Κυριακή, 14 Ιουλίου 2019

ΣΑΝ ΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ

Να' με πάλι στο χωριό μου.Τώρα τελευταία θέλω να έρχομαι όλο και πιο συχνά. Αλήθεια πως το λένε αυτό; Νοσταλγία ; Ήταν βλέπεις πολλά πράγματα στη μέση που με έκαναν να έρθω ξανά μέσα σε ένα μήνα στο χωριό. Πρώτα οι βουλευτικές εκλογές, μετά τα 40 της ξαδέρφης Ελένης του Κοκολομιχάλη. Μετά ήταν και η αυλή που θα μου έριχνε τη ταράτσα ο Τουτούς. ¨Όλα μαζί αλλά πιο πολύ η επιθυμία να ξανά ρθω στο χωριό τώρα που θα έχουν έρθει και οι ξενιτεμένοι χωριανοί μας (μηδέ μού εξαιρουμένου ), για να τους δώ κι αυτούς να θυμηθούμε ξανά τα παλιά και να ξεχνούμε τα <παρόντα>. Όταν μεγαλώνει ο άνθρωπος έχει μια τάση να θέλει να θυμάται τα παλιά . Αυτά που έζησε όταν ήταν νέος με τους συνομήλικούς του και περισσότερο αυτά που θυμάται και έζησε τότε που ήταν παιδί. Το χωριό βέβαια έχει αλλάξει αρκετά από την εποχή που ήμασταν νέοι κι ακόμα πιο πολύ από την εποχή που ήμασταν παιδιά !! Πρώτα από όλα δεν υπάρχουν ζώα μέσα στο χωριό και κυρίως τα γαϊδούρια !! Το παλιό μεταφορικό μέσο της εποχής !! Με συνέπεια οι δρόμοι να είναι καθαροί!! Μετά είναι Ότι η μορφή των σπιτιών έχει αλλάξει. Καινούρια σπίτια κτίζονται με σεβασμό στο περιβάλλον και τη παράδοση. Οι γειτονιές αλλάζουν όψη αισθητικά προς το καλύτερο. Το άσχημο είναι ότι υπάρχουν πολλά σπίτια κλειστά. Ακόμα και τα καινούργια οι ένοικοι τους έρχονται να μένουν προσωρινά μόνο για λίγο και ξαναφεύγουν πάλι. Ευτυχώς που υπάρχουν και μερικοί που είναι μόνιμοι κάτοικοι αλλά και μερικοί που έρχονται πιο συχνά και φροντίζουν να υπάρχει ένα λουλούδι σε μια γλάστρα για να ομορφαίνει η πλατεία και τους δρόμους του χωριού μας. Σήμερα στο μνημόσυνο του Σήφη του Κατρίνη είδα πάρα πολλούς συμμαθητές μου, συνομήλικους και φίλους που είχα να δω πολύ καιρό αρκετούς από αυτούς. Επίσης αρκετό κόσμο δεν τους γνώριζα. Αυτό σημαίνει ότι έχω χάσει συνέχειες από τη ζωή του χωριού και θα πρέπει να έρχομαι συχνότερα, αν θέλω να αποκτήσω μια πιο ακριβή και πλήρη εικόνα των ανθρώπων του χωριού μας. Είναι σαν τις παλιές μπαταρίες που είχαν στα καφενεία παλιά πριν έρθει η ΔΕΗ και μας βάλουν ρεύμα στο χωριό. Τότε τις πήγαιναν στο συνεταιρικό εργοστάσιο που δούλευε ο ξάδερφός μου ο μπουζουκλής και τις γέμιζε ξανά. Έτσι και εγώ θα πρέπει να έρχομαι συχνότερα για να γεμίζω τις <μπαταρίες> μου με νέες γνώσεις από το χωριό μας. Αυτά τα ολίγα για να μη λέτε ότι δεν γράφω. Ιστορίες αργότερα όταν μάθω καμιά καινούργια, Άντε γεια σας για την ώρα και τα ξαναλέμε.

ο

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΤΙΟ ΣΤΗ ΞΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ ΕΛΕΝΗ


Με την ευκαιρία των δημοτικών εκλογών πήγα στο χωριό για να ψηφίσω τους καινούργιους <προύχοντες> του τόπου μας αλλά συγχρόνως να κάνω και κάποιες δουλείες στο πατρικό μου. Κάθε φορά που πάω στο χωριό γεμίζω τις <μπαταρίες> μου με ενέργεια για να συνεχίσω παρακάτω. Βλέπω συγγενείς, φίλους και φίλες,γνωστούς αλλά και άγνωστους (για μένα)χωριανούς (συνήθως αυτοί που είναι μια γενιά μετά από εμένα) και ανανεώνω τις γνώσεις μου για το χωριό μας. Έτυχε την ημέρα των εκλογών να είναι η γιορτή της Αγίας Φωτεινής στο εκκλησάκι στη Μάχα . Και προσπαθώ τα τελευταία χρόνια να είμαι παρών για να αναθυμάμαι τα παλιά και να ανανεώνω την παρουσία μου και την επαφή μου με το παρόν του χωριού μου. Βέβαια δεν είναι πάντοτε ευχάριστες οι γνώσεις που αποκομίζω από τις επαφές μου. Υπάρχουν και από τις δυο μεριές. Μέσα στη ζωή είναι όλα!! Και τα ευχάριστα αλλά και τα δυσάρεστα. Χαίρομαι όταν βλέπω γνωστούς και φίλους και λυπάμαι όταν βλέπω κλειστά σπίτια και <απουσίες> και μαθαίνω άσχημα νέα. Αυτή τη φορά τα άσχημα νέα ήταν πολύ κοντά μου. Η γυναίκα του πρώτου μου ξαδέρφου μου του Κοκολομιχάλη η Ελένη μετά από πολύχρονη μάχη με την αρρώστια που την ταλαιπωρούσε 12 χρόνια μας άφησε χρόνους και πήγε να συναντήσει τον άνδρα της και τους άλλους συγγενείς που είχαν <φύγει> πριν από αυτήν. Μαζευτήκαμε λοιπόν όλοι οι συγγενείς και την αποχαιρετήσαμε στο νεκροταφείο του χωριού μας στη τελευταία κατοικία της όπου βρίσκονται άλλοι δέκα συγγενείς. Όλο το Κοκολόσογο !! Τον Κοκολομανώλη και την γυναίκα του Πελαγία, τις θειές μας Μαρία , Καδιανή και Λαμπρινή, τον θειό μας Χρύσανθο, την Μάνα μου τα ξαδέρφια μου Δημήτρη και Μαρία Μεθυμάκη. Ένας σορός κόκαλα οι μέσα για να μας θυμίζουν σε μας τους απ΄έξω πόσο μάταιος είναι ο κόσμος τούτος και πια είναι η μοίρα όλων των ζωντανών !! Μπας και γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι και καταλάβουμε το νόημα της ζωής μας. Εκεί στο νεκροταφείο διαπίστωσα με πίκρα ότι ενώ το χωριό μας ερημώνεται μέρα με τη μέρα και ο πληθυσμός του λιγοστεύει. το νεκροταφείο μας εν αντιθέσει, μεγαλώνει και επεκτείνεται για να χωρέσει τους καινούργιους <ένοικους> του !! Οπως είπε και ο ξάδερφός μου ο <Μπουζουκλής> .Αυτοί που είναι εδώ (στο νεκροταφείο) είναι πολύ πολλαπλάσιοι από τους ζωντανούς κατοίκους του χωριού, κι όλοι εδώ θα έρθουμε !! Καλό παράδεισο ξαδέρφη Ελένη.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΞΕΜΑΤΙΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

Ήταν Απρίλης του 1958. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στο χωριό και οι αυλές των σπιτιών είχαν πάρει μια γιορταστική πολύχρωμη όψη από τις ανθισμένες γλάστρες και τα παρτέρια που στόλιζαν τις γωνιές τους με πολλών λογιών λουλούδια. Οι μυρωδιές τους γέμιζαν τον αέρα και έκαναν τους ρομαντικούς να ονειρεύονται και τους αλλεργικούς να φταρνίζονται. Αψού...αψού έκανε ο γείτονας ο Καραβέλας, που ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Ο γείτονας του ο Κουτουρατζής ο τελάλης του χωριού μας, τον άκουσε βγαίνοντας από την αυλή του σπιτιού του, με ένα γαρύφαλλο στ' αφτί του (αυτός ανήκε στη πρώτη κατηγορία) και του φώναξε. Με τσι γιες σου γείτονα. Ευχαριστώ γείτονα απάντησε ο Καραβέλας και συνεχίζοντας του είπε .Εσένα βλέπω δε σε πειράζουν οι μυρωδιές και μούβαλες και στ' αφτί σου γαρύφαλλο!! Η ντα να τον πειράζουν γείτονα, αυτός έχει συνηθίσει τα λουλούδια!! Γαρύφαλλο στ' αφτί, στην αυλή του και γαριφαλιά στο κρεβάτι του!!(Γαρεφαλιά έλεγαν τη γυναίκα του). Αποκρίθηκε ο γείτονας ο Φραγγιάς που μόλις είχε βγει από το σπίτι του. Δίκιο έχεις γείτονα δε το σκέφτηκα απάντησε ο Καραβέλας και όλοι μαζί γελώντας τράβηξαν για τα κάτω καφενεία να ποιούν το καφέ τους. Εγώ αφού έκατσα και άκουσα όλη την κουβέντα τους, έφυγα τρέχοντας για να βρω τη παρέα να παίξουμε κανένα παιγνίδι. Περνώντας έξω από το σπίτι του Μπάρμπα Μανώλη του Γιωργαντέ είδα τη θειά τη Μαρία τη γυναίκα του στη πόρτα να μουρμουρίζει στεναχωρημένη. Ηντά παθες θειά ,τη ρώτησα σταματώντας το τρέξιμο. Ασε μωρέ ανήψιο και είμαι να σκάσω με τον πατέρα μου. Μου είπε η θειά. Γιάντα μπρε θειά ; τι ξαναρώτησα. Ο πατέρας μου έκατσε μια ολιά στη αυλή και εδά μου ΄λέει ότι τον ματιάσανε και πονεί η κεφαλή του και κάθεται μέσα και δεν θέλει να πορίσει όξω. Μη στενοχωριέσαι θειά κι εγώ θα στον κάνω περδίκι της λέω. Ε μη μου πεις ότι κατέεις να ξεματιάζεις. Ξεθάρεξε η θειά. Και βέβαια κατέχω απαντώ εγώ και μπαίνοντας στη κουζίνα βλέπω το μπάρμπα Κυριάκο να βαστά τη κεφαλή του καθισμένο σε μια καρέκλα. Γειά σου μπάρμπα Κυριάκο. Ηντα χεις και βαστάς τη κεφαλή σου ;Τον ρωτώ. Μωρ' ανήψο έκατσα μια ολια στη αυλή και φαίνεται κια ης πέρασε και με μάτιασε και μ' έχει κουζουλάνει η κεφαλή μου από το πόνο. Απάντησε ο μπάρμπας. Μη στεναχωριέσαι μπάρμπα μα γω δα σε ξεμιατιάσω. Του είπα. Και που κατέεις εσύ να ξεματιάζεις, με ρώτησε με δυσπιστία. Μ' εμαθε η θειά μου η Μαρία του απάντησα, σίγουρος ότι ήξερε ότι η θειά μου εξεμάτιαζε. Ε καλά τότε κάμε τη δουλειά σου, είπε και περίμενε να δεί τι θα κάμω. Είπα στη θειά να μου δώσει ένα μαστραπά με λίγο νερό και λίγο αλάτι. Έριξα το αλάτι μέσα στο μαστραπά και το ανακάτεψα και πλησίασα το μπάρμπα Κυριάκο και άρχισα να μουρμουρίζω σιγανά τόσο που να μη μπορεί ν' ακούσει τι λέω. Φυσικά και δεν ήξερα να ξεματιάζω !! Αλλά σκεπτόμενος ότι ο μπάρμπας ήταν σίγουρος ότι εγώ ήξερα, θα γινόταν καλά νομίζοντας ότι τον ξεμάτιασα !! Στο τέλος του είπα να πχεί τέσσερεις φορές σταυρωτά μια γουλιά νερό από το μαστραπά, του είπα με τις υγείες σου και περίμενα να δώ το αποτέλεσμα του ξεματιάσματός. Σε δυο τρία λεπτά ο μπάρμπα Κυριάκος σηκώθηκε και μου λέει. Σ' ευχαριστώ μωρέ ανήψο να σαι καλά που με ξεμάτιασες και μού φυγε ο κεφαλόπονος. Μετά απευθυνόμενος στη κόρη του είπε. Κέρασε πράμα το κοπέλι που μ' έκανε καλά. Μετά πήγα και βρήκα τη παρέα και παίζαμε μέχρι που μεσημέριασε και άρχισα να πεινάω. Έτσι γύρισα σπίτι όπου η Μάνα μου με ρώτησε. Ηντά κανες του μπάρμπα του Κυριάκο και πέρασε και μουκανε ευχαριστίες ότι τον έκανες καλά. Πράμα δεν έκανα μπρε Μα. Απλώς ο Μπάρμπας νόμιζε ότι τον ματιάσανε και εγώ του έβαλα την ιδέα ότι τον ξεμάτιασα !!!Η Μάνα μου έβαλε τα γέλια και μου είπε καλά έκανες. Αυτή την ιστορία την θυμήθηκα όταν είδα τη φωτογραφία του μπάρμπα Κυριάκου που είχε βάλει ο εγγονός του και φίλος μου Κωστής Ζαχαρενάκης σε μια ανάρτησή του, τη οποία παραθέτω εδώ.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΔΑ ΔΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΟ

Στο χωριό μας ορισμένες οικογένειες είχαν στο DNA τους μια διαφορετική αίσθηση του χιούμορ, περισσότερο ανεπτυγμένη από άλλες οικογένειες. Μερικές βέβαια δεν είχαν καθόλου και αποφεύγαμε να περνούμε από το σοκάκι τους όταν ήμασταν παιδιά. Γιατί οι Γυναίκες μας μάλωναν και μας έβριζαν και οι άνδρες μας ξυλοφόρτωναν!! Μια λοιπόν από τις οικογένειες που διακρινόταν για το πηγαίο χιούμορ της ήταν η οικογένεια του Ψιμαρνογιάννη. Γενικά το σόϊ των ψιμάρνιδων διακρινόταν για τις ατάκες τους που ήταν γεμάτες χιούμορ. Μάλιστα αυτό το χιούμορ μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά. Αυτές λοιπόν τις μέρες που ήμουν στο χωριό μου θύμισαν ένα παλιό περιστατικό που είναι χαρακτηριστικό του χιούμορ των. Παλιά όλες οι οικογένειες είχαν κήπο και σχεδόν καθημερινά πήγαιναν να ποτίσουν και να μαζεύψουν τα κηπευτικά τους. Μια καλοκαιριάτικη μέρα λοιπόν τα αδέρφια Ψιμαρνογιώργης και Ψιμαρνογιάννης πήγαιναν με τα γαϊδούρια τους στο κήπο τους. Μπροστά πήγαινε ο Ψιμαρνογιώργηςμε τη γαϊδάρα του και πιο πίσω ο Ψιμαρνογιαννης με το γάιδαρο του. Η γαϊδάρα ήταν στις μέρες της για να ζευγαρώσει. Όταν έφτασαν στο ύψος της πλακωσάς του καφενείου του Χριστίνη, που καθόταν αρκετός κόσμος, η γαϊδάρα αμόλησε μερικές καβαλίνες. Ο γάιδαρος του Ψιμαρνογιάννη που ερχόταν από πισω σταμάτησε και σκύβοντας το κεφάλι του μυρίστηκε τις καβαλίνες της γαϊδάρας. Μετά σήκωσε το κεφάλι του ψιλά και σηκώνοντας τα χείλια του έδειχνε τα δόδια του. Ο Ψιμαρνογιάννης που ερχόταν πίσω από το γάιδαρό του και είδε την σκηνή, του έριξε μια με τη δυχαλόβεργα που κρατούσε στα καπούλια και είπε << Εδά δα σε κάνω και μικροβιολόγο >> Όσοι καθόταν στη πλακωσά έβαλαν τα γέλια.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

ΕΝΑ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΡΙΝ 60+ ΧΡΟΝΙΑ


Ηταν λιγο μετα το μεσημερι ημερα του Πασχα στο χωριο. Οι οικογενειες που ειχαν μαζευτει στα πατρογωνικα σπιτια για το πασχαλινο τραπεζι ειχαν αποφαει και οι νοικοκυρες μαζευαν τα αποφαγια για να ταΙσουν τις γατες και το σκυλο (οσοι ειχαν σκυλο). Τοτε μονο οι κυνηγοι ειχαν σκυλο . Αλωστε τα σπιτια ηταν ανοικτα και μονο τη νυχτα εκλειναν την εξοπορτα της αυλης.Ολα τα σπιτια τοτε ειχαν αυλη. Βλεπεις τοτε δεν υπηρχαν λαθρομεταναστες ουτε ξενομπατες .Ολοι ηταν γνωστοι και συγγενεις μεταξυ των. Οπως ελεγε κι ο μπαρμπας μου ο Κοκολομανωλης τους ηξεραν σαν τη καλπικη δεκαρα !! Τι βιολι βαραει ο καθενας τους!!. Τοτε δε σουβλιζαν αρνια ουτε εφτιαχνα κοκορετσι.Τα περισοτερα σπτια στη αυλη ειχαν φουρνο και εκεινη τη γιορτινη μερα ειχε την τιμητικη του . Ψητο κατσικι ή αρνακι στο φουρνο !! Ολοι ειχαν κατσικες και το Πασχα εσφαζαν ενα κατσικακι. Για συμπληρωμα ειχαν φτιαξει γαρδουμακια οι νοικοκυρες και μυζιθροπιτες (τωρα τα λενε καλιτσουνια !).Οι αθρωποι τοτε περνουσαν με οτι ειχαν και δεν αγοραζαν σχεδον τιποτε. Οχι σαν τωρα που καθε Πασχα και χριστουγεννα αδιαζει το πορτοφολι μας!! Τα στομαχια λοιπον των Λιμνιωτων ειχαν φουλαρει οι ζωστηρες ειχαν ανοιξει. Μερικοι το ειχαν παρακανει στο φαγητο και στο κρασι και γινοταν θεατρο και περιγελος για τους αλλους. Το φαρμακο για τη βαρυστομαχια ηταν μια γαζοζα στο καφενειο καποιου συγγενη συνηθως. Οι αργοσχολοι και οι ανεμαζοξαριδες οπως ελεγε ο Πατερομανωλης, οι συγγενεις δηλαδη που μενανε στον Αγιο ή στη χωρα (Ετσι ελεγαν τοτε τον Αγιο Νικολαο και το Ηρακλειο)το εριχναν και στη πρεφα για να περασει η ωρα. Ετσι εβλεπες σε καθε καφενειο σε ενα τραπεζι να παιζουν τεσσερεις πρεφα και δεκα να καθοντε γυρω-γυρω απ' αυτους και να κανουν σεϊρι αυτους που παιζουν. Να βλεπουν τσι μαστοριες τους οπως μου ελεγε ο μπαρμπας ο Χριστοφορος που ηταν κορυφη στη πρεφα. Ο γειτονας ο Κακογιαννης μωλις ειχε βγει απο το σπιτι του για να παει στο καφενειο να πχει μια γαζοζα να χωνεψει το φαγητο και στο σταυροδρομι εξω απο το σπιτι του συναντησε τον Πατερομανωλη που πηγαινε κι αυτος στο καφενειο να πχει μια γαζοζα. Χριστος ανεστει γειτονα και χρονια πολλα και του χρονου. Αληθως ανεστη επισης απαντησε ο Πατερομανωλης. Απο το διπλανο σοκακι των Ψιμαρνιδων ακουγοταν φωνες σαν καποιοι να μαλωνουν. Μα ηντανε οι φωνες γειτονα ρωτησε ο Κακογιαννης. Εδα δα δουμε απαντησε ο Πατερομανωλης. Οταν εφτασαν στο διπλανο σοκακι συναντησαν τον Ψιμαρνονικολη που πηγαινε κι αυτος στο καφενειο. Αφου τον χαιρετησαν και του ευχηθηκαν για την ημερα, τον ρωτησαν για τις φωνες. Ε τα συνηθισμενα τους απαντησεο Ψιμαρνονικολης γελωντας. Η γειτονησα η Κλεοπατρα τσακωνεται με την Τσαπινοκατερινα που εχει πχει λιγο παραπανω και κανει φασαρια!! Οι φωνες συνεχιζαν να ακουγονται και τα κοπελακια τση γειτονιας ειχαν μαζευτει να κανουν σεϊρι στον τσακωσμο. Η κλεοπατρα πηρε χαμπαρι οτι εγιναν θεαμα και αρχισε να μαλωνει τα κοπελακια. Ηντα ξανοιγετε ετσα πηγαινετε στα σπιτια σας, οριστε μας, εγενικαμε παλι ρεζιλι στο χωριο. Χαριλαε, φωναξε στον ανδρα της,να πας να βρεις τον γειτονα τον Κωστη να την ενεμαζωξει γιατι δεν υποφερετε παλι. Η συντροφια που ακουγε τη στοιχομυθια εβαλε τα γελια και προχωρησε προς τα κατω καφενεια για να απολαφσουν τη γαζοζα τους και να βοηθησαν το στομαχι τους να χωνεψει.

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Καποτε οι πρωτοχρονιες στις Λιμνες


Ανοιξα τα ματια μου και παρατηρουσα το ταβανι που στις ταβλες του να νερα του ξυλου και οι ροζοι εφτιαχαν διαφορες παραστασεις και μορφες, προσπαθοντας να βρω με τι ακριβως μοιαζουν. Μια φωνη διεκοψε τις σκεψεις μου. Σηκω τεμπελακο μεσημεριασε. Αντε να πας στις θειες σου το πεσκεσι να σου κανουν την καλη χερα. Ηταν η φωνη της Μανα μου. Κοιταξα απο το ανοιχτο παραθυρο τον ουρανο. Ειχε λιακαδα πραμα σπανιο για χειμωνα. Η Μανα μου με ειδε που κοιταζα και ειπε εχει καλη μερα αλλα θα βαλεις ρουχα γιατι κανει κρυο . Σηκωθηκα ντυθηκα και εκατσα στο τραπεζι για να πιω το ζεστο γαλα,που μου ειχε ετοιμασει(ειχε και τοτε ΝΟΥΝΟΥ αλλα αλλο πραμα γνησιο αγγελαδινο με παχια τσιπα οταν εβραζε) με λιγο παξημαδενιο ντακο. Τοτε δεν υπηρχαν κρουασαν η κεϊκ!! Το πρωινο ηταν λιτο - οπου υπηρχε - . Η μανα μου ετοιμασε ενα πιατο με καλιτσουνια μελομακαρονα και κουραμπιεδες και μου ειπε αυτα θα τα πας στη θεια Αριστεα, που ειναι πιο μακρυα και μετα θα γυρισεις να σου δωσω να πας στις αλλες θειες σου. Εβαλε το πιατο σε μια πετσετα και το εδεσε κομπο για να μη μου πεσουν αυτα που ηταν μεσα και αφου εβαλα το χοντρο σακακι μου που μου εφτανε στα γονατα πηρα το δρομο για τη θεια Αριστεα (αδερφη του Πατερα μου). Στο σοκακι των ψιμαρνιδων συναντησα κιαλλα κοπελια που κρατουσαν κιαυτα πετσετες με πιατα και τα πηγαιναν σε συγγενεις να τους κανουν τη καλη χερα (να τα χαρτιλικωσουν δηλαδη για να παει καλα η χρονια). Προσεχα τη πετσετα με το πιατο μην μου πεσει και εχουμε ατυχηματα και συνεπειες και εφτασα στα περα καφενεια . Ο Καλιωρομανωλης με πειραξε περνοντας μπροστα απο το καφενειο του. Ηντα κρατας στο πιατο μωρε κοπελι,φερε να το φαμε. Αστο κοπελι ησυχο.τον αποπηρε ο μπαρμπας μου ο Χριστοφορος που επαιζε ταυλη με τον Ντενεκε το δασκαλο. Συνεχισα το δρομο μου για το σπιτι της θειας Αριστεας. Τα καφενεια ηταν γεματα αθρωπους. Τοσους πολλους μονο στις μεγαλες γιορτες εβλεπες.Βοηθουσε κιο καιρος που ηταν καλος και οι αθρωποι βγηκαν εξω να απολαυσουν τη λιακαδα. Στου Χαριλαου στου Χριστινη ακομα και στου γειτονα του Λεμπιδη ειχε αρκετο κοσμο. Μια φωνη με φωναξε μετο ονομα μου . Γυρισα και κοιταξα απο το μερος που ερχοταν η φωνη .Στη πλακωσα του καφενειου του Λεμπιδογιωργη καθοταν ο Πατερας μου με τους μπαρμπαδες μου τον Κοκολομανωλη τον Δρακιωτογιαννη και τον Κυπαρισση (Λεμπιδογιωργη τον αδρα της θειας Αριστεας) και πινανε καφε. Για που τοβαλες με πεσκεσι μου λεει ο μπαρμπας ο κυπαρισσης, που καταλαβε οτι το <πεσκεσι> ηταν για το σπιτι του. Παω στη θεια να το δωσω,του απαντησα . Ε τοτε κατσε να σε κερασω μια βανιλια και μετα παμε μαζι μου ειπε. Μετα θα ερθεις κιαπο το σπιτι ειπε ο μπαρπας ο Δρακιωτογιαννης . Και φυσικα κιαπο το δικο μου αντετινε ο μπαρμπας Κοκολομανωλης. Ετσι γινοταν την Πρωτοχρονια εκεινα τα χρονια. Πηγαινες το πιατο στα σπιτια των μπαρπαδων και σου εκαναν την <καλη χερα>. Δηλαδη σου εδειναν χρηματα, μη φανταστητε πολλα μια δυο δραχμες αντε οι πιο πλουσιοι (σπανιο ειδος τοτε) κανετα ταληρο. Αφου εφαγα τη βανιλια και ηπια και το νερο, φυγαμε παρεα με το μπαρμπα για το σπιτι του. Η θεια Αριστεα με περιμενε στη αυλη του σπιτιου και με καλωσορισε πηρε το πιατο το αδειασε και μου το ξαναγεμισε με δικα της καλουδια . Ο μπαρμπας εβαλε το χερι του στη τσεπη του γιλεκου του και μου εδωσε ενα δυφραγκο. Χρονια Πολλα μου λεει και του χρονου. Κατσε να σε δω λιγακι μου ειπε η θεια . Δεν μπορω να κατσω πολυ θεια της ειπα. Επρεπε να βιαστω γιατι ειχα πολλους μπαρμπαδες και θειες να παω !! Ετσι περνουσε η Πρωτοχρονια τα χρονια εκεινα. Πηγαιναμε τα πιατα γεματα τα περναμε γεματα και επιπλεον μας χαρτσιλικοναν με δραχμες και δυφραγγα. Μας εκαναν τη <καλη χερα>. Χρονια Πολλα με υγεια και καλη χρονια να εχουμε.

Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΕΝΑΣ (Συνεχεια)


Ενα Σαββατο βραδυ μια Κυριακη πρωι
παω να σεργιανισω κατω στην οβριακη
Βρισκω μια οβραιοπουλα που βγανε τα κουμπια για να λουστει

Χωρις να της μιλησω χωρις να της το πω
μου λεει εκεινη εμενα, καλως τον αγαπω
Αν θελεις οβραιοπουλα να γινεις χριστιανη
και να μεταγυρισεις στη πιστη την καλη
Να λουζεσαι Σαββατο ν'αλλαζεις Κυριακη
και να μεταλαβαινεις το Πασχα και Λαμπρη
Μα θα το πω της μανας μου, κι μανα μου οτι πει
και τοτε σα ρωμιακι σου δινω απιλογη
Μανα μου ενα ρωμιακι που με παρακαλει
για να μεταγυρισω στη πιστη τη καλη
Να λουζομαι Σαββατο, ν'αλλαζω Κυριακη
και να μεταλαβαινω Πασχα και Λαμπρη
Κορη μου δε λυπασαι τ'αδερφια σου τα δυο
και μενα να μ'αφησεις σ'ενα βαρυ καημο;
Μανα δεν τα λυπουμαι τ'αδερφια μου τα δυο
και σενα θα σ'αφησω σ'ενα βαρυ καημο.