Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Τελικά λύθηκε το μυστηριο σχετικά με τις φωτογραφίες της κατοχής. Την περασμένη βδομάδα πήγα στο χωριό να δω αν έχουν ελιές οι ελιές για να κανονίσω την πορεία μου, αν αξίζει να έρθω να τις μαζέψω. Με την ευκαιρία αυτή πήγα να δώ στοι φίλους και τσοι συγγενείς στον Αγιο Νικόλαο. Εσμίξαμε σε ενα καφενείο με τον σύντεκνο μου τον γιατρό τον Ευαγγελινάκη, τον ξάδερφό μου τον Βαγγέλη του Τσιφτεδογιάννη, τον Πρώην Δήμαρχο και χωριανό μας Γιώργη Μενεγάκη και άλλους. Πάνω στη κουβέντα ήρθε η αθηβολή για τσοι φωτογραφίες τση κατοχής. Μου λένε λοιπόν οτι αυτές τις έχουν σε ενα βιβλίο που το έχει το βιβλιοπωλείο Προμηθέας που είναι απέναντυ από την εκκλησία του Νοσοκομείου. Δεν έχασα καιρό πήγα και βρήκα το βιβλιοπολείο και πήρα το βιβλίο που φέρει τον τίτλο ¨ΚΡΗΤΗ 1942 Οι φωτογραφίες του Lidio Cipriani. Αυτός λοιπόν ο Ιταλός Ταγματάρχης εξ εφέδρων και καθηγητής ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, ήρθε στη Κρήτη με σκοπό να μελετήσει ανθρωπολογικά τους Κρητικούς, το Σεπτέμβριο του 1942. Απο την Ρόδο του μέσω Καρπάθου, Κάσου ήρθε στον Αγιο Νικόλαο που ήταν έδρα της Ιταλικής Μεραρχίας "Σιένα" με απόσπαση στο 32 Σύνταγμα της Μεραρχίας. Με έδρα τις Λίμνες γυρίζει τα χωριά του Λασιθίου και πέρνει φωτογραφίες απο τους κατόικους των. Στη συνέχεια πηγαίνει και στους άλλους Νομούς της Κρήτης και πέρνει απο πολλά χωριά φωτογραφίες μέχρι τον Σεπτέβριο του 1943 οπου οι Γερμανοί ανέλαβαν την διοίκηση και της Ανατολλικής Κρήτης και έδιωξαν τους Ιταλούς. Στο χωριό εχει βγάλει δυο σειρές φωτογραφιών. Η πρώτη είναι τον Σεπτέμβριο του 1942 και η δεύτερη σειρά τον χειμώνα του 1943 (Γενάρης- Φλεβάρης). Γιαυτό στη δεύτερη σειρά οι κάτοικοι του χωριού μας φορούν τα ρασίδια στους όμους τους.

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΤΟ 1942 (ΜΕΡΟΣ Β')

Σήμερα θα συναντήσουμε στις φωτογραφίες περισότερα γνώρημα πρόσωπα που οι παλαιότεροι θα θυμούνται.
Στη πάνω σειρά απο αριστερά προς τα δεξιά φαίνονται. Ο Μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης. Στη μέση πρέπει να είναι ο Κάτης (δεν είμαι βέβαιος).Δεξια ειναι ο Μανόλης ο Γιοργαντές (Μυλωνάκης).Στη δεύτερη σειρά απο αριστερά Κωστής Μενεγάκης (Μπίργιαλης)αδελφος του Φιλόθεου και του Γιουρτομανώλη. Στη μέση ο χαρκιάς ο Καστρινός συνέταιρος του Μιχάλη του Ψιμάρνη στο χαρκιδιό που ήτανε δίπλα στο καφενείο του Λεμπιδογιώργη (τωρα ειναι η ταβέρνα του Νίκου Καλιωράκη). Δεξιά είναι ο Μιχάλης ο Σφακιανός πατέρας του Γιάννη και Νίκου Σφακιανού. Στη κάτω σειρά τον αριστερό δεν μπορώ να τον θυμιθώ. Στη μέση αν και λίγο θολός ο Ζαχαρενάκης ο Σαμαράς σύζυγος της Μπροκομαρίας. Δεξιά ο Λεμπιδογιώργης πατέρας του Στέλιου του Λεμπιδάκη. Στην επόμενη σειρά φωτογραφιών θα δούμε πιο νεώτερους που τότε ήταν ανύπανδροι και η νεολαία του χωριού.
Στη πάνω σειρά απο αριστερά, Μανώλης Μενεγάκης (γιγούρτης). Στη μέση Μανωλης Ψιμάρνης αδελφός του Μιχάλη και του Νικολή Ψιμάρνη (ηταν νοσοκόμος στο Νοσοκομείο του Αγίου Νικολάου. Αριστερά ο Κουνενός ο Γιώργης (τσαγκάρηςος). Στη μέση αριστερά Μανώλης Κοκολάκης (Σουβλάς). Μέση Στάθης Λαζαράκης (Λαζαροστάθης). Δεξια αγνωστος για μένα. Ισως οι παλαιότεροι μου να τον θυμιθούν. Κάτω σειρά απο αριστερά. Νίκος Χακιαδάκης (Κοκόλης) πατέρας του Θεμιστοκλή και της Ελένης. Στη μέση Γιάννης Μεθυμάκης (μπρατζερογιάννης). Δεξιά Μιχάλης Βούλγαρης .
Και μια σειρά απο μεγαλύτερους στην ηλικία που δεν μπορώ να θυμιθώ εκτός απο τον πάνω δεξιά που ειναι ο Λαγουδογιάννης και τους δυο τελευταίους που μου φαίνεται οτι είναι ο Πατεροκωσταντής και ο τελευταίος ο Αντώνης ο Καραβέλας που καθόταν στο σπιτι που αγόρασε ο Καλιωροκωσταντής στον Κολύμπαρο. Απο τις φωτογραφίες συμπεραίνει κανείς οτι τοτε το χωριό είχε πολύ κόσμο και παρόλο που ήταν κατοχή οι Ιταλοί τους αφηναν να ασχολούνται με τις αγροτικές δουλειές και οτι αλλες δουλειές εκαναν και πριν έρθουν οι Ιταλοί. Μεχρι βέβαια που οι Γερμανοί αντικατέστησαν τους Ιταλούς και τους έκοψαν τις ελευθερίες και κατάλαβαν τι εστί κατοχή που μέχρι τοτε δεν είχα καταλάβει με τους Ιταλούς !!!!

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΤΟ 1942

Πριν μερικές μέρες μου έστηλαν κάποιες φωτογραφίες που υπήρχαν σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε στην Ιταλία. Προφανώς τις ειχε τραβήξει κάποιος ιταλός του κατοχικού στρατου, που ήταν στο χωριό μας την εποχή εκείνη και του έκανε εντύπωση το χωριο και οι κάτοικοι του. Σ'αυτές φαίνονται μερικοί πατεράδες και παπούδες μας και άλλοι συγγενείς μας όπως ήταν τότε. Οι πιο παλιοί απο τους σημερινούς Λιμνιώτες θα αναγνωρίσετε γνωστά πρόσωπα στις φωτογραφίες αυτές.
Αυτές οι φωτογραφίες εχουν τραβηχθεί απο τη Μάχα και τον παλιό δρόμο που πήγαινε στη Φουρνή. Διακρίνεται δεξια η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας.

Στη δεύτερη σειρά φωτογραφιών φαίνονται μερικοί Λιμνιώτες της εποχής να κάθονται σε κάποιο σοκάκι και άλλοι μπροστά απο ένα πέτρινο νερόμυλο. Εγώ προσωπικά δεν γνωρίζω κανένα. Οι μεγαλύτεροί μου ίσως θυμιθούν κάποιους.
Εδώ φαίνονται να ασχολούνται με τον τρίγο. Στη πάνω δεξιά φαίνεται ο αλευρόμυλος του Καστρινού που ήταν μετά τα σπίτια του Καλιωρονικολή και δίπλα στη παλιά γεώτριση.
Εδώ φαίνοντα τα παιδιά του Δημοτικού στον περίβολο της παλιάς εκκλησίας της Αγίας Τριάδας. Την κατοχή η Αγία Τριάδα εκανε χρέη σχολείου.
Στη πάνω αριστερή φωτογραφία φαίνονται τα κάτω καφενεία (δεν εχουν αλλάξει και πολύ απο τότε). Αριστερά διακρίνεται ο πατερ Ευτύχιος (Για όσους τον θυμούνται). Στη δεξιά διακρίνεται ο μπαρπας μου ο Κοκολομανώλης με κάποιον αλλο εξω απο το τσαγγάρικο το Γωνιοτομανώλη. Και οι δύο φωτογραφίες τραβήχθηκαν ακριβώς έξω απο το σπίτι μου. Στις δύο κάτω φαίνονται δυο χωριανοί μας βρακοφόροι. Ο ενας μου μοιάζει του Γιαπιτζογιώργη, τον αλλο δεν τον βγάζω.
Στη πάνω αριστερά φαίνεται ο Πάτερ Ευτύχιος και στη κάτω δεξιά ο Ψιμαρνογώργης (αν δεν κάνω λάθος).Τους άλλους δύο δεν τους θυμάμαι. Επεται συνέχεια προσεχώς.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

ΠΑΛΙΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Οι πρώτες αποκρές (οπως τις ελεγε η θεια μου η Μαρία) ήταν οταν ήμουν πολύ μικρός. Θα πήγαινα στο Δημοτικό σχολείο πρώτη τάξη ή δευτέρη. Στο σπίτι των θειάδων ηταν μαζεμένα ολα τα αδέλφια της Μάνας μου (όσα ηταν στο χωριό). Ετσι αποσπερίζανε τότε που δεν είχαν ραδιόφωνα πικαπ και τηλεοράσεις. Μαζευόντουσαν σε ενα σπίτι (κατα το πλείστον στο πατρικό τους) ολη η οικογένεια και συζητούσαν ή οσοι ήξεραν κάποιο όργανο το έπαιζαν και χόρευαν και τραγουδούσαν. Αυτά γινόντουσαν κυρίως τα Σαββατοκύριακα των απόκρεω, αλλά και σε άλλες μέρες που ήταν κάποια συμαντική γιορτή οπως το Πασχα τα χριστούγεννα την Πρωτοχρονια τα φωτα του Ευαγγελισμού της Παναγίας το δεκαπενταύγουστο και άλλες τοπικες εορτές οπως της Αγια Μαρίνας της Αγιας Τριάδας του Αγίου Δημητρίου που υπήρχαν οι εκκλησίες των στο χωριό. Ηταν αν θυμάμαι καλά η πρωτη Κυριακή των απόκρεω. Εκεί που καθόμασταν ολοι γύρω από το τζάκι για να ζεστενόμαστε και ο μπάρπας ο Μανώλης ελεγε παλιες ιστορίες. Μπήκε μέσα ο γείτονας ο Γιώργης ο Λεμπίδης με την γυναίκα του τη Σοφία. Η Σοφια ηταν φασαριατζού και καλές φιλενάδες με τη θειά μου την Καδιανή που πήγαιναν μαζί στα <<οζά>>. Αρχησε λοιπόν να ξεσηκώνει τη θειά μου. Αντε μωρή να ντυθούμε μασκαράδες. Ο Λεμπιδογιώργης τσι πείραζε. Τα ηντά 'στε δα !!! Και ηντα δα ντυθήτε; ρώτησε ο μπάρμπας ο Μανώλης. Να μου δώσεις μια βράκα σου να τη βάλω είπε η θειά μου. Και γιάντα δε μου το πες να σου την κρατώ πριν ερθω. Πηγαινε στο σπιτι μου να την πάρεις. Οϊ δε πάω γιατι είναι πολλοί κουζουλοί στα σοκάκια και φοβούμε. Ειπε η θειά μου. Εκει που το συζητάγανε κτυπά η πόρτα και μπαίνει ο Μιχάλης ο ξάδερφός μου γιός του μπάρπα του Μανώλη. Καλώστονε. Με την ώρα ήρθες που θέλει η θειά σου να ντυθεί μασκαράς. Τον καλωσόρισε ο Πατέρας μου. Κ' ηντα θες θεια να σου δώσω το παντελόνι μου να ντυθεις μασκαράς; Ρώτησε ο Μιχάλης. Οϊ να πας να μου φέρεις μια βράκα του πατέρας σου, μια ζώνη κι ενα γελέκο να ντυθώ και βάστα και το παλιό ρασίδι (Κρητικό παλτό χωρίς μανίκια) γιατί κάνει κρύο. Καλά ειπε ο Μιχάλης και εφυγε για να φέρει τα ρούχα που ζήτησε η θειά του. Τότε σηκώθηκε και η γειτόνισα η Σοφία και λέει. Ε να πάω σκιάς κι εγώ να βρώ δυο ρούχα του Γιωργάκη μου να τα βάλω. Παλιά να βάλεις μη πέσεις σε κανα λάκο με λάσπες και μου λερώσεις τα καινούργια. Την πείραξε ο Ανδρας τσης. Σε λίγο ηρθε ο Μιχάλης και εφερε τα ρούχα . Ηρθε και η Σοφια ντυμένει <<Λεμπιδογιώργης>>, ντυθηκε κι η θεια μου Κοκολομανώλης, βάλανε κι ενα τζεμπέρι στα μούτρα τους για να μη τους γνωρίζουν. Ομως φοβόντουσαν να πάνε μόνες τους. Μωρε Μιχάλη ελα κι εσύ να μας κάνεις παρέα που φοβούμαστε να πάμε μοναχές μας. Ειπε η θειά μου. Εγώ ; Κ'ηντα δα ντυθώ εγώ; Ρώτησε ο Μιχάλης. Βάλε ενα φουστάνι τση θειά σου τση Δοξανιάς που ειναι στα μέτρα σου. Του ειπε ο πατέρας του. Πήγε η Μάνα μου στο σπίτι και του εφερε ενα φουστάνι και ενα μαντίλι. Εβαλε και κάλτσες γυναικίες και ετοιμάστηκαν να πάνε βόλτα. Τότε ο Μιχάλης ειπε στον Πατέρα μου. Μπάρμπα δεν έρχεσε κι εσύ για καλο και για κακό μην μας παντίξουν πράμμα κουζουλοί κι έχουμε μπελάδες. Καλά θα ρθώ αλλά θα κάθομε απ'οξω απο τα σπίθια που θα μπαίνετε. Ελα κι εσυ Γιωργάκι να μας κάνεις παρέα. Ειπε ο Πατέρας μου στον Λεμπιδογιώργη. Δεν εκουζουλάθηκα να αφήσω τη ζεστασιά και να γυρίζω στσοι κρυγιότες !! είπε ο Λεμπιδογιώργης και συνέχισε. Εσύ φτάνεις και περισεύεις να τση βλέπεις. Μα αθρωπος δε δα τσι πειράξει αμα είσαι εσύ. Και σήμωσε τη μπάγκα (χαμηλό κάθισμα) του πιο κοντά στη παραστιά να ζεσταθεί καλύτερα. Ο πατέρας μου ηταν μεγαλόσωμος και απο τους πιο δυνατούς ανδρες του χωριού. Κασάπης στο επάγγελμα. Για μένα ηταν ο πιο δυνατός που χωριού. Ετσι πήγε μαζί τους για προστασία. Αφού εκαναν τη βόλτα τους στα συγγενικά σπίτια κι απεφευγαν τις <<κακοτοπιες>> γύρισαν στο σπίτι του παππού μου που τους περίμεναμε οι υπόλοιποι της παρέας.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΠΟ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑ

Ητανε Γενάρης του 1955 . Ειχαν περάσει οι γιορτές των χριστουγεννων και της πρωτοχρονιας και τα σχολεία ειχαν ανοίξει πάλι. Ηταν Σάββατο πρωί και η Μάνα μου με ξύπνησε να πάω στο σχολείο (τοτε κάναμε μάθημα και τα Σάββατα μονο που σχολούσαμε νωριτερα απο τις αλλες μέρες και δεν κάναμε μάθημα το απόγευμα εν αντιθέση με τις αλλες μέρες που κάναμε). Μου εφτιαξε γάλα ζεστό Νουνου (απο τότε ήταν το νουνού στη ιδια συσκευασία που είναι και τώρα σε κουτί) και μερικά τσουρεκάκια που είχαν μείνει απο τις γιορτές. Ηταν καλή μερα για το μαζεμα των ελιών και η Μάνα μου άφησε παραγγελια να ψήσω τα φασολάκια που είχε ετοιμάσει και να τα πάω στο χωράφι που θα μάζευαν μαζί με τις αδελφές της. Για να μην κάνω κανένα λάθος στο μαγειρεμα μου εγραψε οδηγίες σε ενα χαρτί. Εφυγα για το σχολείο και η Μάνα μου με τις θείες μου για τις ελιες. Στο δρόμο καθώς πήγαινα για το σχολειό παρατηρούσα οτι τα χορταράκια στις ακρες του δρόμου ηταν ασπρα σαν χιονισμένα απο την πάχνη και στις μικρές λακουδίτσες με νερό είχε παγώσει το νερό. Ειχε κάνει ενα λεπτο στρώμα πάγου σαν λελατίνα που έσπαγε αν τις ακουμπούσες με το παπούτσι σου. Ο Ηλιος είχε βγεί, αλλά ηταν ηλιος με δόντια, οπως λέμε, αφού τη νύχτα δεν είχε σύννεφα και η πάχνη και το απόϊ είχαν καλύψει οτι πράσινο υπήρχε στη γή ακόμα και το χώμα. Το πάνω σχολείο (εκεί καναμε μαθημα τοτε) επειδή ηταν έξω από το χωριό προς τους κήπους είχε πιο πολύ κρύο και υγρασία από οτι ειχε μέσα στο χωριό στα σπίτια και το κάτω σχολειό τοτε δεν λειτουργούσε. Οταν κατά τις δωδεκα το μεσημέρι σχολασα απο το σχολείο, πήγα στο σπίτι για να μαγειρέψω τα φασολάκια. Μη φανταστήτε οτι τοτε υπήρχαν φρεσκα φασολάκια το χειμώνα ή κατεψυγμένα μπαρπα Στάθη !!Ηταν μπαρπουνοφασόλες αποξηραμένες που τις ειχε βάλει στο νερό η Μάνα μου αποσπέρας να μαλακώσουν. Πιο πολλοί καρποι ηταν παρα φυλλα φασόλια. Διάβασα τις οδηγιες που μου είχε γράψει η Μάνα μου και άναψα τη φωτιά στη παραστιά στο τζάκι. Τότε έτσι μαγειρευαν στη παραστια με ξερα ξήλα. Εβαζες ενα κοματι χαρτί με ενα κομάτι ξερό θημο ή αστιβήδα και απο πάνω ξερα ξήλα. Οταν άναβε η φωτιά εβαζες και κανένα πιο χοντρο για κρατήσει πιο πολύ ωρα η φωτιά. Τα φασολάκια ηταν στο πύλινο τσικάλι (το μαυροτσούκαλο που το λέγαμε γιατί ηταν ολόμαυρο απέξω απο τον καπνο της φωτιάς) οι πατάτες ηταν καθαρισμένες και κομμένες σε μια πετρολεκανίδα με νερό για να μην μαυρισουν. Ενα φλυτζανάκι του καφε ηταν μεμάτο λάδι σκεπασμένο με το πιατάκι του και ενας μαστραπάς γεμάτος νερό ηταν πάνω στο γύρο του τζακιού για να μην το ρίξουν οι κάτες (γάτες). Αφού εκανα οτι έγραφαν οι οδηγίες της Μάνας μου περίμενα να ψηθεί το φαγητό. Ηταν η πρώτη φορά που ανακατευόμουν με μαγειρική και είχα μεγάλη αγωνία αν τα κατάφερνα. Μετά απο αρκετη ωρα δοκίμασα τις πατάτες και τα καρπουλάκια και μου φάνηκαν οτι ηταν ψημένα. Εβαλα το φαγητό σε ενα κουνέτο πήρα πιάτα και πηρούνια εβαλα και δυο τρεις ντάκους παξημάδι σε ένα τρουβά, γεμισα ενα παγούρι με νερό και ξεκίνησα για το χωράφι στο βουνό, στη μούρη του Μαρασκά. Οταν εφτασα κοντά στο χωράφι με πήρε χαμπάρι η κατσίκα που την φιλιδωρούσα με φρέσκα φυλλαρακια κάθε μέρα και αρχησε να φωνάζει καλωσοριζοντας με. Ακουσα τη θειά μου την Καδιανή να λέει στη Μάνα μου. Ακούς την κατσίκα σίγουρα ηρθε ο γιός σου με το φαγητό. Καλώστονε ειπε η θεια η Μαρία με την ώρα ήρθες που πεινάσαμε να φάμε. Για να δούμε αν εψησες καλό φαΪ. Εβαλες μωρε αλάτι ; ρώτησε η θεια η Καδιανή . Εβαλα αλλά δεν ξερω αν είναι λίγο. Καλιά λίγο παρα πολύ αποκρυθηκε η θεια Μαρια που ηταν εξπερ στη μαγειρική. Εκάτσαμε και φάγαμε ολοι μαζί και μετά λέει η θεια μου η Καδιανή που ηταν επι των εξωτερικών (ετσι την έλεγε ο Μπαρμπας Μανώλης ο αδερφός της επειδή ηταν ολο στα χωράφια και βοσκιζε τα οζά και έκανε και ολες τις αγροτικές δουλιές που μπορούσε να κάνει μόνη της. Αντιθέτως την θεια Μαρία την έλεγε η επι των εσωτερικών γιατι φρόντιζε το σπιτι και το καθημερινό φαγητό) πιασε δυο πανια να στρωσουμε τον ποταμό να λυχνίσουμε τσοι ελιές. Τοτε τα εργοστάσια (φάμπρικες τις ελεγαν τότε) δεν επερναν ελιές με φύλλα αλλά τις ηθελαν καθαρές χωρις φύλλα και κλαδάκια. Ετσι για να φύγουν τα φύλλα πετούσανε με ενα κουβά τις ελιες κόντρα στον αέρα πάνω στα πανιά που είχαμε κάνει ποταμό (ποταμο τον λέγαμε γιατί βαζαμε τα πανια σε μάκρος έτσι που εμοιαζε με ποταμό).Αφου καθαρίσαμε τις ελιες απο τα φύλλα τις μαζέψαμε απο τα πανια τις σακιάσαμε, τις φορτώσαμε στο γαϊδαρο και φύγαμε για το χωριό. Η θειά μου η Καδιανή με πείραζε στο δρόμο καθως γυρίζαμε στο χωριό. Απο αυριο αναλαμβάνεις να μαγειρέυεις το φαϊ αφού τα καταφέρνεις. Αστο κοπέλι ησυχο γιατί εχει σχολειο και το φαΊ θα το κάνω εγώ. Απάντησε η θεια η Μαρία που ηταν ο τομέας της η μαγειρική. Η Μάνα μου γελούσε με τα πειράγματα των αδελφηδων της. Ηταν μια συνηθισμένη αγροτική χειμωνιάτικη μερα για την εποχή εκείνη και η πρωτη εμπειρία μου απο τσικάλι και μαγειρευματα. Ποτέ ομως δεν εγινα καλός μαγειρας. Ουτε καν μέτριος !!!!