Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

ΠΑΛΙΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Οι πρώτες αποκρές (οπως τις ελεγε η θεια μου η Μαρία) ήταν οταν ήμουν πολύ μικρός. Θα πήγαινα στο Δημοτικό σχολείο πρώτη τάξη ή δευτέρη. Στο σπίτι των θειάδων ηταν μαζεμένα ολα τα αδέλφια της Μάνας μου (όσα ηταν στο χωριό). Ετσι αποσπερίζανε τότε που δεν είχαν ραδιόφωνα πικαπ και τηλεοράσεις. Μαζευόντουσαν σε ενα σπίτι (κατα το πλείστον στο πατρικό τους) ολη η οικογένεια και συζητούσαν ή οσοι ήξεραν κάποιο όργανο το έπαιζαν και χόρευαν και τραγουδούσαν. Αυτά γινόντουσαν κυρίως τα Σαββατοκύριακα των απόκρεω, αλλά και σε άλλες μέρες που ήταν κάποια συμαντική γιορτή οπως το Πασχα τα χριστούγεννα την Πρωτοχρονια τα φωτα του Ευαγγελισμού της Παναγίας το δεκαπενταύγουστο και άλλες τοπικες εορτές οπως της Αγια Μαρίνας της Αγιας Τριάδας του Αγίου Δημητρίου που υπήρχαν οι εκκλησίες των στο χωριό. Ηταν αν θυμάμαι καλά η πρωτη Κυριακή των απόκρεω. Εκεί που καθόμασταν ολοι γύρω από το τζάκι για να ζεστενόμαστε και ο μπάρπας ο Μανώλης ελεγε παλιες ιστορίες. Μπήκε μέσα ο γείτονας ο Γιώργης ο Λεμπίδης με την γυναίκα του τη Σοφία. Η Σοφια ηταν φασαριατζού και καλές φιλενάδες με τη θειά μου την Καδιανή που πήγαιναν μαζί στα <<οζά>>. Αρχησε λοιπόν να ξεσηκώνει τη θειά μου. Αντε μωρή να ντυθούμε μασκαράδες. Ο Λεμπιδογιώργης τσι πείραζε. Τα ηντά 'στε δα !!! Και ηντα δα ντυθήτε; ρώτησε ο μπάρμπας ο Μανώλης. Να μου δώσεις μια βράκα σου να τη βάλω είπε η θειά μου. Και γιάντα δε μου το πες να σου την κρατώ πριν ερθω. Πηγαινε στο σπιτι μου να την πάρεις. Οϊ δε πάω γιατι είναι πολλοί κουζουλοί στα σοκάκια και φοβούμε. Ειπε η θειά μου. Εκει που το συζητάγανε κτυπά η πόρτα και μπαίνει ο Μιχάλης ο ξάδερφός μου γιός του μπάρπα του Μανώλη. Καλώστονε. Με την ώρα ήρθες που θέλει η θειά σου να ντυθεί μασκαράς. Τον καλωσόρισε ο Πατέρας μου. Κ' ηντα θες θεια να σου δώσω το παντελόνι μου να ντυθεις μασκαράς; Ρώτησε ο Μιχάλης. Οϊ να πας να μου φέρεις μια βράκα του πατέρας σου, μια ζώνη κι ενα γελέκο να ντυθώ και βάστα και το παλιό ρασίδι (Κρητικό παλτό χωρίς μανίκια) γιατί κάνει κρύο. Καλά ειπε ο Μιχάλης και εφυγε για να φέρει τα ρούχα που ζήτησε η θειά του. Τότε σηκώθηκε και η γειτόνισα η Σοφία και λέει. Ε να πάω σκιάς κι εγώ να βρώ δυο ρούχα του Γιωργάκη μου να τα βάλω. Παλιά να βάλεις μη πέσεις σε κανα λάκο με λάσπες και μου λερώσεις τα καινούργια. Την πείραξε ο Ανδρας τσης. Σε λίγο ηρθε ο Μιχάλης και εφερε τα ρούχα . Ηρθε και η Σοφια ντυμένει <<Λεμπιδογιώργης>>, ντυθηκε κι η θεια μου Κοκολομανώλης, βάλανε κι ενα τζεμπέρι στα μούτρα τους για να μη τους γνωρίζουν. Ομως φοβόντουσαν να πάνε μόνες τους. Μωρε Μιχάλη ελα κι εσύ να μας κάνεις παρέα που φοβούμαστε να πάμε μοναχές μας. Ειπε η θειά μου. Εγώ ; Κ'ηντα δα ντυθώ εγώ; Ρώτησε ο Μιχάλης. Βάλε ενα φουστάνι τση θειά σου τση Δοξανιάς που ειναι στα μέτρα σου. Του ειπε ο πατέρας του. Πήγε η Μάνα μου στο σπίτι και του εφερε ενα φουστάνι και ενα μαντίλι. Εβαλε και κάλτσες γυναικίες και ετοιμάστηκαν να πάνε βόλτα. Τότε ο Μιχάλης ειπε στον Πατέρα μου. Μπάρμπα δεν έρχεσε κι εσύ για καλο και για κακό μην μας παντίξουν πράμμα κουζουλοί κι έχουμε μπελάδες. Καλά θα ρθώ αλλά θα κάθομε απ'οξω απο τα σπίθια που θα μπαίνετε. Ελα κι εσυ Γιωργάκι να μας κάνεις παρέα. Ειπε ο Πατέρας μου στον Λεμπιδογιώργη. Δεν εκουζουλάθηκα να αφήσω τη ζεστασιά και να γυρίζω στσοι κρυγιότες !! είπε ο Λεμπιδογιώργης και συνέχισε. Εσύ φτάνεις και περισεύεις να τση βλέπεις. Μα αθρωπος δε δα τσι πειράξει αμα είσαι εσύ. Και σήμωσε τη μπάγκα (χαμηλό κάθισμα) του πιο κοντά στη παραστιά να ζεσταθεί καλύτερα. Ο πατέρας μου ηταν μεγαλόσωμος και απο τους πιο δυνατούς ανδρες του χωριού. Κασάπης στο επάγγελμα. Για μένα ηταν ο πιο δυνατός που χωριού. Ετσι πήγε μαζί τους για προστασία. Αφού εκαναν τη βόλτα τους στα συγγενικά σπίτια κι απεφευγαν τις <<κακοτοπιες>> γύρισαν στο σπίτι του παππού μου που τους περίμεναμε οι υπόλοιποι της παρέας.