκια ανεμπουκωμένα μέχρι τους αγκώνους του και το χειμώνα φορούσε μια στατιωτικία χλένη από πάνω.
Είχε ένα κάρο που το έσερνε ένα μουλάρι και ήταν ένας από τους τρείς καραγογέριδες του χωριού. Οι άλλοι δυό ήταν ο Γρηγόρης και ο γέρο Χειμώνης. Αυτοί πήγαιναν στη Νεάπολη. Ο γείτονας λοιπόν ο Δατσεράκης που έμαθε ότι τον έλεγαν έτσι όταν πήγα στο γυμνάσιο γιατί πήγαινε και ο μικρότερος γιός του ο Ευθύμης, είχε αναλάβει τη γραμμή Λιμνών Αγίου Νικολάου και μετέφερε διάφορα προϊόντα προς πώληση ή τα πήγαινε σε συγγενείς που έμεναν στον ¨Αγιο. Στο γυρισμό έπερνε πράμματα που του έδιναν και παραγγελίες και τις έφερνε πίσω στο χωριό.
 Όλοι οι χωριανοί τον ήξεραν με το παρατσούκλι του. Ο Δημήτρης ο κουτουρατζής. Όταν ρώτησα κάποτε την θειά μου τη Μαρία (αδελφή της Μάνα μου) γιατί τον έλεγαν έτσι μου απάντησε γελώντας ότι έκανε κουτουράδες και του δώσαν αυτό το παρατσούκλι. Σηκωνώταν πολύ πρωί και ετοίμαζε το κάρο του και μάζευε τις παραγγελίες και πήγαινε στον Αγιο. Γυρνούσε απόγευμα τις περισσότερες φορές μεσομεθυσμένος από τα κεράσματα που του έκαναν στον Αγιο και όταν τελείωνε την διανομή στο χωριό και πήγαινε σπίτι του τον είχαν απομεθύσει.  Όποιος έπερνε την παραγγελία του τον κερνούσε δυό ρακές ή ενα ποτήρι κρασί. Όταν έφτανε έξω από το σπίτι του με το κάρο αδειο, φώναζε στον Αντώνη το μεσαίο γιό του να ξεζευλώσει από το κάρο το μουλάρι και να το πάει στο σταύλο να το φτιάξει. Ο Αντώνης πάντα διαμαρτηρώταν γιατί όλο αυτόν φώναζε και δεν φώναζε και τον μικρότερο τον Ευθύμη. Αλλά ο Κουτουρατζής ήταν ανένδοτος. Εσύ δα πας του φώναζε, ο Ευθύ, μης είναι μικιός. Τα καλοκαιρινά βράδυα που οι χωριανοί καθόταν στις πόρτες των σπιτιών τους απ' έξω, γιατί έκανε ζέστη, στης θειάς μου της Μαρίας τη πόρτα μαζευόταν όλα τα γυναίκόπαιδα της γειτονίας. Όταν τα βράδυα ο Κουτουρατζής γυρνούσε από το καφενείο για να πάει σπίτι του να κοιμηθεί, σταματούσε στης θειάς μου να πάρει τη γυναίκα του την Γαρυφαλιά. Αν είχε πχεί και κάμποσα ποτηράκια καθόταν και μας έλεγε ιστορίες από τον πόλεμο της Μικράς Ασίας που τον είχαν πιάσει αιχμάλωτο οι Τούρκοι. Η γυναίκα του η Γαρεφαλιά ήταν μια πολύ καλή γυναίκα πάντοτε με το χαμόγελο παρ΄'όλες τις κακουχίες της εποχής. Τότε βέβαια οι γυναίκες αν και έκαναν όλες τις δουλιές στο σπίτι αλλά και έξω στα χωράφια, ελάχιστες απαιτήσεις είχαν. Για να μη πώ οτι δεν είχαν καθόλου απαιτήσεις. Ασε που οι άνδρες της εποχής εκείνης δεν σήκωναν και πολλά πολλά και έπεφτε ξύλο όταν δεν συνεμορφώταν με τας <<υποδείξεις>>. Τις Κυριακές λοιπόν μετά την εκκλησία που δεν εκτελούσε το συνηθισμένο δρομολόγιο, ο Κουτουρατζής εκτελούσε χρέη τελάλη και φώναζε διάφορα . π.χ. Ο Δήμαρχος είπε να καθαρίσετε τσι δρόμους και να ασβεστώσετε τσι τοίχους και τα κατώφλια των πορτών γιατί δα ρθεί ο δεσπότης την άλλη Κυριακή. Ή η ενορία ενοικιάζει τα μοναστηρικά χωράφια όποιος ενδιαφέρετε να πάει στο γραφειό σε μια ώρα. Και άλλα τέτεια. Η καταγωγή του δεν ήταν από το χωριό. Στο χωρίο ήρθε γαμπρός από το χουμεριάκο. Λέγανε ότι είχε ένα αδελφό που που έκανε το μεταπράτη. Δηλαδή αγόραζε διάφορα πράμματα που πουλούσαν και τα ξαναπουλούσε σε άλλους. Έκανε και τράμπες. Αντάλαζε δηλαδή ζώα, χωράφια. και άλλα διάφορα. Κάποτε πήρε ένα γέρικο άσπρο γαϊδαρο από ένα γέρο απο το χωριό μας για να του φέρει ένα πιο νέο και να πάρει και την διαφορά σε χρήμα. Αφού τον πήγε στο χουμεριάκο στο σταύλο του, τον πασάληψε με καπνιά και την άλλη μέρα τον έφερε μαύρο στον γέρο και του λέει. Μπάρμπα σου έφερα ένα νέο γαϊδαρο πρώτο πράμμα, δώσε μου τη διαφορά που συμφωνήσαμε. Του έδωσε ο γέρος τα λεφτά και τον έβαλε στο σταύλο. Την άλλη μέρα πήγε στον κήπο το γάϊδαρο. Τον έδεσε σ'ένα γύρο και πήγε στο καφενείο να πχεί ένα καφέ. Όμως έπιασε βροχή και όταν σταμάτησε πήγε να πάρει το γάϊδαρό του από τον κήπο. Αντί για μαύρο γαϊδαρο είδε ένα ασπρο. Για μια εστιγμή τα έχασε. Σκέφτηκε ότι του έκλεψαν το γάϊδαρο και του έβαλαν άλλο στη θέση του. Μετά γνώρισε το σκηνί και το σαμάρι και είδε πώς ήταν ο παλιός γάϊδαρος του που είχε δώσει για να του φέρουν νεότερο. Βρήκε και μερική καπνιά στο λαιμό του γαϊδάρου και κατάλαβε την απάτεωνιά που είχε κάνει ο τραμπαρόρος. Ο Κουτουρατζής λένε ότι από τότε δεν ξαναμίλησε στον αδερφό του, γιατί τον εξέθεσε στους χωριανούς με την απατεωνιά που έκανε στον γέρο. Μπορεί να ήταν φτωχός αλλά ήταν υπερήφανος άνθρωπος με την καλή έννοια.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

ΕΝΑΣ ΩΡΑΙΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΩΝ 1950-1960

Ηταν ένας αδύνατος μεσόκοπος άνθρωπος, κακομούτσουνος μαυριδερός, με ζαρωμένο πρόσωπο από την αγροτική ζωή και τις στερήσεις αλλά η καρδιά του ήταν περιβόλι. Αγαπούσε τη ρακή και το χωριό μας. Που τον έχανες που τον έβρησκες σχεδόν κάθε πρωί ήταν στου Χριστίνη το καφενείο με το γαϊδαρό του με μια μεσοδιαλυμένη πάνινη βαλίτσα μεσοσόμαρα και ένα σκαπέτι μόνιμα κρεμασμένο και ένα τρουβά με τα εργαλεία του.
Στο χωριό βέβαια ερχόταν για δουλειά γιατί ο άνθρωπος ήταν εργάτης και έψαχνε να βρεί κανένα μεροκάματο για να θρέψει την οικογενειά του. Και στο χωριό υπήρχαν πολλες δουλειές. Σκαψίματα στους κήπους. στα αμπέλια, κλαδέματα, ξεκοπρήσματα και διάφορα άλλα μερεμέτια που μπορούσε να κάνει αυτός ο άνθρωπος. Αφού λοιπόν έβγαζε το μεροκάματο΄,πήγαινε στο καφενείο και έπινε μερικές ρακές.
Εκεί λοιπόν μαζευόταν τα παιδιά και τον παρακαλούσαν να παίξει καραγκίοζη. Όλοι στο χωριό τον γνώριζαν με το όνομα <<ο καραγκιόζης απο το χουμεριάκο>> γιατί το δεύτερο επάγγελμα -ας το πούμε- ήταν καραγκιοζοπαίκτης. Γιαυτό και η μόνιμη βαλίτσα με τα σύνεργα στο σαμάρι του γαϊδάρου του.
Το καλοκαίρι έπαιζε έξω στη πλατεία. Αλλά τον χειμώνα έπαιζε μέσα στα καφενεία του χωριού. Στο διάλειμμα της παράστασης έβγαζε δίσκο και οι πατεράδες έδηναν τον οβολό τους για την διασκέδαση των παιδιών τους. Είχε μεγάλο ρεπερτόριο και κάθε φορά έπαιζε και άλλο επεισόδιο. Στο τέλος της παράστασης ακολουθούσαν τα επίκαιρα του χωριού.
Δεν έπαιζε κάθε κάθε μέρα καραγκιόζη. Συνήθως έπαιζε μια φορά το μήνα το χειμώνα και πιο συχνά το καλοκαίρι. Ήταν όμως καταπληκτικός καραγκιοζοπαίκτης. ¨Οταν μεγάλωσα και έφυγα από το χωριό, γνώρησα και άλλους καραγκιοζοπαίκτες. Αλλά μονο ο μεγάλος Ευγένιος Σπαθάρης τον περνούσε στην τεχνική του καραγκιοζοπαίχτη.
Μια φορά λοιπόν έπαιζε στου Χριστίνη την παράσταση <ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φύδι.>. Μετά την παράσταση παρουσίασε τα νέα του χωριού που μεταξύ των άλλων περιλάμβανε και
το κλέψιμο ένός τυριού του μπάρμπα μου του Κυπαρίση από ένα σκύλο. Ο μπάρμπας είχε ξεχάσει την πόρτα ανοιχτή και μπήκε ο σκύλος και πήρε το τυρί από το τραπέζι. Τον πήρε στο κυνήγι και ο σκύλος έτρεχε πρός του χριστινη το καφενείο. Στον μπερντέ λοιπόν έδειξε τον καραγκίοζη που φώναζε: Το τυρί μωρέ, το τυρί πιάστε το τυρί που πήρε ο σκύλος από του Κυπαρίση. Και έδειχνε και ένα σκύλο που κρατούσε το τυρί και τον κυνηγούσαν ο καραγκιόζης με τα κολυτήρια του. Και εμείς από την πλατεία τα πιτσιρίκια να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια. Ακόμα και ο μπάρμπας μου ο Κυπαρίσσης που ήταν παρών και παθών γελούσε κι αυτός.
Αυτός ήταν ο <καραγκιόζης από το χουμεριάκο> που μας διασκέδαζε όταν δεν υπήρχαν τηλεοράσεις, θέατρα και συνεμάδες στα παιδικά μας χρόνια.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Η ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 1968

Το 1968 έμενα στην Αθήνα κοντά στη πλατεία του Αγίου Θωμά στο Γουδί. Οδός Αγίας Λαύρας 63 στη πολυκατοικία του Γιατρού του Μενεγάκη, αδερφού της γυναίκας του Μπάρμπα μου του δασκάλου Στάθη Χαλκιαδάκη. Μέναμε μαζί με τον ξάδερφό μου τον Θεμιστοκλή του Μπάρμπα μου του Κοκόλη (Νικολάου Χαλκιαδάκη), σε ένα διαμέρισμα στο ισόγειο. Θυρωρός ήταν ο Νικολής του Απαλαγού που τον είχαμε ρεζέρβα στη πρέφα όταν δεν βρήσκαμε άλλο για τρίτο. Στη πολυκατοικία ερχόταν πολλοί χωριανοί . Μεταξύ αυτών και ο ξάδερφός μου (από τη Μάνα μου) Σταύρος του Παρθένη (Μανώλη Κοκολάκη του Χαρίλαου) και παίζαμε πολλές φορές πρέφα όταν δεν είχε διαβάσματα ο Θεμιστοκλής. Πρίν τις απόκριες μας ρώτησε αν είχαμε κανονίσει να πάμε κάπου την καθαρά Δευτέρα. Του είπαμε ότι δεν είχαμε κανονίσει και μας κάλεσε να πάμε στο σπίτι που έμενε στο Περιστέρι, να μας κάνει το τραπέζι, μια και θα ήταν εκεί και η κοπελιά του, μετέπειτα κυρία Κοκολάκη.
     Ξυπνήσαμε λοιπόν τηνΚαθαρά Δευτέρα το πρωί, βάλαμε τα σχολιανά μας και πήραμε το λεωφορείο να κατεβούμε στην Ακαδημία και απο εκεί κάπου από την Ομόνοια πήραμε το άλλο λεωφορίο για το Περιστέρι. Φτάσαμε κάποια ώρα στο σπίτι που έμενε ο Σταύρος. Χαιρετήσαμε την οικοδέσποινα και της δώσαμε το δώρο μας, μια και ερχόμαστε πρώτη φορά στο σπίτι και κάτσαμε μέχρι να ετοιμάσει τα φαγητά η κοπελιά του Σταύρου. Αντε να παίξουμε μια πρέφα μέχρι να ετοιμαστούν τα φαγητά λέει ο Σταύρος. Αλλο που δεν θέλαμε και εμείς το στρώσαμε στη πρέφα.       Όταν ετοιμάστηκαν τα νυστήσιμα μας φώναξε στο τραπέζι η κοπελιά του Σταύρου. Κάτσαμε και αρχήσαμε το φαγωπότι. Χταποδάκι βραστό ραπανάκια με μαρούλι σαλάτα, πατάτες βραστές, γαρίδες και ταραμοκεφτέδες. Αφού τρώγαμε και πίναμε κανα δυο ώρες και μας έπιασε το απόγευμα ο ξάδερφός μου ο Θεμιστοκλής με σκουντούσε να φήγουμε γιατί κάτι τον είχε πειράξει, στο στομάχι. Αφού χαιρετήσαμε το Σταύρο και την κοπελιά του, πήραμε το λεωφορίο και κατεβήκαμε στην Ομόνοια. Από εκεί ανεβαίναμε την Πανεπιστημίου για να πάρουμε το λεωφορίο για τι Γουδί. Οι δρόμοι ήταν άδειοι λόγω της ημέρας και τα αυτοκίνητα πολύ λίγα στους δρόμους. ¨Οπως είναι συνήθως η Αθήνα στις μεγάλες γιορτές, όπου ο κόσμος πάει στα χωριά του. Κάποια στιγμή έχασα τον Θεμιστοκλή από δίπλα μου. Ρε που πήγε αυτός αναρωτήθηκα και έψαξα να τον βρώ. Τον βλέπω σε ένα σιδερένιο καλάθι που ήταν κρεμασμένο σε ένα στήλο της ΔΕΗ να κάνει εμετό. Ρε τι κάνεις εκεί ; Τον ρωτώ. Ασε ξάδερφε με θερίσανε οι ταραμοκεφτέδες και το κρασί του Σταύρου μου απάντησε. Θές να πάρουμε ένα ταξί αν δεν είσαι καλά να πάμε σπίτι ;Τον ρωτώ. Ασε καλύτερα να πάρουμε το λεωφορίο, μα δε θα έχει πολύ κόσμο σήμερα, να κάτσω και σε κανένα παραθύρι να μου κτηπήσει αέρας να συνέλθω. Προχωρήσαμε λιγάκι ακόμα και φτάσαμε στην αφετηρία του Γουδί στην Ακαδημίας. Τον ξαναρώτησα. Μωρε σύ καλά είσαι ; Καλύτερα μου απαντά. Μετά που τα έβγαλα και ξαλάφρωσα αισθάνουμε καλύτερα. Μπήκαμε στο λεωφορίο και πήγαμε σπίτι μας. Ο Θεμιστοκλής μόλις κατεβήκαμε μου είπε. Αυτοί οι κωλοταραμοκεφτέδες μου την κάνανε τη δουλειά μα δε πρόκειται να τσι ξαναφάω. !!! Έβαλα τα γέλια, τον έπιασα αγγαζέ και πήγαμε στο διαμέρισμα που νοικιάζαμε.