Παρασκευή 29 Μαΐου 2026
Ο Πρώτος φίλος της επιστροφής μου στο χωριό
Ηταν φλεβάρης μήνας ο χειμώνας ακόμα δεν ειχε τελειώσει και συνέχιζε να ταλαιπωρεί τους αθρώπους. Ο μπάρπας μου ο Χρύσανθος που δεν είχε παιδιά με είχε σαν δικό του παιδί. Έτσι όταν αρρώστησε ο πατέρας μου ειχε πει της Μάνας μου ότι χρειαστείς μη διστάσεις να μου ζητήσεις να βοηθήσω οτι μπορώ. Η υγεία του πατέρα μου αντι να καλυτερεύει χειροτέρευε !. Ηταν και δυσκολος άθρωπος. Μολις αισθανοταν καλύτερα πετούσε τα φάρμακα και έκανε τις δουλειές του. Δεν είχε σε μεγάλη εκτήμηση τους γιατρους. Τι ξέρουν αυτοί θεοί είναι. Έλεγε. Ετσι κατέληξε στο Ιπποκρατειο νοσοκομείο της Αθήνας, αφού στη Λαρισα δεν μπορούσαν να τον γιατρέψουν. Βλέπεις οι κακουχίες της κατοχής και του εμφυλίου είχαν βλάψει ανεπανόρθωτα την υγεία του. Ηταν και το επάγγελμα του τέτοιο που δεν βοηθούσε. Απεναντίας επιβάρυνε την υγεία του. Οταν λοιπόν κατεβήκαμε στην Αθήνα για να μπει στο Ιπποκράτειο ο πατέρας μου έστειλε γράμμα στον Μπάρμπα μου να ερθει να με πάρει στο χωριό και να με γράψει στο σχολείο να μη χάσω τη χρονιά. Οταν θα τελείωνε η περιπέτεια της υγείας του πατέρα μου θα ερχόταν κι αυτοί στο χωριό. Τα μαντάτα είχαν φτάσει στο χωριό πριν από μένα και συγγενείς και γνωστοί περνούσαν από το σπίτι που έμεναν οι αδερφές της Μάνα μου να μάθουν τα νεότερα. Δεν είχα πάει ακόμα στο σχολείο και περασε η Μάνα του Δημήτρη Τουτουδάκη μαζί με τον Δημήτρη να μάθει νεα .Ηταν θλέπεις φιλενάδα με τη Μάνα μου. Ειχε χάσει τον ανδρα της πριν μερικά χρόνια από ατύχημα στο εργοστάσιο που ειχανε με τον αδερφό του, και ήθελε να συμπαρασταθεί στη φιλενάδα της. Ετσι πρότεινε στις θειάδες μου να με πάρει μαζί του ο Δημήτρης να γνωρίσω κι αλλα παιδιά και να περασει η ωρα μου. Πήγαμε στο σπίτι τους γνώρησα και τα άλλα αδέρφια του, τον Γιάννη και την Γεωργία, τα ξαδέρφια του που ηταν δίπλα Το Μανώλη και την Ελένη. Ηταν ο πρωτος φίλος που έκαμα μετά την επιστροφή μου στο χωριό και παρέμεινε φίλος μου ολα αυτά τα χρόνια. Έμεινε κι αυτός στα Χανιά και όταν αργούσα να πάω να τον δω με έπερνε τηλέφωνο. Μα ηντα κάνεις γιατα χάθηκες ελα να σε δω. Ετσι πήγαινα τον έβλεπα λέγαμε τα παλιά και ξαναγινόμασταν παιδιά για λίγο. Πριν το Πάσχα φέτος πήγα με την γυναίκα μου και τον ειδα. Πως τα πάς Δημητράκι. τον ρώτησα. Εγέρασα μωρέ και δεν πάω καλά. Σώπα μα μιά χαρά σε βλέπω του λέω. Τα πόδια μου με κουζουλένουνε από τσι πόνους και δεν μπορω να προπατήξω. Επαρέτησα και τ' αυτοκίνητο και δεν οδηγώ. ευτυχώς που ειναι εδω ο Μιχάλης (ο γιός του) και οτι θέλω μου το φέρνει. Κουράγιο Δημήτρη να πάμε παρακάτω. Με τις δουλειές με τα χωράφια να βαλω τον καταστροφέα και αλέσει τα κλαδιά απο τα κλαδέματα και τα χόρτα που με τις όψιμες βροχές ειχαν γινει ενα μέτρο ξέχασα τον Δημήτρη. Η Γυναίκα μου άρχισε να μου φωνάζει . Ξέχασες τον φίλο σου να πάρεις τηλέφωνο να δείς ήντα κάνουνε, να πάμε να τσι δούμε. Δεν πρόλαβα ομως να πάω. Με πρόλαβαν τα νέα που ήρθαν από τσι Λίμνες. Πήραν τηλέφωνο τον ξάδερφο του τον Μανώλη και του ήπαν οτι ο ξαδερφός εφυγε στον ύπνο του και γλήτωσε από τα βάσανα των γηρατειών και τους πόνους !!! Πηγαμε χθες και τον κατεβοδώσαμε στον κάτω κόσμο στις κορακές Χανίων. Καλό ταξίδι φίλε μου καλέ Δημήτρη.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου