Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟ ΣΕ ΕΝΑ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟ ΧΩΡΙΑΝΟ ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΗ


Γεννηθηκε στο χωριο την περιοδο της κατοχης (1942). Ηταν ο πρωτοτοκος γιος του Μανωλη Κοκολακη του Χαριλαου και της Μαριας το γενος Εμμανουηλ Καραβελακη (Σταρομανωλη).Ημαστε συγγενεις απο τη μερια του Παπου του Χαριλαου Κοκολακη και του πατερα της Μανας μου Μιχαηλ Κοκολακη. Πηγε στο Δημοτικο Σχολειο (πανω Σχολειο) αλλα δεν συνεχισε τις σπουδες στο Γυμνασιο. Βοηθουσε τον παπου του στο Ξυλουργειο και τους γονεις του στις γεωργικες εργασιες μεχρι του κληθηκε να υπηρετησει την θητεια του στην αεροπορια (Τατοϊ) εκει γνωρισε την μετεπειτα συζυγο του που τον κρατησε μαζι της στο Καπανδριτι της Αττικης. Ηταν υπαλληλος στο βενζιναδικο του θειου της συζυγου του. Τα τελευταια δεκα χρονια επασχε απο ανεπαρκεια των νεφρων και εκανε αιμοκαθαρση. Στην τελευταια αιμοκαθαρση επαθε ενδονοσοκομιακη λημοξη και επεσε σε κωμα. Απεβιωσε την Κυριακη 6 Αυγουστου. Στην Φωτογραφια που παραθετω φαινεται δευτερος απο αριστερα. Οι υπολοιποι πρωτος αριστερα Μανωλης Δεμετζος του Νικηστρατου, μετα τον χαριλαο εγω και μετα ο Αντωνης του Καρα Μιχαλη (Πεδιαδιτης).
Η φωτογραφια ειναι τραβηγμενη απο τον φωτογραφο τοτε του χωριου, στην αυλη του σπιτιου του Γιαννη Καλιωρακη τον Γεναρη του 1958. Αιωνια του η μνημη .

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

ΟΙ ΛΑΓΟΙ ΚΑΙ ΤΟ....ΚΑΡΟΤΖΙ


Ηταν Σεπτεβρης μηνας, μερικα χρονια μετα την Γερμανικη κατοχη. Τα σταφυλια στα αμπελια ειχαν σχεδον καμωθει και φυσικα οι λαγοι που τοτε ηταν πολλοι τα επισκεπτοταν τακτικα και δοκιμαζαν τη προοδο της ωριμανσης των. Ο Καραπαναγιωτης ειχε ενα αμπελακι απο κατω απο το νεκροταφειο στη στενη στρατα. Πηγαινε λοιπον κι αυτος τακτικα για να βλεπει την προοδο της ωριμανσης των σταφυλιων. Ομως παρατηρησε οτι κι αλλοι εκαναν το ιδιο τσιμπολογοντας και δοκιμαζοντας τις ρογες απο τα τζαμπια των σταφυλιων !Παρατηροντας πιο προσεκτικα ειδε οτι οι κλεφτες των σταφυλιων αφηναν αποτυπωματα της ταυτοτητας των στο χωμα κατω απο τις κουρμουλες. Ααα σας επιασα !!,Μονολογησε ο Παναγιωτης ενθουσιασμενος απο την ανακαληψη του. Προβατσουλιες λαγου!! Τωρα θα σας φτιαξω εγω !! Ξαναπε και εφυγε απο το αμπελι. Πηγε στο χωριο κατευθειαν και βρηκε τον αδερφο του, τον Καραμανωλη που εκανε τον κυνηγο και του ειπε τα καθεκαστα για το αμπελι και τσι λαγους. Καλα ,την νυχτα δα παμε να κατσουμε στο παρακαθυστο να τσι περιμενουμε που εχει καλο φεγγαρι και θα τσι τακτοποιησουμε εμεις.Ειπε ο Καραμανωλης. Ο Μανωλης ο Δινερακης εκανε των εργολαβο "δομικων εργων"στο χωριο. Ειχε λοιπον ενα καροτσι μετα απαραιτητα εργαλεια στο σπιτι κι οταν ηταν καποια δουλεια ειδοποιουσε τους εργατες του και πηγαιναν να την φτιαξουν. Τις προηγουμενες μερες δουλευαν στο νεκροταφειο φτιαχνωντας ενα ταφο και το καροτσι ειχε μεινει εκει. Το απογευμα πηγε ενας χωριανος και τον βρηκε για να φτιαξει καποια δουλεια στον κηπο του. Ειπε λοιπον στο μεγαλο του γιο τον Στελιο να παει στο νεκροταφειο να φερει το καρατσι στο σπιτι γιατι αυριο θα δουλευαν και το χρειαζοταν. Το απογευματακι ο Στελιος βρηκε τους φιλους του και κανονησαν να πανε πιο βραδυ να παιξουν πρεφα σ'ενα σπιτι ενος απο την παρεεα. Η πρεφα ομως θελει ωρα κι αμα εισαι και "φρεσκος μαθητης" δεν τελειωνει ευκολα!! Ετσι περνουσε η ωρα κ' ουτε που το καταλαβαιναν. Ο Καραμανωλης αφου ειχε περασει η ωρα και κοντευαν μεσανυχτα, πηγε στου αδερφου του, του Παναγιωτη το σπιτι τον πηρε και πηγανε στο αμπελι. Εσυ Παναγιωτη παρε τον τσιφτε και δα κατσεις στον αποκατω τραφο στη στενη στρατα. Εγω με το δυκανο δα παω απο τον αποπανω γυρο του αμπελιου για να μη μπορει να μας ξεφυγει ο λαγος ή οι λαγοι αν ερθει παραπανω απο ενας. Βρηκε την καθισια που ηθελε ο καθενας τους και περιμεναν "τους κλεφτες των σταφυλιων". Ειχε περασει αρκετη ωρα κι ο Καραμανωλης σφυριξε συνθηματικα στον Παναγιωτη οτι ερχεται ο λαγος. Ο Παναγιωτης συκωνει τον κοκορα του τσιφτε και τιθεται σε "επιφυλακη".Το ιδιο κανει και ο αδερφος του. Και ενω επικρατει ακρα ησυχια και μονο η φωνη μιας σκουλουπας απο τα κηπαρισια του νεκροταφειου τη διακοπτει κατα διαστηματα. Γινετε χαλασμος, φασαρια και κακο. Ο Καραμανωλης βλεπει τον λαγο να γινεται "Λουης"και δεν προλαβαινει να πυροβολησει. Ποιος διαολος ειναι !!! Λεει βριζοντας ο Καραμανωλης κατεβαζοντας τους κοκορους του δυκανου. Ο Παναγωτης που ηταν στο τραφο στη στενη στρατα, δεν ειδε τον λαγο γιατι ηταν μακρυα. Ειδε ομως τον Στελιο του Δινερομανωλη να γλακα με το καροτσι που ειχε σιδερενια ροδα, χωρις λαστυχο βεβαια -οι λαστυχενιες ροδες βγηκαν πολυ αργοτερα- και που εκανε φοβερο θορυβο διοχνωντας αφελα του το λαγο που περιμεναν. Τι ειχε γινει ; Ο Στελακης μας ειχε ξεχαστει με την πρεφα και οταν πηγε σπιτι του περασμενα μεσανυχτα και ειδε πως ελειπε το καροτσι, θυμηθηκε που του ειχε πει ο Πατερας του να παει να το φερει απο το νεκροταφειο. Ετσι για να γλητωσει το ξυλο και παρα τον φοβο του να παει νυχτιατικα στο νεκροταφειο, εκανε την καρδια του πετρα και πηγε. Μπηκε σιγα σιγα στο νεκροταφειο κοιταζοντας προσεχτηκα δεξια κι αριστερα. Η καρδια κτυπουσε δυνατα απο το φοβο του. Βρηκε το καροτσι, το πηρε και βγαινοντας απο την σιδερενια πορτα,.... ποδια μου βοηθατε με σκεφτηκε. Ορμισε στην κατηφορα με χιλια απο το φοβο του μην τον προλαβουν οι αποθαμενοι, κανοντας βοβερο θορυβο με το σιδερενιο καροτσι!! Ετσι την γλητωσε ο λαγος και ο Στελιος γλητωσε το ξηλο !!!!

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Παιδικες αναμνησεις ηλικιομενων


Ημουνα στο χωριο την περασμενη Κυριακη και ηπα κατα τις 11 το πρωι, κιαφου ειχα στελειωσει μια ντουλαπα στο πατρικο μου, να παω να πχιω ενα καφε στου Χριστινη. Απ' οξω στις μανταρινιες καθοταν δυο παρεες. Στη μια ηταν ο Καφανταρης ο Νικολης με τον Μανωλη του Δραγατη του Λαζαροκωστη και καμποσοι αλλοι που τους περισσοτερους δεν τους ηξερα. Οι μισοι παιζανε πρεφα κι αλλοι κανανε σεϊρι. Στο διπλανο τραπεζι καθοταν δυο ασπρομαλιδες που ο ενας μου σηκωσε το χερι και με φωναξε με το οναμα μου. Σκεπτομε πρεπει να ειναι γνωστος για να με καλει, αλλα ποιος ειναι ; Βαζω το μυαλο μου να παρει στροφες και προσπαθω να θυμηθω που τον ξερω !! Φορουσε και γυαλια ηλιου και με μπερδευαν ακομα περισσοτερο. Οσο τον πλησιαζα μου ηρθε η αναλαμπη . Ο Μακης ο Βλασσης ρε που σου εστηλε την προσκληση να συναντηθουμε, περσι τον Ιουλιο. Μεσω Facebook βεβαια (απαραιτητο μεσω επικοινονιας στις σημερινες μερες). Και η φωνη βγηκε αφθορμητα απο το στομα μου. Γεια σου μωρε παλιο μου γειτονακι Μακη (Ευθυμης).Μετα τα σχετικα "διαδικαστικα"χαιρετουρες κ.λ.π.καναμε ο καθενας μας μια αναδρομη της πορειας της ζωης μας. Η πρεφα διπλα τελειωσε και οι παικτες και οι θεατες σηκωθηκαν να φυγουν. Ενας απο τους θεατες ηταν και ο Παπα Νικολης ο Λαζαρακης. Ηρθε λοιπον με χαιρετησε και ο Μακης βρηκε την ευκαιρια να μου πει οτι ποτε του δεν περιμενε να γινει παπας ο Νικολης γιατι μικρος ηταν πολυ τζαναμπετης. Μαλιστα τον ρωτησε. Θυμασε οταν κλεψαμε τις καρπουζες; Ο παπας λοιπον αρχισε να μας λεει την ιστορια με τις καρπουζες. Ηταν η δεκαετια του εξηντα. Στο πανω σχολειο (τοτε δουλευε μονο αυτο) το καλοκαιρι που ηταν κλειστο, νοικιαζαν τον κηπο και ειχαν βαλει καρπουζες. Οσες ηταν γηνομενες τις εβαζαν στη αποθηκη του Σχολειου για να τις πουλησουν. Η αποθηκη ειχε ενα παραθυρο απο τη μπαντα των αποχωρτηριων. Απο εκει εμπενες ευκολαστην αποθηκη. Ο Μακης με τον παπα Νικολη (σκετος Νικολης τοτε), βρεθηκαν στον περιβολο του σχολειου και αποφασησαν να μπουνε στην αποθηκη να φανε μια καρπουζα να δροσιστουνε !!. Ανοιξαν το παραθυρο κι εκατσαν σαν κυριοι και εκοψαν μια καρπουζα και την εφαγαν. Αντε παμε να φηγουμε τωρα μην ερθει κανενας και μας πιασει στα πρασσα!! Λεει ο Μακης. Ο Νικολης πιανει μια καρπουζα και λεει στο Μακη .Ε να παρουμε και μια να τη μπαμε στην Αγια φωτεινη να την φαμε πιο ηστερα. Βγηκαν απο το παραθυρο και πηδηξαν απο το μπεντενι με την καρπουζα στα χερια. Ελα ντε ομως που τους ειδαν απο τα σπιτια και τα κηπουλια που ηταν διπλα. Εφυγαν και πηγαν στην Αγια φωτεινη. Οταν ο Νικολης πηγε σπιτι τα νεα ειχαν παει γρηγοροτερα απ' αυτον στον πατερα του αγροφυλακα που τον περιμενε με "ανοικτε3ς αγκαλες" και μια βεργα στα χερια !! Την ιδια βεβαια υποδοχη ειχε και ο Μακης αλλα απο τη Μανα του αλλα με ελαφροτερες συνεπειες. Ο Λαζαροκωστης δεν αστειευοταν γιατι ηταν αγροφυλακας και το θεωρουσε μεγαλη προσβολη ο γιος του να κάνει οτι αυτος κυνηγουσε τους αλλους που τα εκαναν. Ετσι ο μικρος (παπα) Νικολης εφαγε ξηλο που εβαλε και στις τσεπες που λεγαμε τοτε. Οχι βεβαια πως συνετηστηκε και εκατσε φρονημος!! Το ξηλο μαλλον μας ετρεφε τοτε και το τραβουσε ο οργανισμος μας. Ειδικα ο οργανισμος του Παπα Νικολη οταν ηταν μικρος.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΚΑΙ ΟΜΠΟΥΝΤΑΛΑΣ ΚΟΥΝΙΑΔΟΣ

Χθες το απογευμα καθομαστε στη μπλακοσια του Χριστινη μια παρεα απο τα παλια. Εγω ο Μανωλης Δεμετζος του Νικηστρατου, Νικος Γωνιωτακης, Σταυρος Κοκολακης, Γιαννης Λουκακης και αναπολουσαμε τα παλια. Καιρο ειχαμε να βρεθουμε τοσοι μαζι. Ο Γιαννης λοιπον μου ειπε μια ιστορια απο τα παλια για να τη γραψω αλλα μου ειπε για ευνοητους λογους επειδη ακομα ζουνε οι μετεχοντες στην ιστορια να μην γραψω ονοματα. Λοιπον η Ιστορια αναφερεται σε δυο κουνιαδακια. Ο ενας εκανε τον μαστορας στις οικοδομες ο αλλος ηταν αγροτης αλλα χεροδυναμος οπως οι περισσοτεροι αγροτες της εποχης. Ο αγροτης κουνιαδος ειχε ενα κολυτο φιλο της ιδιας κατηγοριας που κανανε παρεα σαν τους χιοτες. Οι κουνιαδοι λοιπον ειχαν φητεψει πατατες μαζι συμισακες. Ηλθε ο καιρος να πανε να τις βγαλουν. Ο πονηρος κουνιαδος που ηταν και κνεκνεφεσης (αδυνατος) πηγε και βρηκε τον κουνιαδο του που καθοταν με το φιλο του και επαιζαν κολτσινα στο καφενειο . Σκοθητε μωρε να πα να βγαλουμε τσι πατατες απο το χωραφι. Ε να παμε να παρουμε τα σκαπεθια ειπε ο αγροτης κουνιαδος. Οϊ δε δα παρουεμ τα σκαπεθια, ειπε ο πονηρος κουνιαδος γιατι δα κατακοψομε τσι πατατες και θα τσι χαλασουμε.Απαντησε ο πονηρος κουνιαδος.Κιμε πως δα τσι βγαλουμε, ρωτησε ο φιλος του αγροτη κουνιαδο. Θα πατε να παρετε το αλετρι να το φερετε στο χωταφι. Ειπε ο πονηρος κουνιαδος. Πηγανε λοιπον οι φιλοι αγροτες και πηρανε το αλετρι και το πηγανε στο χωραφι με τσι πατατες. ΣΕ λιγο ηρθε και ο πονηρος κουνιαδος. Πουνε μωρε τα βουγια, ρωτα ο κουνιαδος του. Τι να τα κανουμε τα βουγια του λεει ο πονηρος που ειχε σχεδιασει ολη την ιστορια στο μυαλο του σκεφτομενως πως τετοια βουγια που ειστε δεν χριαζονται κι αλλα βουγια. Κιαμε ποιος δα σερνει το αλετρι του λεει ο αγροτης κουνιαδος. Εσεις οι δυο που ειστε χεροδυναμοι τους λεει και βαζει το χερι στο στομα του για να τον μπαρουν τα γελια. Τελικα τους εζεψε στο αλετρι και σαν μαστορας που ηταν αυτος εκατσε πισω απο τ'αλετρι και βγαλανε τις πατατες. Οποιος δεν εχει μυαλο εχει χερια. Αυτα συνεβαι ναν πριν καμια πενηνταρια χρονια πριν στο χωριο μας.

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

ΗΜΕΡΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΩΝ ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ


Οι ημερες των χριστουγενων ηταν ανεκαθεν ημερες που θελαμε να βρεθούμε στο χωριο οπου κιαν ημαστε, για να γιορτασουμε με τις οικογενειες μας τις αγιες αυτες ημερες. Να συναντησουμε τους φιλους μας τους συγγενεις μας. Να κανουμε παρεες, να διασκεδασουμε να πιουμε ενα ποτηρακι ρακη παραπάνω, να παιξουμε μια τριανταμια ετσι για το καλο του χρόνου και να απολαυψουμε τους κουραμπιεδες και τα μελομακαρουνα, τα σπιτικα που κανανε οι Μαναδες μας και τα αλλα γλυκα τα χριστουγεννιατηκα. Περναμε λοιπον απο τον Πειραιαα τα καραβια της εποχης εκεινης, στριμωχνομαστε στο κατάστρωμα και βαζαμε βοροσκιο τις βαλιτσες μας για να προφυλακτουμε απο τον βορεια και ναμαστε την αλλη μερα στο Ηρακλειο. Μεγαλη ταλαιπωρια !! Αλλα εμεις δεν καταλαβαιναμε τιποτα. Ουτε κουραση ουτε ταλαιπωρια, αρκει να φταναμε στο χωριο μας. Ετσι νηωθαμε τοτε. Στο χωριο φταναμε προπαραμονη η παραμονη της ημερας των χριστουγενων. Γυρω στο μεσημερι. Στο σπιτι μας περιμεναν οι γονεις μας με ανοικτες αγγαλες αλλα το τραπέζι ηταν λιτο, λογω νηστειας των παραμονων των χριστουγεννων. Συνηθως φασολαδα γαι τους πλουσιοτερους και αγρια χορτα για τους φτωχοτερους. Αλλα εμας δεν μας ενοιαζε το φαη οτι κιαν ηταν, αρκει που ημαστε στο χωριο. Περναγαμε και με ψωμι με ελιες !!! Την ημερα ομως των χριστουγεννων το γευμα ηταν βασιλικο !! Ψητο στο ξηλοφουρνο, αρνακι η γουρουνακι η γαλοπουλα (ολοι μεγαλωναν ζωα τοτε για τα χριστουγεννα). Ετσι ηταν για μας τοτε τα βασιλικα γευματα !!!! Κιεμεις αισθανομαστε βασιλιαδες. Στα καφενεια την ημερα των χριστουγεννων ειχαν κουραμπιεδες και μελομακαρουνα οι περισσοτεροι καφετζιδες (υπηρχαν και οι τσιγκουνιδες που δεν ειχαν). Μαζευομαστε κυριως στου Μιχαλη του Φιλοθεου το καφενειο η στου Ψιμαρνομανωλη που ηταν πιο κοντα μας στα κατω καφενεια. Πιναμε τα καραφακια μας και παιζαμε καμια πρεφα. Τις παραμονες της Πρωτοχρονιας παιζαμε και καμια τριανταμια για το καλο του χρονου. Καποτε λοιπον στα μεσα της δεκαετιας του 70, την επομενη μερα απο τα χριστουγεννα εκανε κακοκαιρια και το βραδυ που πηγαινα στου Φιλοθεου συναντησα στη πλατεια στο παλιο Δημαρχειο τη νεολαια του χωριου δεκαοκταριδες και κοσαριδες. Βαγγελης Κοκολακης,Μιχαλης Μαρτορακης (του Γιαμακη) Νικος Κατρινης και αλλοι. Μου λέει λοιπον ο Βαγγελης οτι ο αδερφος του ο Σταυρος του εδωσε ενα αεροβολο και θα πανε το βραδυ για πουλακια με το φακο. Να τα παω της Μανας μου να τα καθαρισει, να βαλω το κρασι να τα φαμε την αλλη μερα. Συμφωνησα και το βραδυ μου εφεραν μια σακουλα γεματη και την πηγα στο σπιτι. 70 κοματια !!! Η μανα μου τα εφτιαξε με τα αυγα την επομενη και ηπιαμε και ενα μπουκαλι κρασι. Ετσι περναγαμε τοτε τα χριστουγεννα που στο χωριο μας υπηρχαν νεοι και οι ξενιτεμενοι χωριανοι δεν ξεχνουσαν το χωριο μας. Καλα χριστουγεννα χωριανακια οπου κιαν βρησκεστε .

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Τα μπουκαλάκια με το λάδι και τα ουρα της καφετζίνας

Στο χωριό τη δεκαετία του εξηντα, τα καφενεία ανοίγανε πρωί- πρωί για να προλάβουνε οι αθρώποι να πιούνε το καφέ τους και μετά να πάνε στις δουλειές τους.Ηταν ομως και μερικοί που πρωί-πρωί το έριχναν στις ρακές μια και οι δουλειές τους ηταν τέτοιες που τους το επέτρεπαν και που αν τους γυρευε και κάποιος πελάτης ήξερε που θα τους έβρησκε. Στο καφενείο του Σωμπατή ο καφετζης ο Νικολής καθόταν ορθιος στο τεζιάκι απο μέσα αυτός και απ'έξω ο ξάδερφός μου ο χαράπης ο Δημήτρης ο Μεθυμός (μαθητής του πατέρα μου στο επάγγελμα). Πίνανε δυο ρακές και περίμεναν να φανεί και ο τρίτος της παρέας. Μωρε δε σου φαίνεται πως αργησε ο Φετσάς; Ρώτησε ο Σωμπατής τον ξαδερφό μου.Ε μπορεί να τούτυχε κιαεις μουστερής. Απήντησε ο ξάδερφος μου. Ξαναγεμισε τα ποτηράκια ο Σωμπατής και βγήκε στη πόρτα να δει αν έρχεται ο Νικολής ο Φετσάς (Λαυδάκης). Το Φετσάς του το ειχαν κολήσει γιατί αγόραζε τα φετσόλαδα ή τα αντάλασε με πράσινο σαπούνι. Γενικά το επάγγελμα του ηταν λαδέμπορος. Το εμπορικό ηταν στη πλατεία του χωριού απέναντυ απο το Δημαρχείο και διπλα στου Αλέκο του Βαρνταβά το καφενείο. Στου Καφαντάρη το περίπτερο τονε θωρώ και πέρνει τσιγάρα. Ειπε ο Σωμπατής και γυρισε στο ταζιάκι γεμιζοντας και τοποτηράκι του Φετσά με ρακή. Σε λίγο μπηκε μεσα στο μαγαζί ο Φετσάς . Αντε και σε περιμένουμε τόση ώρα του ειπε ο Νικολής ο Σωμπατής. Μωρε μουτυχε ενας πελάτης και ηθελε να του μετρήσω μιαολια λάδι και καθυστέρησα. Α μια και μετρούσες τα λαδια ηστερα που θα φυγεις να πάρεις ενα μπουκαλάκι λάδι που μου το δωσανε να το μετρήσεις. Καλά ειπε ο Φετσάς κι αρχίσανε να ξαναπίνουνε και να ξαναγεμιζουνε τα ποτηράκια. Μετά απο κάμποση ωρα μπήκε ενα κοπέλι στο καφενείο και γυρευε τον Φετσα. Μπάρμπα ελα γιατι σε γυρευουνε στο μαγαζί του ειπε. Ερχομε απάντησε και σηκώθηκε απο το τεζιάκι. Πάρε το μπουκαλάκι του φωναξε ο Σωμπατής. Πήρε ενα σκουρο μπουκαλάκι απο την ακρη στο τεζιάκι και εφυγε. Αφου τακτοποίησε τον πελάτη θυμιθηκε το μπουκαλάκι που πήρε απο του Σωμπατη το καφενείο. Για να δω μωρε ηντα γραμμές ειναι κιονε το λάδι, μουρμούρισε κι αρχισε να μετρά με τα μπουκαλάκια και τα φάρμακα. Ακρη ομως δεν εβγαζε. Και μετρούσε και ξαναμετρούσε. Ηντα δαίμονα γίνεται. Μου φαίνεται πως ηπια πολλές ρακές. Ξαναμουρμούρισε. Βρηκε απόξω απο το μαγαζί και είδε τον Μανώλη τον Κατσούλη που εφτιαχνε ενα σωμαρι εξω απο το μαγαζί του. Μωρέ Μανώλη για ελα γιατί δεν μπορώ να βγάλω ακρη με τουτονε το λάδι που μούδωσε ο Σωμπατής ο Νικολής. Το είδε ο Σωμαρας και του λεει δε μου φαινεται για λάδι. Τοτε ο Φετσας πέρνει οτι ειχε μείνει στο μπουκαλάκι και πάει στο καφενειο του Σωμπατη. Ο ξαδερφός μου ηταν ακομα εκεί. Ητάνε μωρε τουτονε το μπουκαλάκι που μου εδωσες και δεν μπορώ να το μετρήσω λεει στον Σωμπατή . Εσύ το πήρες και εμένα ρωτάς του απαντά ο καφετζής. Για να δώ του ξαναλέει Και κοιτάζοντας το μπουκάλι και ενα αλλο που ηταν το ιδιο στο τεζιακι του λέει Μωρε δαίμωνα το μπουκαλάκι με τα ουρα τση γυναίκας μου πήρες και οχι το αλλο με το λάδι και δα πρέπει νατην ξαναβάλω να κάμει αλλα. Βέβαια ο Σωμπατής εν γνώση και του ξαδέρφου μου ειχε μπερδέψει τα μπουκάλια για να κάνουν πλάκα στον Φετσά. Ολοι που το ακουσαν στο καφενειο εβαλαν τα γέλια. Τοτε ο ξάδερφός μου ο Μεθυμός λέει στο Φετσά γελώντας. Αμε να αλλάξεις τα γυαλλάκια σου Νικολή γιατι δε θωρεις καλά. Να το μπουκαλάκι με το λαδι του λεει ο Σωμπατής και του δινει ενα αλλο ιδιο μπουκαλάκι απο την ακρη στο τεζιάκι. Και πως δα το μετρήσω εδα που χάλασα το φάρμακο στα κωλοούρα σου απάντησε ο Φετσάς. Ο Φετσάς κατάλαβε την πλάκα που του εκαναν αλλά δε θύμωσε. Εβαλε κι αυτός τα γέλια. Ελα να πιούμε δυο ρακες και δα βρείς εσύ του απάντησε ο Σωμπατής. Ετσι περνούσαν τον καιρο τους πειράζοντας ο ενας τον αλλον στο χωριό εκεινες τις εποχές που δεν υπήρχαν χαζοκούτια (τηλεοράσεις) κινητα τηλέφωνα ταμπλετ και ιντερνετ.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ ΤΗΣ ΟΞΑΣ ΚΑΙ ΟΙ 101 ΣΤΕΡΝΕΣ

Ο παπούς (οπως τον φώναζα και του άρεσε) ο γείτονας ο Πατερομανώλης ο μυλωνάς, (είχε ανεμομυλο στους βορνούς μύλους και αλεθε σταρια και κρυθάρια και εφτιαχνε αλευρι) οταν πήγαινα σπίτι του πάντα ειχε μια ιστορία να μου διηγηθεί. Καμιά φορα στον Πατερομανώλη με έστελνε και η θειά μου η Μαρία οταν ειχε δουλεια και εγω την πιλάτευα να μου πει ενα παραμύθι. Οταν αρχιζε να μου λεει. Μια φορα κι αν καιρό ηταν μια γρα με μια βουρλένια βράκα...Μετά από λιγα δευτερόλευτα συνέχιζε. Μα κάτσε καλά να σου το πω από την ακρα. Ηξερα οτι δεν ειχε όρεξη για παραμυθια γιατι ειχε δουλειά. Ετσι η επόμενη καυβέντα της θειάς μου ήταν. Αντε πήγαινε να δείς αν ειναι στο σπίτι σ παπούς ο Πατερομανώλης να σου πει καμιά ιστορία. Αυτή λοιπόν η ιστορια που θα σας γράψω σήμερα αρχίζει κάπως ετσι. Κάποτε πριν τον κατακλισμό του Νώε, στην κορυφή της οξας κατοικούσαν σε ενα μεγάλο κάστρο γίγαντες. Ψιλοί ήσαμε 40 πηχες, οι σαραντάπηχοι. Το λιβάδι του καλολάκου οπως και ολα τα γυρω βουνά και χωράφια ήταν δικά τους. Κατοικούσαν ψιλά στην κορυφή για να μπορούν να βλέπουν τη θάλασσα οταν θα ερχόταν τα πειρατικά καράβια ή γειτονικοί εχθροί απο την ξηρά και να ετοιμάσουν την αμυνα του κάστρου. Ο βασιλιάς των σαραντάπηχων κάποτε σε ενα κυνήγι είχε πιάσει μερικά νεογέννητα δρακάκια και τα πήρε μαζί του στο κάστρο. Τα μεγάλωσε και τα εκπαίδευσε να προστατευουν το κάστρο και τους ανθρώπους που κατοικούσαν γυρω απο αυτό. Το κάστρο ηταν φτιαγμένο ετσι που να μπορούσε να αντέξει σε πολιορκία πολλών ημερών. Τα τειχη του κάστρου ηταν πολύ ψηλα. Και απο τις πολεμίστρες έριχναν στους επιτηθέμενους καυτο λάδι και πέτρες ώστε να μην μπορούν να πλησιάσουν. Οσο για τροφιμα, ειχαν εκτός απο τις αποθύκες, φτιάξει και 100 στέρνες που γέμιζαν με αγαθά (στάρια ,καρπούς και νερό). Ειχαν και μια κρυφή στέρνα που ηταν πολύ καλά κρυμένη που ηταν η 101η στέρνα. Εκεί μέσα φύλαγαν τα χρυσα και ασημένια κοσμίματα και νομίσματα διαμάντια και ρουμπίνια. Ετσι αν ποτέ το κάστρο έπεφτε στα χέρια εχρθών ή πειρατών να μη μπορούσαν να την βρούν. Ομως ήρθε ο κατακλισμός και οι σαραντάπηχοι πνίγηκαν παρά τις προσπάθειες που έκαναν για να γλητώσουν.Εμειναν μονο τα αποτυπωματα από τα δάκτυλά τους στους βράχους του καστρου που σώζονται μέχρι σήμερα ( τα εχω δεί και ηταν εκεί οταν ανέβηκα για τελευταία φορά πριν 40 χρόνια.). Πνίγηκαν και οι δράκοι. Μονο μια δράκαινα ειχε μεινει τελευταία με το μικρό της. Πετούσε πάνω απο το κάστρο που αρχισαν να το σκεπάζουν τα νερά της βροχής που δεν έλεγε να σταματίσει. Αποκαμομένη απο την πρόσπάθεια της να μείνει ζωντανή και στο αέρα και βλέποντας οτι την εγκατέληπαν οι δυνάμεις της παρακάλεσε το θεό να την κάνει θαλάσσιο δράκο αυτή και το μικρό της για να μπορέσει να ζήσει στη θάλασσα και να μεγαλώσει το παιδί της. Ο θεός την λυπήθηκε και την αφησε ζωντανή στη θάλασσα αυτή και το μικρό της, χάνοτας ομως τα φτερά της και δεν θα μπορούσε να πετάξει ποτέ ξανά. Ειχε γίνει ενα θαλάσσιο τέρας οπως το τέρας του Λοχ-νες. Από τοτε η δράκαινα γυρίζει στο κάστρο μια φορά το χρόνο και ανεβαίνει στο κάστρο νυχτα για να μη την δούν. Ψάχνει την 101η στέρνα και την αλλη νύχτα , οταν βεβαιωθει οτι δεν την εχει βρεί ακόμα αθρωπος ξαναγυρίζει στη θάλασσα. Αυτή είναι η ιστορία του Πατερομανώλη. Τα χρόνια πέρασαν και κάποιο καλοκαίρι οταν πήγαινα στο Γυμνάσιο, πήγαμε με την θειά μου την Καδιανή στα Ατζιμπραγά να μαζεύψουμε τα αμύγδαλα. Επειδή δεν μπρολάβαμε να τα μαζεύψουμε σε μια μέρα μήναμε τα βράδυ στο σπίτι στα ατζιμπραγά. Κοιμηθήκαμε στο αλώνι που ηταν εξω απο το σπίτι. Τότε θυμήθηκα την ιστορία του Πατερομανώλη και την διηγήθηκα στη θειά μου και στη Μάνα μου που ηταν κι αυτή εκεί. Η θειά μου τότε θυμήθηκε ενα περιστατικό που το έζησε οταν ηταν κοπελια στην ηληκία μου η λιγο παραπάνω καιμας το διηγήθηκε. Ηταν και τοτε καλοκαίρι και είχαν ΄ερθει να μαζέψουν τα αμύγδαλα, με τον πατέρα της και τα αλλά μεγαλύτερα αδέρφια της. Η μάνα μου δεν ειχε πάει γιατί ηταν πιο μικρή.Τη νύχτα ξύπνησαν από ενα θόρυβο σαν να κατρακυλούσαν πέτρες και ενα παράξενο βουιτό σαν κάποιο τεράστιο ερπετό να κατέβαινε από την οξά. Το βουιτο πέρασε απο το φαράγγι των σπήλιων και κατευθυνθηκε προς τα λενικά και χάθηκε στη θάλασσα. Ολοι ειχαν κατατρομάξει και μαζεύτηκαν να μάθουν τι ήταν. Τοτε ενας παπούς ο γέρο Πυθαρούλης παπούς του Πυθαρουλογιώργη που ειχε ξυπνήσεικι αυτός από τη φασαρία, τους ειπε. Μη φοβάστε ήταν η δράκαινα που ανεβαίνει στη οξά κάθε καλοκαίρι και απόψε γύρισε στη θάλασσα. Δεν πειράζει στοι αθρώπους, αρκει κι αυτοί να μη την πειράζουν. Η διήγηση της θειάς μου με έβαλε σε σκέψεις. Λες να ηταν αλήθεια η ιστορία του Πατερομανώλη; Μετά ηταν και τα αποτυπώματα των σαραντάπηχων στις πλακούρες της Οξάς που τα ειχα δει!! Οπως και να χει τωρα τελευταία δεν εχω ακούσει να ξαναανεβηκε η δράκαινα στη Οξά. Μάλλον με τα καπιταλ κοντρόλ θα εχει κιαυτή πρόβλημα να κάνει αναλήψεις !!!! Ασε που θα φορολογήσουν και τις καταθέσεις και δεν το εχει σκοπό να αποκαλύψει την τραπεζοθυρίδα της. Την 101η στερνα της Οξας. Φυλαγε τα ρούχα σου που λένε. Καληνύχτα σας Λιμνιώτες και Λιμνιώτησες.