Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

ΤΑ ΠΕΙΡΑΧΤΗΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΡΑΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Πάντοτε στο χωριό υπήρχαν μερικοί πράοι άνθρωποι που οτι και να τους έκανες δεν θύμωναν. Επίσης ποτέ δεν έλυπαν και τα πειραχτήρια, που ήταν νεαρά άτομα που αρέσκονταν να πειράζουν τους μεγάλους ανθρώπους και μάλιστα όσους ήταν αψώθυμοι. Εκτός βέβαια από ορισμένους που τους φοβόντουσαν γιατί δεν σήκωναν αστεία και αντιδρούσαν άσχημα. Αυτούς δεν τους πλησίαζαν. Στα προ του 1940 χρόνια, οι άνθρωποι του χωριού ασχολούταν κυρίως με την γεωργία. Τα καλά χωράφια ήταν στον κάμπο, αλλά τα είχαν λίγοι και κυρίως τα είχαν για να καλιεργούν τα κηπευτικά τους. Τα αλλα χωράφια στα γύρω βουνά έπρεπε να τα ξεπετρώσουν για να μπορούν να τα καλιεργήσουν και να σπείρουν δημητριακά και άλλα όπως κουκιά, ρεβύθια, ταγή, βίκο κ.λ.π. Ένας χωριανός μας που φημιζόταν για την υπομονή του και την πραότητα του χαρακτήρος του, πήγε μια μέρα να καθαρίσει ένα χωράφι από τις πέτρες για να το σκάψει και να το φυτέψει μετά. Ένας από την παρέα των πειρακτήριδων τον είδε και πήγε και το είπε στους υπόλοιπους της παρέας. Αποφάσησαν λοιπόν να πάνε να τον πειράξουν για να τον κάνουν να θυμώσει. Βάλανε και στοίχημα με μια άλλη παρέα που ήταν στο καφενείο. Μάλιστα πήγαν και μερικοί από την άλλη παρέα σαν παρατηρητές από μακρυά.  
Πλησιάσανε τον άνθρωπο που καθάριζε το χωράφι του και πετούσε στην άκρη τις πέτρες και άρχησαν να πετάνε τις πέτρες που είχε βγάλει, ξανά μέσα στο χωράφι. Ο άνθρωπος σταμάτησε να βγάζει τις πέτρες τους κοίταξε και ξαφνικά πήγε κι αυτός στη άκρη του χωραφιού και άρχησε να πετά μαζί με τους άλλους τις πέτρες μέσα στο χωράφι λέγοντας ; Αντέστε γερά-γερά μωρέ να το γεμίσουμε πέτρες. Οι παρέα των πειρακτήριδων τα έχασε και οι άλλοι που παρακολουθούσαν έσκασαν στα γέλια. Τότε ο αρχηγός των πειρακτήριδων είπε : Εσύ μπάρμπα είσαι αγιος άθρωπος αφού δε μάνισες (θύμωσες) που ξαναβάζαμε τσι πέτρες στο χωράφι σου. Γιαυτό και εμείς θα σου καθαρίσουμε όλο το χωράφι από τσι πέτρες. Και όλοι μαζί μπήκαν στο χωράφι και δεν άφησαν ούτε πετραδάκι . Αυτή την ιστορία μου την
διηγήθηκε ο μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο.

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Η ΦΥΛΑΞΗ ΤΟΥ ΑΛΩΝΕΜΑΤΟΣ

Στα χρόνια που οι χωριανοί μας αλώνιζαν  τα σπαρμένα τους, μερικοί που φοβόταν μην τα κλέψουν, κοιμόντουσαν στο αλώνι για να τα φυλάσουν από τους κλέφτες. Για όσους δεν είναι αρκετά παλιοί για να θυμούνται πως γινόταν το αλώνισμα και το λύχνισμα,θα σας εξηγίσω εν συντομία. Οι άνθρωποι του χωριού λοιπόν κατά τα τέλη του Μάη θέριζαν τα κουκιά, τους βίκους, ταγές και τα άλλα λοϊσίατα πρίν τα στάρια και τα κριθάρια. Συκωνόντουσαν πρωί με τις απαλάδες (πρωινή δροσούλα) για να θερίζονται πιο εύκολα και τα κουβαλούσαν στα αλώνια όπου έκαναν τις θεμωνιές (σορούς από δεμάτια προς αλώνισμα) δίπλα στα αλώνια. Μετά αφού μάζευαν απο όλα τα χωράφια που είχαν φυτέψει το κάθε είδος το αλώνιζαν ξεχωριστά το καθένα με το βολόσυρο που τραβούσαν δυο αγελάδες (όπως στη φωτογραφία) ή δυο γαϊδούρια. Ο βολόσυρος ήταν δυο κομάτια ξύλα πλάτους μισού μέτρου περίπου ή και μικρότερου και μήκους δυο μέτρων, που ήταν εννομένα μεταξύ τους και από κάτω είχαν πριονοτές λάμες σιδερένιες που έκοβαν και θριμάτιζαν τα στάχυα και ξεχώριζε ο καρπός. Οι πιο παλιοί βολόσυροι είχαν και ειδικές πέτρες που κόβανε κιαυτές τα σπαρμένα. Μετά το αλώνισμα ακολουθούσε το λύχνισμα για να ξεχωρίσει ο καρπός από τα άχερα (τα υπολήματα του στελέχους του καρπού). Αν δεν φύσαγε κατάλληλος αέρας για να λυχνίσουν το αλώνισμα, περίμεναν να φυσήξει. Τότε κάποιος το φύλαγε να μην το πάρουν την νύχτα. Ετσι λοιπόν ο νεαρός της ιστορίας μας αποφάσισε να πάει το βράδυ να φυλάξει το αλώνισμα που θα λυχνούσαν την άλλη μέρα. Το είπε λοιπόν στη παρέα και τους είπε να πάνε να του κάνουν συντροφιά. Πήγαν λοιπόν στο αλώνι και κουβέδιαζαν μέχρι που νύσταξαν και συκώθηκαν να φύγουν. Επειδή γνώριζαν οτι βοροκοιμάτε τον ρώτησαν τι θα κάνει. Αν θα μείνει ξύπνιος ή θα κοιμηθεί. Ε θα ξαπλώσω μια ολιά, επαέ στη φαρδανάπλα να ξεκουραστώ. Είπε και έβγαλε τα παπούτσα του. Αντε καληνύχτα του είπαν και έφυγαν. Αφού απομακρύθηκαν λιγάκι, συμφώνησαν να περιμένουν λίγο για να τον πάρει ο ύπνος και να ξαναγυρίσουν στο αλώνι. Μετά από λιγη ώρα τον ακουσαν να ροχαλίζει και πήγαν στο αλώνι. Του μήλησαν αλλά αυτός κοιμόταν του καλού καιρού. Το αλώνι ήταν πολύ κοντά στον ποταμό, που το καλοκαίρι δεν είχε νερό και το χρησιμοποιούσαν για δρόμο. Έπιασαν λοιπόν την φαρδανάπλα από τις τέσσερεις άκρες και όπως κοιμόταν τον πήγαν στον ποταμό και τον άφησαν σε μια άκρη, χωρίς να τον ξυπνήσουν. Το πρωί ο πατέρας του πήγε στο αλώνι και τον βρήκε να κοιμάται στον ποταμό και του έβαλε τις φωνές. Μωρέ φύλακας να σου πετύχει !! Το πανεμίδι σου λυπε και μου πήγες στο ποταμό να βλέπεις το αλώνεμα. Κι εσένα να πέρνανε δεν θα έπερνες χαμπάρι κακομοίρη μου . Του είπε ο πατέρας του. Μα εγώ ξάπλωσα στο αλώνι διαμαρτυρώταν ο νεαρός. Και πως βρέθηκες στο ποταμό ; Ρώτησε ο πατέρας του. Δε κατέχω !! Απάντησε ο νεαρός . Δε τα αφήνεις αυτά βλάκα που πάς να με κοροϊδέψεις !!  Απάντησε διαολισμένος ο πατέρας του. Το απόγευμα ο νεαρός βρήκε την παρέα του και τους είπε το περιστατικό με τον πατέρα του. Η παρέα έσκασε στα γέλια και κάποιος του είπε . Κακομοίρη μου πάλι καλά που δεν κλέψανε και το αλώνεμα και σένα μαζί. Χαμπάρι δεν θα περνες !!!

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΑΦΑΚΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΛΑΙΜΟ

Οταν ήμαστε νέοι όλοι μας κάνουμε μερικές κουζουλάδες. Αλλοι πολλές και άλλοι λιγότερες. Ηταν Μεγάλη εβδομάδα και τοτε η νυστεία και η αποχή από τα πασχανινά εδέσματα (κρεατικά και γαλακτοκομικά) ήταν καθολική για όλους. ¨Αλωστε και να ήθελες να φάς δεν υπήρχαν, ούτε στα σπίτια ούτε στα μαγαζιά και στα καφενεία. Έτσι κάναμε το κουμάντο μας τι θα φάμε όλοι τη Μεγαλοβδομάδα. Ιδίως Μεγάλη Πέμπτη, Μ.Παρασκευή και το Μ. Σάββατο. Την Μεγάλη Πέμπτη λοιπόν λέει στη παρέα ο Μανώλης του ταχυδρόμου ότι θα πάει στην Ελούντα για χταπόδια. Του λέμε αν πιάσεις πολλά φέρει μερικά στου Καριωροκωσταντή να τα φάμε. Πράγματι την άλλη μέρα το απόγευμα έφερε οκτώ κιλά χταπόδια στο καφενείο του Καλιωροκωσταντή και τα βάλαμε στη σχάρα και τα ψήσαμε. Έφερε και πατάτες οφτές ο Καλιωροκωσταντής και τα καραφάκια της ρακής άρχησαν να πηγαινοέρχονται από το τεζιάκι του καφενείου, στο τραπέζι μας. Τρώγαμε και πίναμε μέχρι που νύχτωσε για τα καλά και έπαιξε η καμπάνα της Αγίας Μαρίνας. Στη παρέα είχαμε και ένα ψάλτη τον ξάδελφο μου τον Θεμιστοκλή, που έπρεπε να πάει στην εκκλησία, όπως είχε υποσχεθεί στον παπά Βαγγέλη και στον πατέρα του, που ήταν κι αυτός ψάλτης να βοηθήσει στα εγκώμια. Λέει λοιπόν ο Θεμιστοκλής. Καλή η παρέα αλλά πρέπει να πάω στην εκκλησία. Δεν πας ποθές τον κόβει ο Βαγγέλης του τσιφτεδογιάννη. Θα τελειώσουμε τον μεζέ και τη ρακή και μετά θα πάμε όλοι μαζί στην εκκλησία .
Ξανάκατσε ο Θεμιστοκλής αλλά έκανε νόημα στο καφετζή να μεσολαβήσει για να φύγει. Μετά από λίγο ο Καλιωροκωσταντής μας λεει. Άντε σηκωθήτε να πάτε στην εκκλησία γιατί θα κλείσω το μαγαζί να πάω και γώ. Γιαε αν το ξαναπείς θα πετάξω στο ποταμό το τραπέζι όπως είναι. Του απαντά ο Βαγγέλης που είχε ψιλομεθήσει. Τη δεύτερη φορά που μας το λέει ο Κωστής, ο Βαγγέλης πιάνει το τραπεζομάντηλο το διπλώνει και το πετά στον παταμό !! Μωρέ διάολε δε με νοιάζει για τα πιατάκια, μόνο τα καραφάκια που δε τα βρήσκω εύκολα φωνάζει ο Καλιωροκωσταντής. Εγώ είχα προλάβει και πήρα τα δυό καραφάκια που ήταν πάνω στο τραπέζι και ο Βαγγέλης του Βαγγελινού μερικά ποτηράκια. Τελικά πείστηκε ο Βαγγέλης και πήγαμε στην εκκλησία όλοι μαζί. Μπήκαμε στην Αγιά Μαρίνα όταν ο παπά Βαγγέλης θύμιαζε και αρχηνούσε τα εγκώμια. Μόλις μας είδε μας είπε. Αντε και έλεγα πως δε θα ρθήτε, κάτσετε εκέ να πούμε τα εγκώμια. Κάτσαμε δεξιά όπως μπαίνομε δίπλα στο στασίδι του δεσπότη και στη εξέδρα των δεξιών ψαλτών και ο Θεμιστοκλής άρχησε να λέει τα εγκώμια συνεπικουρούμενος από όλη την παρέα. Εγώ ήμουν ο τελευταίος της  παρέας και μετά ηταν ο διάδρομος που περνούσε ο παπάς όταν θύμιαζε. Πρίν αρχίσει η δεύτερη στάση ο παπάς πέρασε δίπλα μου θυμιάζοντας και μου έριξε μια αγκονιά στα πλευρά. Γύρισα και τον κοίταξα. Ξαναπέρασε από δίπλα μου και μου λέει με αυστηρό τόνο.Το καραφάκι βάλε στη μέσα τσέπη γιατί φαίνεται, να μη γίνετε ρεζίλι στι αθρώπους αναγκεμένοι !! Δεν είχα υπολογίσει ότι ο μακρύς λαιμός θα περίσσευε από την τσέπη. Το έπιασα με τρόπο και το έβαλα στη μέσα τσέπη μουρμουρίζοντας στον Βαγγέλη που τον στηλώναμε να μη πέσει και κόντευε να τον πάρει ο ύπνος. Εσύ δαιμονισμένε φτές που με μότσαρε ο παπάς, που ήθελες να πετάξεις τα καραφάκια. Οσο ζούσε ο παπάς Βαγγέλης με πείραζε για τα καραφάκια στη τσέπη, αφού βέβαια του είχα εξηγήσει πως βρέθηκαν εκεί. Μα να ρθούνε οι ψαλτάδες να μου πούνε τα εγκώμια με τα καραφάκια στη τσέπη πρώτη φορά μου έτυχε !! Πάλι καλά που δε΄μου γυρέψετε και μεζέ. Μου έλεγε πειράζοντάς με.