Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΙΝ 46 ΧΡΟΝΙΑ


Εχουν περάσει σαράντα εξη χρόνια απο τότε. Ηταν 21 Δεκεμβρίου του 1968. Παραμονές χριστουγέννων στην Αθήνα και ετοιμαζόμασταν για να κατέβουμε στο χωριό για τα χριστούγεννα. Την προηγούμενη μέρα ηλθαν απο Θεσσαλονίκη και αλλοι λιμνιώτες φοιτητές και στρατιώτες για να κατέβουν και αυτοί στο χωριο. Αλλοι πήγαν κατ'ευθεία στο Πειραιά και μπήκαν στο πλοίο και αλλοι εμηναν στην Αθήνα για να δούν τους φίλους και τους γνωστούς και να φύγουν μετα τις επόμενες μέρες για την Κρήτη με το καράβι. Μερικές κοπελιές έμηναν στης Σοφίας του γυγούρτη στα εξάρχεια. Συνενοηθήκανε λοιπόν οι κοπελιές με μερικούς από την παρέα να κάνουμε έκληξη στον ξάδερφό μου τον Θεμιστοκλή του Κοκόλη που γιόρταζε την αλλη μέρα. Το πρωί λοιπόν της 21 Δεκεμβρίου ετοίμασαν δυο ταψιά και τα πήγαν στο φούρνο σαλάτες και λοιπά και τα έφεραν στο σπίτι που μέναμε στο Γουδί. Εκεί αφού κάναμε τα χρόνια πολλά στον ξάδερφο κάτσαμε και το ρίξαμε στο φαγοπότι. Οταν χορτάσαμε φέραμε τα όργανα και το ρίξαμε στο χορό. Ο Χουλάκης ο Μιχάλης έπαιζε το βιολί και εγω με τον Δημητριανάκη τα μπουζούκια. Το γλέντι και οι χοροί καλά κρατούσαν και είχαμε ξεσηκωσει την πολυκατοικία. Βέβαια είχαμε ενημερώσει τον Μπάρπα Στάθη τον δάσκαλο που ηταν διαχειριστής και το Απαλαγό τον Νικολή που ηταν θυρωρός. Οι άλλοι ηταν φοιτητές. Μονο μια παλαβή νοσοκόμα εμηνε δίπλα και πήγε να μας χαλάσει το γλέντι. Ετσι μας έστηλε το εκατό δυό φορές επείδή την ενοχλούσαμε. Ευτυχώς που οι αστυνομικοί που ήρθαν ήταν Κρητικοί και στη δεύτερη φορά έκατσαν και χόρευαν μαζί μας. Αλλά για να μην τους εκθέσουμε μετά σταματήσαμε το γλέντι. Την άλλη μέρα πήραμε ολοι μαζί το καράβι και κατεβήκαμε στο χωριό. Ξάδερφε Θεμιστοκλή Χρόνια Πολλά να χαίρεσαι τα κοπέλια σου και τα εγγόνια σου. Χρόνια Πολλά και σε όλους τους Θεμιστοκλίδες που γιορτάζουν σήμερα.

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

ΜΙΧΑΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΛΙΩΡΑΚΗΣ


Ο Μιχάλης ήταν το πέμπτο παιδί του κτήστη Νικολάου Καλιωράκη. Ηταν τρια χρόνια μεγαλύτερος μου αλλα ετυχε να πηγαίνουμε καποια χρονιά στην ιδια τάξη στο Γυμνάσιο. Δεν του άρεσαν και πολύ τα γράμματα γιαυτό έκανε δυο χρόνια στην ιδια τάξη και έτσι τον έφτασα κι εγώ που ήμουν μικρότερος του. Ηταν η τρίτη τάξη του Γυμνασίου και είχαμε την ατυχία να έχουμε φιλολογο καθηγήτρια την Δρακωνάκη απο τη Φουρνή. Ηταν μια πολύ παράξενη καθηγήτρια που την περισσότερη ωρα του μαθήματος ελεγε ιστορίες απο την φοιτητική της ζωή. Οχι βέβαια με όλους αλλά οσους της κάνανε τα χατήρια και ηταν καλοί στα μαθήματά της. Ειχε βάλει στα πρώτα τρια τέσσερα θρανία τους εκλεκτούς της και για τους υπόλλοιπους ήταν σαν να μην υπήρχαμε στη τάξη. Το μάθημα γινόταν με πεντε εξη μαθητές και οι υπολοιποι ημαστε απόντες απο την διαδικασία του μαθήματος. Οταν στο τέλος του δυμήνου που έπρεπε να μας βάλει βαθμό μας έβγαζε να πούμε μάθημα μας έσπαγε τα νεύρα με την ειρωνεία της και προσπαθούσε να βρεί κάτι που δεν θα το ξέραμε για να αποδείξει οτι ήμαστε κακοί μαθητές. Οι περισσότεροι απο μας ειχαμε διαγράψει τα μαθήματα που μας έκανε και προσπαθούσαμε στις γραπτές εξετάσεις των εξαμήνων να γράψουμε για να περάσουμε την τάξη. Στα προφορικά του πρώτου εξαμήνου μας έβαζε σε ολους κάτω απο τη βάση. Μετά αναγκαζόταν να προσαρμώσει την βαθμολογία της με τα γραπτά του πρώτου εξαμήνου και ετσι περνούσαμε τα μαθήματα της. Τέλος Ιανουαρίου πέρνουμε τους βαθμούς του δευτέρου Διμήνου. Λίγοι είχαν πάνω απο τη βάση. Ο Μανώλης ο Δεμέτζος του Νικήστρατου ήταν μπαρούτι γιατί ενω δεν τον ειχε βγάλει στο μάθημα του ειχε βάλει κάτω από τη βάση. Μολις λοιπον μπηκε η Δρακωνάκη στη τάξη, ο Μανώλης διαμαρτηρήθηκε για τον χαμηλό βαθμό αφού δεν τον ειχε εξετάσει . Η Δρακωνάκη εκνευρήστηκε του φώναξε να κάτσει κάτω κι αν δεν του αρέσει ο βαθμός να πάει στου Γυμνασιάρχη. Ο Μιχάλης τότε σηκώθηκε και υποστήριξε τον ξαδελφό του και εμείς οι υπόλοιποι ευκαιρία γυρευαμε για να κάνουμε φασαρία. Εγινε έξαλη η Δρακωνάκη, φωναζε να βρει εξω απο την τάξη ο Μανώλης και ο Μιχάλης. Ο Μιχάλης τηε έλεγε, δεν βγαίνω και τότε εκανε το λάθος η καθηγήτρια και κατεβηκε απο την έδρα και επιασε τον Μιχάλη απο το χέρι να τον βγάλει έξω απο την τάξη. Ο Μιχάλης απλώς σήκωσε το χέρι του για να απαλαγει απο το πιάσιμο της και αυτή βρέθηκε ανάσκελα φαρδια-πλατιά στο διάδρομο. Αρχησε να φωνάζει να φέρουμε τον Γυμνασιάρχη. Οι καθηγητές απο τις διπλανές τάξεις ηρθαν να δούνε τι τρέχει και στην αναμπουμπούλα την κοπάνησαν ο Μανώλης με τον Μιχάλη. Ηρθε ο Γυμνασιάρχης ενημερώθηκε για το τι έγινε, κάλεσε και μερικούς απο μας στο Γραφείο του για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Το αποτέλεσμα ηταν να φάει αποβολή ενα μηνα ο Μιχάλης και δυο μέρες ο Μανώλης και να μας αφήσει μεταξηταστέους ολους τους Λιμνιώτες.Φυσικά ο Μανώλης και ο Μιχάλης εμηναν στην ιδια τάξη. Αυτό ηταν αφορμή ο Μιχάλης και ο Μανώλης να παρατήσουν το Γυμνάσιο και να καταταγούν στον Στρατό ως εθελοντές. Ο Μιχάλης στα μαθήματα μπορεί να μην ηταν καλός αλλά στο ποδόσφαιρο ήταν πολύ καλός παίκτης. Επαιζε αριστερός χαφ. Σαν τωρινό δεκάρι ας πούμε. Το χαρακτηριστικό του ήταν οτι περίμενε τον αντιπαλο να του επιτεθεί και τον χάζευε με τις τρίπλες που του έκανε και ο Μιχάλης εσκαγε στα γέλια. Ελα ρε έλεγε, ελα να μου πάρεις τη μπάλα. Αλλα η μπάλα ηταν κολημένη στα πόδια του και δεν μπορούσες να την πάρεις. Θυμάμε παίζαμε μπάλλα Λιμνιώτες με την Λατσίδα-Βουλισμένη Χάναμε ενα μηδέν στο ημίχρονο. Ο Μιχάλης ειχε καθυστερήσει και μπήκε στο δεύτερο ημήχρονο. Αλλά μολις μπήκε, το παιγνίδι γύρησε και με δυο γκόλ του Μιχάλη και δυο του Τουτουδάκη του Δημήτρη το τελικό σκορ ηταν 4-1 υπέρ των Λιμνών. Ο Μιχάλης μου είχε βγάλει το παρατσούκλι <<διαβολάκος>> επειδή ημουν μικρόσωμος αλλά πολύ γρήγορος και στα παιγνίδια ήμουν πρώτος (κρυφτο-κυνηγητό ). Τον Συνάντησα αργότερα οταν ειχα τελειώσει το Γυμνάσιο και πήγα στη Θεσσαλονίκη για να δώσω εξετάσεις στο Πανεπιστήμειο. Ηταν μονιμος υπαξιωματικός του στρατού και υπηρετούσε σε μια μονάδα στην επτάλοφο και ερχόταν τακτικά στο σπίτι της αδελφής μου στη Μεναιμένη Θεσσαλονίκης. Ο Γαμπρός μου ο Τάσος τον εκτιμούσε πάρα πολύ και του ειχε πει να τον παντέψει οταν θα ευρησκε την εκλεκτή του. Ετσι και έγινε τον πάντρεψε η αδελφή μου του βάφτησε και το πρώτο του παιδί. Ετσι γίναμε και συντέκνοι. Οταν κατεβηκα στην Αθήνα και υπηρετούσα στο Τατόϊ βρεθήκαμε ενα απόγευμα με τον Μιχάλη (που ηταν ακόμη απνυπαντρος) στου Κωστή του Μιχελουκοδημήτρη το σπίτι. Ο Κωστής ηταν νιόπαντρος αλλά η γυναίκα του η ξαδέλφη μου η Αννα ηταν στο χωριό να μαζεψει τις ελιές. Ετσι κάτσαμε στου Κωστή φάγαμε, ηρθαν και ο Αντώνης του Σταυρούλη του Ζευγά και ο Καραβέλας ο Γιώργης. Οταν κάποια στηγμή πήγαν να φύγουν Το χιόνι ήταν 20 πόντους εξω απο την πόρτα. Ο Κωστής τους ειπε οτι υπάρχουν αρκετά κρεβάτια να βολευτούμε ολοι. Έτσι μηναμε ολοι στο σπίτι του Κωστή. Για αυτή την Ιστορία εχω γράψει σε παλαιότερη ανάρτηση. Οταν ήμουν στη Αθήνα πήγαινα στο σπίτι του στην Πετρούπολη. Το σπίτι του ήταν πάντα ανοικτό για όλους τους συγγενείς και φίλους. Μετα ήρθα στα Χανιά και βρήκα τον αδελφό του τον Γιάννη που γίναμε και μ'αυτόν συντέκνοι αφού η κόρη μου βάφτησε την εγγονή του. Χάσαμε επαφή με τον Μιχάλη αλλά τον εβλεπα στο χωριό που ερχόταν κάθε καλοκαίρι. Αγαπούσε το χωριό γιαυτό ζήτησε να τον θάξουν εκεί μαζί με τους γονείς του τον αδελφό του, τους συγγενείς και χωριανούς του. Καποιος είχε πει οτι ο ανθρωπος πεθαίνει μονο οταν τον ξεχάσουν οι άλλοι ανθρωποι. Για μας θα εισαι πάντα ζωντανός στη θύμηση μας. Στο καλό φίλε σύντεκνε Μιχάλη.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Πως περνούσαμε τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων

Ητανε καλοκαίρι της δεκαετίας του 50. Το Δημοτικό σχολείο στο χωριό είχε κλήσει και εμείς απολαμβάναμε τα παιγνίδια στην αυλή του κάτω σχολειού και στους δρόμους του χωριού. Αγαπημένα στέκια για παιγνίδια ηταν ο ανατολικός τοίχος της αυλής του Μπάρμπα Πατεροκωσταντή μέχρι την αυλόπορτα της Θειάς της Μπροκομαρίας
.Εκει παίζαμε κλέφτες και χωροφυλάκους και κυνηγητό. Στην Καρανισκομαρίας εξω απο τον στάβλο που είχε χωρο. Εκεί παίζαμε ποδόσφαιρο και ξυλίκι, παλέθια και βόλους. Στο κάτω σχολειό τα παίζαμε όλα . Είχε αρκετό χώρο για κάθε παιγνίδι. Κυρίως εκεί γινόταν τα παιγνιδια πανωγειτονιάς με κατωγειτονιάς στο ποδόσφαιρο. Ομηρικές μάχες γαι εκείνη την εποχή. Υπήρχαν και άλλα στέκια όπως ο περίβολος του Αγίου Δημητρίου που παίζαμε γαζοζένιες και κρυφτό. Ο περίβολος της Αγίας τριάδας που πάιζανε εκεί -κυρίως-τα κοπέλια της πανωγειτονιάς. Για τα τσουριά και τα πατίνια ηταν ο δρόμος από του κατσούλη το πηγάδι μέχρι τη βορνή καμάρα. Καμιά φορά δεν μας χωρούσε το χωριό και πιάναμε τα βουνά. Κυρίως την Μάχα. Η Αγιά Φωτεινή ηταν ο αγαπημένος τόπος οπου ανεβαίναμε και τραγουδούσαμε μαντινάδες κυρίως οταν ηταν τα φασκόμηλα αλλά και μετα οταν ήταν η αρίγανη και μας έστελναν να την μαζέψομε. Βέβαια οταν υπήρχαν δουλειες - και το καλοκαίρι είχε μπόλικες- δεν διανοούμασταν να μην πάμε και εμείς να βοηθήσουμε, κιας κάναμε το ελάχιστο που μπορούσαμε. Θυμάμε που πήγαινα οταν θερίζαμε στα σπαρμένα και μου φορτωναν τους γαϊδάρους και τους πήγαινα στο αλώνι
που με περίμενε ο Μπαρμπας Κοκολομανώλης για να μου τους ξεφορτώσει και να τους ξαναπάω στο χωράφι να τους ξαναφορτώσουν. Οταν τελείωνε το θέρισμα άρχιζε το αλώνεμα. Η δουλειά μας ήταν να καθόμαστε στο βολόσυρο με μια καπελαδούρα στο κεφάλι να μας προφυλάσει από τον ήλιο, καθώς τα βούγια τραβόντας τον βολόσυρο γυρίζανε γυρω-γύρω στο αλώνι και αλωνίζανε τα στάρια και τα κρυθάρια και τα αλλα λοϊσήματα. Επειδή ήμασταν μια μπουκιά (φρύσα με έλεγε ο Μπάρμπας μου) βάζανε και μια βαρειά πέτρα πάνω στον βολόσυρο και καθόμασταν απάνω για να βαραίνει και να κόβει καλύτερα τα σπαρμένα. Μετά το αλώνεμα έπρεπε να βοηθήσουμε να βάλουμε τα άχερα στον αχεριόνα και τα στάρια και τα κρυθάρια στην αποθήκη. Υπήρχε και τότε ΕΝΦΙΑ !!!Θυμάμε που ερχόταν οι φορατζίδες. Έτσι τους έλεγαν γιατί έπερναν απο την ποσότητα του προϊόντος που έκανες ενα μέρος επι της εκατό σαν φορο εισοδήματος. Και μετά κατά το τέλος του Ιουλίου άρχιζε το μαζέμα των αμυγδάλων. Ηταν μια δουλειά που μ'αρεσε γιατί είχε χαβαλέ και πλάκα να ρίχνεις τα αμύγδαλα με το κοντάρι από την αμυγδαλιά και μετα να τα ψάχνεις να τα μαζέυεις απο χάμω από το χωράφι. Τις περισσότερες φορές δεν τα έυρισκες όλα. Ετσι μένανε μερικά για τους ραντολόγους να τα βρούνε και όσα δεν έφτανε το κοντάρι στην αμυγδαλιά . Μια χρονιά θυμάμε και μάζεψα δυο τσουράλια απο το ραντολόϊ αμύγδαλα. Μετά έπρεπε να τα καθαρίσουμε και να τα βάλουμε στις ταράτσες να τα λιάσουμε. Και όταν τελειωναμε από τα αμύγδαλα΄αρχιζαν ο τρύγος με τα σταφύλια στα αμπέλια, τα σουλτανιά πρώτα. Μερικοί απλωναν και έκαναν σταφύδα. Εμείς ευτυχώς δεν είχαμε μόνο μαυρο αμπέλι για κρασί. Αυτά τρυγόταν αργότερα. Τον Σεπτέμβη αρχιζε και το μάζεμα των χαρουπιών. Οι θειάδες μου κατασκηνοναν στα Ατζιμπραγά για μερικές μέρες και φυσικά με έπερναν και μένα που ψωφούσα για περιπέτειες. Βέβαια εκτός από αυτά όλο το καλοκαίρι ηταν και τα κηπευτικά που ειχε ποτίσματα μαζέματα ξεχωρτίσματα θειαθίσματα κ.πλ. εργασίες στους κήπους, που βάζαμε και εμείς το χεράκι μας για να βοηθήσουμε αλλά και να φάμε φρέσκα λαχανικά. Αλλά το πιο ωραίο για μένα ήταν κάθε καλοκαίρι όταν το βράδυ πηγαίναμε για ΄υπνο και η Μάνα μου μου έστρωνε στη ταράτσα. Μέχρι να με πάρει ο ύπνος μετρούσα τα αστέρια που παρατηρούσα στον έναστρο ουράνο. Έβλεπα τον ιορδάνη ποταμο, την νύφη και την κακιά πεθερά που πήγαινε να την ρίξει στον ποταμό και τον Γαμπρό που έτρεχε να την προλάβει (ολα αυτά ηταν άστρα λαμπερά που ξεχώριζαν απο τα αλλα ). Έτσι έλεγε η θειά μου η Μαρία που μου έκανε ξενάγηση στους ουράνούς εκείνων των βραδιών και μου έλεγε για τα αστέρια όπως της είχαν πεί κι αυτής κάποτε που ήταν παιδί οι δικές της θειάδες. Τότε δεν γνώριζαν για ατερισμούς πλανίτες αστεροειδείς κ.λ.π αλλα ηξεραν μονο τον αυγερινο, τον αποσπερίτη και την πούλια !!! Πριν μερικά χρόνια που εφτιαχνα το σπίτι της Μάνα μου βρήκα ένα τετράδιο με σχέδια του ουρανού με αστέρια του, που είχα φτιάξει καποιο βράδυ ένος Ιουλίου έκείνων των χρόνων, παρατηρόντας τον ουρανό πάνω από το κεφάλι μου όπως ήμουν ξαπλωμένος. Ετσι ήταν τα καλοκαίρια μας τοτε στις δεκάετίες του 50 και του 60. Δεν λέω για μετα γιατί είχαμες αλλες σκοτούρες μεγαλώνοντας. Προτιμώ να θυμάμε μονο τα αθωα χρόνια του Δημοτικού. Μετά οταν μεγαλώνοντας πήγαμε στο Γυμνάσιο ξεγαϊδουρέψαμε, όπως μου έλεγε η θειά μου η Καδιανή όταν ήθελε να με επιπλήξει για κάποια μπαγαποθιά που έκανα !!!

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΘΥΜΙΣΕΣ ΑΠΟ ΑΛΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ

Σήμερα που πήγα στον φυσιοθεραπευτή να μου κάνει μερικές μαλάξεις στο κτυπημενο χέρι μου, κάποια στιγμή άρχησε να τρέμει το χέρι μου απο τις ασκήσεις που μου έκανε. Θυμήθηκα στον μπάρμπα μου τον Κοκολομανώλη που επινε τον καφέ του σε νεροπότηρο γιατί έτρεμε το χέρι του και γέλασα. Ο Φυσικοθεραπευτείς με ρώτησε γιατί γέλασα, και του είπα την ιστορία με τον μπάρμπα μου τον Κοκολομανώλη. Κάποτε που καθόταν στου Λεμπιδογιώργη το καφενείο στο χωριό, περνούσα και μου φώναξε . Ανήψο έλα να σε κεράσω ενα υποβρύχιο (έτσι έλεγαν τη βανίλια στο ποτήρι με νερό). Πρέπει να ήμουν 11 χρονών τότε. Οταν έκατσα στο τραπέζι (το στρογγιλό σιδερένιο τραπέζι της εποχής) που καθόταν ο μπάρμπας μου για να ΄φαω το ...."υποβρύχιο", παρατήρησα το ποτήρι του νερού με τον καφέ και τον ρώτησα, γιατί δεν πίνει τον καφέ του στο φλυτζάνι όπως όλως ο κόσμος. Ο καφετζής ο Λεμπιδογιώργης γέλασε και μου είπε . Ο μπάρμπας σου εχει σκοτώσει πολλες σουσουράδες οταν έκανε τον κυνηγό και τον καταράστηκαν να τρέμουν τα χέρια του σαν την ουρά τους, γιαυτό δεν μπορεί να πχεί τον καφέ στο φλυτζάνι και του τον βάζω στο νεροπότηρο για να μην τον χήσει χάμε. Θυμήθηκα επίσης και τον Φυσιοθεραπευτή της εποχής εκείνης που ηταν και ορθοπαιδικός του χωριού μας και των γύρω χωριών, τον μπάρμπα μου τον Τσάϊ (κατα κόσμον Μανώλη Χαλκιαδάκη Ξάδερφο του Πατέρα μου). Καθόταν απέναντυ από το καφενείο του Λεμπιδογιώργη που ήταν το σπίτι του. Τον έλεγαν τσάϊ γιατι οταν πήγαινε στα καφενεία δεν έπινε καφέ αλλά ζητούσε να του κάμουν τσάϊ. Ο μπάρμπας ο τσαϊς λοιπόν ηταν νοσοκόμος στο στρατό και είχε μάθει να φτιάχνει πόδια χέρια που εφευγαν από τη θέση τους. Ακόμα και σπασίματα έφτιαχνε. Εχω ιδία πείρα οταν κάποτε στραμπούλιξα το πόδι μου και μου το έφτιαξε. Και ο Αλέκος Βαρδαβάς ηταν βεβαια κι αυτός νοσοκόμος στο στρατό, αλλά μονο πρώτες βοήθειες έδιδε οταν γινόταν κανένα ατύχημα. Οπως τότε που πάτησα μια νταβανόμπροκα και μου έβαλε ιώδιο και μετα σκόνι σουλφαμίδας στη πληγή, οταν μου έβγαλαν την πρόκα στο ξυλουργίο του Γιουρτομανώλη.¨Αλλες εποχές τότε !! Ξυπόλυτοι πηγαίναμε το καλοκαίρι και πάιζαμε μπάλα στο αεροδρόμιο. Κτυπάγαμε τα γόνατα και τα δάκτυλα στις αγγυναροκουρκούβες και στις πέτρες, γεμίζανε αίματα αλλά δεν κολώναμε και συνεχίζαμε, αφού πρώτα βάζαμε ξερή καβαλίνα για να τραβίξει το αίμα από τη πληγή. Αγκάθια μας καρθώνανε αλλά εμείς δεν χαμπαρίζαμε. Ουτε τέτανο παθαίναμε ουτε μόλυνση. Αλωστε που να τη βρούμε !! Ουτε αυτοκίνητα υπήρχαν και αν υπήρχαν ήταν ελάχιστα για να μολύνουν την ατμόσφαιρα (Στο χωριό μας δεν υπήρχε κανένα). Ουτε ψέκαζαν τότε τους κήπους και τα αμπέλια με φάρμακα. Αλωστε δεν χρειαζόταν αφού δεν υπήρχαν αρώστιες των φυτών. Ασβέστης και θειάφι ήταν τα μόνα φάρμακα και σαπουνονερο με ξυδι για τις μελίγγρες (ψίλους των λαχανικών). Κόβαμε τα φρούτα από τα δέντρα και τα τρώγαμε χωρίς να τα πλένουμε, όπως και τα λαχανικά. Αν είχαν καμια κουτσουλιά πάνω τους τα σκουπίζαμε στο παντελόνι μας για να φύγει. Αλωστε το νερό ηταν χρησιμότερο για άλλες χρήσεις και δεν το σπαταλάγαμε. Οι γονείς μας έτσι μας έμαθαν. Οι αθρώποι ποθαίνουν οταν δεν έχουν νερό και εμείς πρέπει να το φυλάμε για να το έχουμε οταν πρέπει και οχι να το σπαταλάμε. Τότε μονο πηγάδια υπήρχαν και το καλοκαίρι αρκετά στέρευαν. Μάλιστα θυμάμε κάποιο καλοκαίρι τις δεκαετίας του 50 που ερχόταν από τη φουρνή και τα χωριά του πάνω μεραμπέλλου ( καρύδι, σχοινιάς, Νοφαλιάς κιάλλα) να πάρουν νερό με τις κανίστρες από το χωριό μας για να πίνουν που είχαν στερέψει τα πηγάδια τους. Δύσκολές εποχές αλλά καθαρές από ατμοσφαιρική ρίπανση, από αρώστιες των φυτων των δέντρων και των αθρώπων. Να φανταστήτε οτι υπήρχαν ανιδρα (χωρίς να τα ποτίζουν)λαχανικά (αγγουρια, ντομάτες κ.λ.π.) που μεγάλωναν με την νυχτερινή δροσούλα!!! Και ηταν πολύ νόστημα. Η θεια μου η Καδιανή εβαζε στα Ατζιμπραγά ντομάτες και αγγούρια που μεγάλωναν χωρίς να τα ποτίζει. Τωρα αν δεν ποτίσεις και ψεκάσεις δεν τρώς και αυτά που τρως είναι φαρμακομένα και άνοστα!!! Οταν πήγαινα εκτός χωριού στα χωράφια που ηταν κοντά στα μετόχια των Λιμνων, είχα πάντα στη μέση μου το αλουμινένιο παγουράκι και οταν αδειαζε ήξερα που θα βρώ νερό για να το ξαναγεμίσω. Ηταν απο τα βασικά μαθήματα επιβίωσης που σου μάθαιναν τότε. Ενα μαχαιράκι στη τσέπη (συνήθως σφαλικτάρι) ενα κομάτι σκοινί γύρω από τη μέση σου και το παγούρι με νερό. Τοτε καναμε δουλειές που μας έστελναν οι δικοί μας και εκτός χωριού . Βέβαια στα χωράφια βρησκοντουσαν πάντα γνωστοί άθρωποι που τα καλιεργούσαν και εβοσκαν και την κατσίκα τους με το προβατό τους και δεν αισθανόσουν το φόβο της μοναξιάς και της ερημιάς. Αντε τώρα να βρείς αθρωπο στα χωράφια !!!Ουτε που το διανοείσαι να στέιλεις εντεκάχρονο στο βοσκό να πάρει τυρι, όπως μας έστελναν τότε. Ουτε δεκαοχτάχρονο δεν στέλνεις!! Αλλες εποχές αλλα ηθη αλλα δεδομένα.
.

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΔΙΣΚΟΒΟΛΙΑΣ ΠΟΥ ΒΓΗΚΑΝ ΞΥΝΑ


Τη εποχή που ο δάσκαλος ο Πεδιαδίτης ήθελε να μαζευόμαστε στο κάτω σχολειό και να παίζουμε εκεί και οχι στους δρόμους του χωριού και να αναστατωνουμε τους αθρώπους, μου είχε πεί σαν αρχηγός που ήμουνα τότες και ασχολούμουνα με τα αθλητικά να μάθω στους μικρότερους να ασχοληθούν με τα αθλήματα του στίβου.- Τα θεωρούσε λιγοτερο ζημιάρικα απο το ποδόσφαιρο που καμιά φορά η μπάλα πήγαινε αλλού και έκανε ζημιές.- Δηλαδή να ρίχνουν σφαίρα και δίσκο. Να τρέχουν μικρές και μεσαίες αποστάσεις (100μέτρα, 400 μέτρα 1000μέτρα και 3000 μέτρα). Να πηδούν ύψος, μήκος και τρηπλούν. Είχα πάρει δυό σφαίρες από το Γυμνάσιο και τους έδιχνα πως ρίχνουν σφαιροβολία. Ο Παπά Νικολής ο Λαζαράκης ήθελε να του μάθω να ρίχνει και δίσκο. Αλλά δίσκος δεν υπήρχε και έτσι για δίσκο αναγκαστήκαμε να χρησιμοποιήσαμε πετρες πλακοτές από τις πλακούρες του βορά. Μονο που ο παπά Νικολής ήταν δυνατό κοπέλι και οι πέτρες πήγαιναν μακρυά στα κεραμίδια του σπιτιού του Μαστρομανώλη!! Επόμενο ήταν ο Μαστρομανώλης να έπερνε στο κυνήγι τον δισκοβόλο και τους βοηθούς του. Επειδή λοιπόν ήταν επικίνδυνο να σπάσει και κανενούς από τους θεατές το κεφάλι, τους είχα απαγορεύσει να ρίχνουν δίσκο στο κάτω σχολειό. Και μόνο ο παπά Νοκολής που είχε μάθει τον παλμό να ρίχνει και μακριά όλοι οι άλλοι. Μερικοί Θεώρησαν όμως καλό να πάνε στο πάνω σχολειό που δεν υπήρχαν σπίτια κοντά για να κάνουν κάποια ζημιά. Ο παπά Νικολής είχε μάθει να ρίχνει και πρόσεχε, αλλά κάποιοι άλλοι που τον παρακολουθούσαν και ήθελαν και αυτοί να ρίξουν δίσκο, οταν εφυγε ο παπά Νικολής και πηρε μαζί του τους δίσκους, σκέφτηκαν να ανοίξουν την αποθήκη του σχολειού και να πάρουν τον δίσκο της μιας οκάς που τους ερχόταν καλύτερα στο χέρι και να κάνουν "προπόνηση" και αυτοί στη δισκοβολία. Μια και ο παπά Νικολής δεν τους έδινε τους δικούς του πέτρινους "δίσκους". Η παρέα λοιπόν που ήταν μικρότεροι από τον παπά σε ηλικία. Απόντος και του παπά αλλα και κάποιου άλλου μεγαλύτερου, αρχισε να ρίχνει την οκά για δίσκο. Ο διάλος ομως εχει πολλά ποδάρια !! Κάποια φορά η οκά φεύγει πλάγια και κτυπά στο μέτωπο κάποιο από την παρέα που παρακολουθούσε. Η παρέα τρομοκρατήται, βάζει τις φωνές, κάποιος αθρωπος που ήταν κοντά στους κήπους ακούει τις φωνές τους και φέρνει τον "νοσοκόμο" του χωριού τον Αλέκο τον Βαρδαβά. Αυτός διαπιστώνει οτι έχει σπάσει το κόκαλο και τον βάζει σε ενα αυτοκίνητο για το νοσοκομείο του Αγίου Νικολάου. Ο πατέρας του τραυματία μαθαίνει από τον Βαρδαβά το περιστατικό γίνεται έξαλος. Ψάχνει να με βρεί επειδή του ήπαν μερικοί καλοθελητές οτι εγώ φταίω που τους μαθαίνω τέτοια πράμματα. Ο δάσκαλος προσπαθεί να τον λογικέψει αλλά βρήσκει κιαυτός τον μπελλά του!!! Και εσύ φταίς που τον έβαλες να τους μαθαίνει τέτοια πράμματα να σπάνε τσι κεφαλές τους και τα κεραμίδια των αθρώπων!! Τι να κάνει ο δάσκαλος, έρχετε και με βρήσκει στο κάτω σχολειό. Φυγε από το χωριό πάνε στου Μπάρμπα σου στον Αγιο ή όπου αλλού θέλεις γιατί εσπασανε την κεφαλή με μια οκά του ανηψιού μου και ο πατέρας του σε γυρεύει (οχι για καλό βέβαια). Τι να κάνω σκέφτομαι οτι στον Αγιο δεν ειναι μερος να κρυφτώ, θα με βρεί και ετσι πέρνω τη Μάχα και πάω στη Φουρνή στου φίλου μου και συμαθητή μου Τσαγκαράκη το σπίτι. Ειχα ξαναπάει κιάλλες φορές και εμεινα ενα βράδυ. Τωρα ομως έκατσα μερικές μέρες μέχρι να βγεί από το Νοσοκομείο ο τραυματίας και να ησυχάσουν τα πνεύματα στο χωριό. Εντομεταξύ οι λογικότεροι του χωριού ειχαν πιάσει τον πατέρα του και του εξηγησαν οτι δεν φτάίει ούτε ο δάσκαλος ούτε εγώ που άνοιξαν την αποθήκη ο γιός του και η παρέα του και πήραν την οκά και την έπαιζαν δίσκο και σπάσανε το κεφάλι του γιού του. Ετσι αρχησε να ηρεμεί και να καταλαβαίνει οτι ειχαν δίκιο. Βέβαια η υπόλοιπη παρέα δεν γλητωσε το σχετικό ξύλο από τους πατεράδες τους. Πολύ αργότερα οταν ειχα πια τελειώσει το Γυμνάσιο, ο πατέρας του τραυματία μου είπε "Μπορεί να μην εφταιγες εσύ που σπάσανε την κεφαλή του γιού μου, αλλά αμα σ'έπιανα τότε στα χέρια μου θα σε μισέρωνα. Καλά έκανες που εφυγες από το χωριό γιατι θα γινόταν μεγάλος καυγάς με τους μπαρμπάδες σου." Αυτά γινόταν τον Αύγουστο του 1961.

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Η ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΟΝ ΚΑΛΟ ΛΑΚΟ


Με ρώτησε η γυναίκα μου η Ειρήνη μια μέρα μετά το Πάσχα. Εχετε εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στσι Λιμνες; Και βέβαια έχουμε !! της απάντησα. Και που είναι αυτή ; Με ξαναρώτησε. Στον Καλό Λάκο είπα. Ε να πάμε τότε μια και δεν με έχεις ξαναπάει όταν γιορτάζει. Ετσι αποφασίσαμε να πάμε στον καλό λάκο στον εσπερινό της Αγίας Ειρήνης. Ο δρόμος δεν είναι τόσο καλός αλλά αφού το πήραμε απόφαση να πάμε πήγαμε. Το εκκλησάκι ήταν εκει που το θυμόμουνα, αλλα κάπως περιποιημένο και φτιαγμένο απο την τελευταία φορά που είχα περάσει από εκεί πριν 40χρόνια. Τωρα όμως αντι για γαϊδούρια και μουλάρια, ηταν αυτοκίνητα αγροτικά, τζιπ και κούρσες. Συναντήσαμε συγγενείς γνωστούς και φίλους εκεί. Ο Χριστόφορος Ο Πυθαρούλης ήρθε και με χαιρέτησε. Ηντα κάνεις μωρέ πόσο καιρό έχω να σε δώ. Κι αφού χαιρετιστήκαμε με ρώτησε . Θυμάσε τον αδερφό μου τον δάσκαλο; Και μου σύστησε τον αδερφό του. Εγώ βέβαια αλλιώς τον θυμόμουνα νεώτερο που τον είχα ξαναδεί πριν καμια δεκαπενταρία χρόνια. Χαιρετιστήκαμε με τον δάσκαλο, και αφου ήπαμε τα σχετικά, τι κάνεις και λοιπά, άρχισε να μου διηγείται μια ιστορία που είχε σχέση με το εκκλησάκι που ήμαστε της Αγίας Ειρήνης. Ο Κωστής του Ζαχαράκη μόλις ειχε έρθει από την Αθήνα και είχε κάτσει στον Αγιο Νικόλαο. Μια μέρα λοιπόν ήρθε στον καλό λάκο και είπε να προσκυνίσει στο εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης. Στην ακρη του τοιχιού του περιβόλου είχε κρίνους ανθυσμένους και σκέθηκε ο Κωστής να κόψει δυο-τρείς να τσι κρατά στον Αγιο Νικόλαο. Ξάνηξε πρώτα γυρω-γύρω μα δεν είδε κιανένα. Έσκυψε και έκοψε ενα κρίνο και ξανάσκυψε για να κόψει κιάλλο. Ξαφνικά άκουσε μια γυναικία φωνή να του λέει: Κωστή μη μου κόβεις τσοι κρίνους. Σύκωσε το κεφάλι του αλλά δεν είδε κανένα. Έκανε μερικά βήματα πρός τα πίσω από φόβο και έκανε το σταυρό του. Σκέφτηκε πως η Αγία Ειρήνη ήταν αυτή που του μίλησε και δεν ήθελε να κάψει τσοι κρίνους. Παράτησε και τον κομένο κρίνο και απου φύγει-φύγει. Από κάτω από το εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης ήταν σπαρμένο χωράφι έτοιμο για θέρισμα. Ηταν λοιπόν εκεί η Μαρία του Συγανού και εθέριζε, αλλά επειδή ήταν χαμιλά και το σπαρμένο ψηλό δεν φαινόταν από τον περίβολο τση εκκλησίας. Αυτή είχε δεί τον Κωστή που πήγε να κόψει τσοι κρίνους και για να τον πειράξει του φώναξε να μην τους κόψει και προφανώς μετά κρύφτηκε για να μην τη δεί. Έτσι ο καϊμένος ο Κωστής νόμιζε οτι άκουσε την Αγία Ειρήνη να τον μαλώνει να μη κόβει τσοι κρίνους της. Την αλήθεια την έμαθε από την ίδια τη Μαρία μετά από καιρό όταν συναντήθηκαν στο μπακάλικο του Μαυροειδή απέναντυ από το παλιό Δημαρχείο. Όπως ήταν επόμενο η Μαρία άκουσε τα εξ αμάξης, που λένε, από τον Κωστή που νόμιζε οτι του μίλησε η Αγία Ειρήνη.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΕΣ ΣΤΙΣ ΛΙΜΝΕΣ ΠΡΙΝ 40 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΒΑΛΕ


Στις δεκαετίες πριν το 1980 οι Μεγάλη Παρακευή και γενικά η Μεγάλη εβδομάδα ήταν ξεχωριστή για τους κατοίκους του χωριού μας. Προπάντων για μας τα παιδιά τις δεκαετίες του 50 και του 60 αλλά και σαν έφηβοι και νέοι στη δκαετία του 70. Η Αγία Μαρίνα γέμιζε κόσμο τότε - υπήρχε αρκετός τότε στο χωριό.- Τα σχολεία είχαν κλείσει από την Παρασκευή του Λαζάρου. Οι φοιτητές που σπούδαζαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (Δεν υπήρχαν αλλα Πανεπιστήμια τότε, ούτε ΤΕΙ )είχαν έρθει στο χωριό, ευξάνοντας το εκκλησίασμα της Αγίας Μαρίνας, που στις τελευταίες μέρες της Μεγάλης εβδομάδος, γέμιζε ασφικτικά την εκκλησία, ώστε αρκετές φορές να έχουμε και λιποθυμίες (οταν πήγαινα πέμτη δημοτικού λιποθύμησα και εγώ μια μεγάλη Πέμτη πρωί που ημουν νηστικός για να μεταλάβω). Το εκκλησίασμα ενίσχυαν και οι Λιμνιώτες του Αγίου Νικολάου που προτημούσαν να έρθουν στο χωριό και να παρακολουθήσουν στην Αγία Μαρίνα την ακολουθεία των παθων και την Ανάσταση του Κυρίου. Ακόμα και απο το Ηρακλείο ερχόταν. Θυμούμαι τότε που μετά του ευαγγελισμού τη γιορτή, ψάχναμε να βρούμε τσιμεντοσακούλες και μπαρούτι για να κάνουμε πλαστρατζίκια να τα ρίξουμε στον επιτάφιο την Μεγάλη Παρασκευή και στην Ανάσταση το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Υπήρχαν βέβαια και οι σούροι που πάίζαμε με τα μπιστολάκια που αγοράζαμε από τον Κοττοκωσταντή ή τον Λεμπιδονικολή και τον Λουκομανώλη. Αλλά δεν έιχαν το θέαμα και τον κρότο που έκανε το πλαστρατζίκι. Αλλο πράμμα !! Υπερθέαμα για το παιδικό μας μυαλό. Βέβαια καμια φορά ήταν και επικίνδυνο αν το φυτίλι ήταν πολύ κοντό και το κρατούσες περισσότερο χρόνο στο χέρι μετά που του έβαζες φωτιά. Μερικοί κουζουλοί φυσούσαν το φιτίλι για να πάρει φωτιά το μπαρούτι !!!Α ρε ξάδερφε Κατρινονικολή τα τσούδισες τα φρύδια σου !! Καλά που δεν έκαψες τα μάτια σου!! Και δεν ήταν μονο αυτός. Και άλλοι είχαν παρόμοια ατυχήματα. Αν δεν βρήσκαμε φουρνελόφτιλο, βάζαμε μακαρονάκια (είδος στερεοποιημένου μπαρούτι χρώματος κιτρίνου)από τα κατάλοιπα των πολεμοφοδίων που άφησαν οι Ιταλοί την κατοχή και υπήρχαν ακόμη καλά κρυμένα αποθέματα στους σταύλους και σε καταλύματα (ερείπια παλιών σπιτιών). Την Μεγάλη Παρασκευή στη περιφορά του επιταφίο γινόταν πόλεμος από τα πλαστατζίκια, τις τρακατρούκες, τους σούρους, τα μπαφυλάκια (για τους μεγαλύτερους από μας) και καμια φορα τους "πυροσωλήνες" που έτρεμε όλος ο κόσμος απο τους "ειδικούς". Με τα πλαστρατζίκια καμιά φορα καιγόταν και μερικές κάλτσες και μας πέρναν στο κυνηγητό οι παθόντες. Αλλά εμας μας ανέβαζε την αρδεναλύνη και το απολαμβάναμε, ασχέτως αν τρώγαμε και καμιά φάπα καμιά φορά, λόγω ατυχήματος!!. Βέβαια οταν ο παπάς έλεγε το χριστός ανέστη γινόταν παντζουρλισμός από ολα τα "πομεμοφόδια" που ρίχναμε πίσω από την Αγία Μαρίνα και στα γύρω χωράφια για να μην έχουμε ατυχήματα και "ξηλοκούλουρα" αντί για πασχαλινά κουλούρια!!! Και φτάσαμε στη δεκαετία του 70. Που πήγαμε να πούμε τα εγκώμια με τα καραφάκια στις τσέπες την Μεγάλη Παρασκευή. Ας όψεται ο αίτιος που έβαλα τα καραφάκια στις τσέπες μου, για να μη τα σπάσει!! Αλλά για αυτή την ιστορία έχω γράψει σε προηγούμενη ανάρτηση. Καλή Ανάσταση συχωριανοί με υγεία όπου κιαν βρήσκεστε.

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΚΕΝΤΡΙΣΜΑΤΟΣ


Πρέπει να ήταν άνοιξη του 1959. Ο μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης μου είχε υποσχεθεί πώς θα με μάθαινε να κεντρίζω. Αρχίσαμε από τις τριανταφυλλιές της Μάνας μου και συνεχίσαμε με τις αμυγδαλιές και τις βερυκουκιές, που ήταν στο κήπο και γυρω από το χωριό. Στη Αγια Πελαγιά στο Μπενάρδο ήταν μερικές αγριομυγδαλιές που ο μπάρμπας θα τις κέτριζε βερυκουκιές. Ενα βράδυ ήρθε στο σπίτι του πατέρα του που έμεναν οι απάντρεφτες θειάδες μου και μου ανακοίνωσε οτι την επάυριο θα πηγαίναμε στην Αγιά Πεγαγιά για μάθημα κεντρίσματος. Πρέπει να ήταν Μεγάλη Εβδομάδα γιατί δεν είχα σχολείο. Η θειά μουη Καδιανή που ήταν επί των αγροτικών υποθέσεων μου είπε να σηκωθώ πρωί να πάμε στο χωράφι στου Μπενάρδο. Το πρωί με σήκωσε η Μάνα μου μου έδωσε ένα μαντήλι με ψωμί και τυρί και ένα παγούρι νερό. Πήρα το σφαλικταρι μου για το κέντρισμα και μέχρι να κατεβώ στο σπίτι των θειάδων μου είχε έρθει και ο μπάρμπα Κοκολομανώλης με το γαϊδαρο του και τα οζά του. Πήρε και η θειά Καδιανή τα δικά της οζά, έκατσε στο γαϊδαρο της και εγώ βγήκα στη καπούλα και ξεκινήσαμε για την Αγιά Πελαγιά και τον Μπενάρδο. Τότε ο δρόμος πήγαινε από του Μαυρογένη τη καμάρα και πριν τον Βόλακα έστρηβε αριστερά, για να πάς στη Αγιά Πελαγιά. Οι δρόμοι ήταν γαϊδουρόδρομοι γιατί μονο γαίδάροι και μουλάρια κυκλοφορούσαν σ'αυτούς τους δρόμους και αυτοκίνητο δεν πήγαινε στα μετόχια. Άσε που ήταν ελάχιστα τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν τότε. Φτάσαμε στου Μπενάρδο μετά απο κάμποση ώρα αφού περάσαμε μέσα απο το την Αγιά πελαγιά. Ο ήλιος δεν είχε βγεί απο το Λούτσι, τη κορφή του βουνού. Ο μπάρμπας μου κρατούσε μπόλια που είχε βγάλει απο τις βερυκουκιές από τον κήπο του, που ήταν εκεί που είναι το σπίτι του ξαδέρφου μου του Δημήτρη Κοκολάκη (μπουζουξή). Ξάνηγιε πώς δα το κάνω να κάμεις και εσύ το ίδιο. Μου είπε. Αφού έβαλε το μπόλι σε μια αγριομυγδαλιά μου λέει. Αντε να σε δώ εδά να κεντρίζεις. Ανοιξα το σφαλιστάρι μου, έκοψα στο κλαδί καθάρισα και έβαλα το μπόλι. Αφού το έδεσα για να μη το βγάλει ο αέρας, κοίταξα το μπάρμπα μου για να δώ την αντίδραση του. Ο Μπάρμπας γέλασε και μου είπε καλά τα κατάφερες. Η θειά Καδιανή ειχε τις αμφιβιλίες της. Ασε να πιάσει πρώτα είπε. Μη γρουσουζεύεις μπρε είπε ο μπάρμπας. Εγώ είχα πάρει φόρα. Να κλαδέψω και τσι άλλες δυό και να τσι μπολιάσω ; Ρωτώ το μπάρμπα μου. Καλά λέει και πιάνω δουλειά στη τελευταία είχα πάρει φόρα και δεν πρόσεξα και αντί να κόψω το κλαδί τση αμυγδαλιάς έκοψα την αριστερή μου χέρα λίγο πιο πάνω απο τον καρπό. Ακομα έχω το σημάδι. Η θεια μου έβαλε τσι φωνές. Μωρέ μούσκαρε τη χέρα σου πήγες να κεντρίσεις; Ο μπάρμπας πάλι γελώντας είπε. Πράμμα δεν έπαθε!! Μιαολιά κουζουλό αίμα βγήκε. Καλό θα του κάνει. Απο τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια. Αλλά κάθε φορά που πάω να κεντρίσω κάποιο δέντρο, θυμούμαι τα πρώτα μαθήματα κεντρίσματος απο το μπάρμπα Κοκολομανώλη και κοιτάζω το σημάδι στο χέρι μου αν ειναι ακόμα εκεί.

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

ΒΡΕ ΠΩΣ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ


Τα περασμένα χριστούγεννα πήγαμε οικογενειακώς στη Κοζάνη για να περάσουμε τις άγιες μέρες των Χριστουγένων μαζί με τον γιο που δεν του έδηναν αδεια να κατεύει στα Χανιά. Περίμενα να έβλεπα χιόνια να έκανε πολύ κρύο, αλλά χιόνια δεν βρήκα και το κρύο ήταν υποφερτό. Θυμήθηκα λοιπόν τα παιδικά μου χρόνια στον Τύρναβο όπου έκλεινε το σχολείο οταν έπιανε χιόνι και στις Λίμνες που όταν πήγαινα στο Σχολειό το νερό ειχε κρυσταλώσει στα λακουδάκια του δρόμου και τα χόρταράκια στη άκρη ήταν ολάσπρα απο τη πάχνη. Η Μάνα μου μου τύληγε ενα κασκόλ στο λαιμό γιατί έκανε ψωφόκρυο το πρώι. Τώρα ο καιρός έχει αλλάξει. Ο χειμώνας δεν είναι όπως τον ξέραμε. Δεν κάνει πολύ κρυο και δεν βρέχει όπως παλιά. Τα χιόνια είναι λιγοστά και μόνο στα ψηλά βουνά. Οι μόνες που παραμένουν σταθερές είναι οι χειμωνιάτικες γρίπες, που τώρα είναι πιο ζόρικες και με ονομασία. Γρίπη των πτηνών, η γρίπη των χοίρων και πάει λέγοντας. Φυσικά εκτός από τις γρίπες είναι και τα κρυόματα που καταλίγουν σε πνευμονίες και στέλνουν τους ταλαιπωριμένους γέρους να ξεκουραστουν στον αιώνιο ύπνο, οπως τον ξάδερφό μου τον Πουλαδάκη- θεός σχωρέστον-. Οι εποχές από τέσσερεις έχουν γίνει δύο και από χειμώνα που έρχετε μετα τις 15 του Δεκέμβρη, μπένουμε στο καλοκάρι από τις πρώτες μέρες του Απρίλη. Εκουζουλάθηκε ο καιρός που έλεγε ο Μπαρμπας ο Αριστοφάνης. Και ακόμα δεν είδαμε πράμμα! Σύμφωνα με τις προβλέψεις των επιστημόνων η Κρήτη θα γίνει έρημος από την ανομβρία και την κληματική αλλαγή, αλλά εμεις οι μεγαλύτεροι ευτυχώς δεν θα ζούμε για να τη δούμε. Εχουμε λοιπόν την ευκαιρία να απολαύσουμε την Κρήτη μας και τα χωριά μας που είναι τόσο όμορφα ακόμα. Οι απογόνοι μας δεν θα την έχουν, αν όλα γίνουν όπως τα προβλέπουν οι ειδικοί επιστήμονες.