Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

ΟΠΟΥ ΛΑΛΟΥΝ ΠΟΛΛΟΙ ΚΟΚΟΡΟΙ...................

Αυτή η ιστορία είναι απο τις πολύ λίγες που θυμάμαι να συμμετέχει ο πατέρας μου. Ο Πατέρας μου ήταν κασάπης το επάγγελμα. Ηταν Μεγάλη Εβδομάδα και ο Πατέρας μου πήρε την γαϊδούρα μας και την γαϊδούρα της θειά μου Καδιανής, για να πάει στη Φουρνή να αγοράσει μερικά ρύφια (μικρά κατσίκια) να τα σφάξει για το Πάσχα. Επειδή δεν πήγαινα σχολείο λόγω διακοπών, με πήρε μαζί του για να περάσει η ώρα μου. Καβάλησε την γαϊδούρα μας που ήταν πιο ζωηρή και εμένα με έβαλε στις θειάς που ήταν πιο παγή (ήρεμη). Όταν φτάσαμε στους Αγίους Αναργύρους και αρχήσαμε τις στροφές της Μάχας μου φώναξε να κρατιέμαι καλά στο σωμάρι να μη πέσω. Οσο ανεβαίναμε τη Μάχα τόσο μίκρενε το χωριό. Οταν φτάσαμε στη κορυφή το χωριό μας φαινόταν τοσο δα μικρό. Πιάσαμε το σώπατο και μπαίναμε στο πρώτο χωριό της Φουρνής το Καστέλι. Εξω από το χωριό σε ένα χωράφι καμιά δεκαριά ανδρες και γυναίκες προσπαθούσαν να δέσουν ένα μεγάλο γουρούνι για να το σφάξουν. Το γουρούνι όμως είχε αγριέψει και δεν μπορούσαν να το κάνουν καλά. Σταμάτησε ο Πατέρας μου τις γαϊδούρες μας και αφού τους χαιρέτησε, τους είπε να απομακρυνθούν από τον χοίρο να μην τους βλέπει και αυτός θα σφάξει το ωζό. Ο Πατέρας μου ήταν μεγαλόσωμος άνθρωπός, με 1,90 ύψος και 100 οκάδες σωματικό βάρος. Εγώ δεν του έμοιασα αλλά του έμοιασε ο γιός μου. Εξάλλου ήταν η δουλειά του να σφάζει ζώα. Αφού απομακρύνθηκαν όλοι άφησε να περάσει  λίγη ώρα για να ηρεμήσει ο χοίρος και μετά κόβοντας ενα δεμάτι χασίλι ( δημιτριακό σπαρμένο που δεν έχει βγάλει ακόμα κεφάλι και είναι χλωρό ακόμα) πλησίασε το χοίρο και του πρότεινε το δεμάτι. Ο χοίρος στη θέα του Πατέρα μου οπισθοχώρησε για λίγο αλλά βλέποντας το δεμάτι με τα φρέσκα χόρτα του άνοιξε η όρεξη και προχώρησε δειλά την αρχή, αλλά μετά βλέποντας οτι ο Πατέρας μου έμενε ακίνητος, πήρε θάρος και πλησίασε αρκετά και άρχησε να τρώει με βουλιμία τα φρέσκα χόρτα. Είχε φάει σχεδόν το μισό δεμάτι . Ο Πατέρας μου γονάτησε και συνέχησε να του δήνει χόρτα. Ο χοίρος είχε ηρεμήσει τελείως και είχε πλησιάσε πολύ κοντά στον Πατέρα μου. 'Αρχησε λοιπόν να χαϊδεύει την κοιλιά του χοίρου, κι αυτός επειδή του άρεσε, ξάπλωσε φαδρύς πλατύς στο έδαφος, αλλά συνέχισε να τρώει τα χόρτα. Βγάζει τότε ο Πατέρας μου το μαχαίρι που έσφαζε τα ζώα και ψάχνωντας βρήκε το σημείο στον σβαίρκο της σπονδυλικής στήλης που έπεφτε νεκρό το ζώο. Αφου εντόπησε το σημείο με μια απότομη κίνησε καρφωσε το μαχαίρι του στο πίσω μέρος του κεφαλιού το ζώου και αυτό δεν κατάλαβε πως έφυγε από τη ζωή. Τότε σηκώθηκε ο Πατέρας μου και φώναξε τους ανθρώπους που είχαν απομακρυνθεί. Ελάτε τωρα να αποσφάξετε το χοίρο και άλλη φορά να φωνάζετε ενα κασάπη να κάνει την δουλειά που εσείς δεν μπορείτε να κάνετε γιατί δεν είναι η δουλειά σας. Ηταν η τελευταία ιστορία που έζησα με τον Πατέρα μου. Τον άλλο χρόνο ο Πατέρας πέθανε ενώ τον χειρουργούσαν στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τότε οι μισοί που έμπεναν χειρουργείο δεν έβγαιναν ζωντανοί. Οταν γυρίζαμε στο χωριό ρώτησα τον Πατέρα μου γιατί δεν μπορούσαν να σφάξουν, τόσοι άνθρωποι το χοίρο.  Και μου απάντησε . Να ξέρεις παιδί μου ότι όπου λαλούν πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει.

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

ΜΙΑ ΚΑΝΤΑΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥΣ

Αυτή την ιστορία μου την είχε πεί ο ξάδελφός μου ο Κοκολομιχάλης. Ητανε καλοκαίρι του 1950. Ο ξάδελφός μου πήγε στο κουρείο του Γιώργη του Κουτσού γιου του Καραμανώλη ( Μανώλη Πεδιαδίτη ) για να κουρευτεί. Μετά το κούρεμα λέει ο Κουτσός πηγαινε να φέρεις το βιολί να παίξουμε δυο κοντιλιές. Ο ξάδελφος μου άλλο που δεν ήθελε, πήγε και έφερε το βιολί από το σπιτι του πατέρα του που δεν ήταν μακρυά. Εντομεταξύ ο Κουτσός έφτιαξε μεζέ και τη ρακή . Κάτσανε λοιπόν ήπινε μερικές ρακές και ο κουτσός έπιασε το μαντολίνο. Αντε να παίξουμε ένα καλογρίδη είπε, και αρχίσανε τα όργανα. Ήταν βράδυ και ώρα να κλείσει το μαγαζί (κουρείο) ο Κουτσός κλείσανε την πόρτα και παίζανε και πίνανε. Μετα από ώρα κι αφού τα καφενεία στη πλατεία του χωριού είχαν κλείσει, λέει ο ξάδελφός μου του Κουτσού. Αντε να πα κάνουμε μια βόλτα γιατί έσκασα επαέ μέσα. Εννοούσε να βγούνε καντάδα. Έκλεισε το κουρείο ο Κουτσός Γιώργης, πήρε το μαντολίνο του και πήραν το δρόμο για τον Αγιο Δημήτρη. Παίζοντας και λέγοντας μαντινάδες φτάσανε στην Αγιά Μαρίνα, κι από εκει πήραν τα σοκάκια για την απάνω γειτονιά. Αφού κάνανε τη γύρα στην απάνω γειτονία φτάσανε στην Ευαγγελίστρια, κι από εκεί στου κατσούλη το πηγάδι και συνεχίσανε βγαίνοντας εξω από το χωρίο προς την βορνή καμάρα. Δεν σταμάτησαν όμως και φτάνοντας στη καμάρα του νεκροταφείου λέει ο Κουτσός Γιώργης : Πάμε μωρέ να κάνουμε μια καντάδα στσοι ποθαμένους ; Και δε πάμε !! Λέει ο ξάδελφος μου . Και πήρανε το δρόμο για το νεκροταφείο. Το νεκροταφείο δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Η εκκλησία ήταν το παλιό ακόμα εκκλησάκι που δεν είχε ούτε καμπαναριό και η καμπάνα ήταν κρεμασμένη σε μια μικρή χαρουπιά. Τα μνήματα ήταν τα περισσότερα ξύληνα και ανάμεσα στους τάφους ήταν θάμνοι και χόρτα. Το τειχιό ήταν η παλιά πέτρινη περίφραξη που σε πολλά σημεία είχε πέσει και γενικά τα βράδια ιδίως τα χειμωνιάτικα θύμιζε σκηνικό από ταινίες δράκουλα και βρυκολάκων. Ομως οι μεθυσμένοι ούτε εργούν (κρυώνουν) ούτε καίγονται !!Οπως έλεγε ο Πατερομανώλης ο Μυλωνάς. Και οι παρέα ήταν μεθυσμένοι για να πάνε νύχτα στο νεκροταφείο όπως ήταν τότε. Κάτσανε χάμε στο μνήμα του Χατζή πατέρα και του είπανε δυό μαντινάδες . Μετά πιάσανε κατά σειρά όσους πεθαμένους θυμόταν και  ήπαν και σ'αυτούς από μια μαντινάδα. Σταματήσανε λίγο να ξεκουθραστούνε κιαφου ήπιανε δυό γουλιές ρακή από το μπουκαλάκι που κρατούσε <εφεδρικές προμήθιες> ο Κουτσός άκουσαν ζάλα από στους βορνούς μοίλους στη στενή στράτα. Κάποιος έρχετε απο τα μετόχια, λέει ο ξάδερφος μου.
Να παίξουμε ενα μαλεβιζιώτη αλλά χωρίς μαντινάδες να δούμε ήντα θα κάνει. Τα βήματα από τον γάϊδαρο ακουγόταν να έρχονται . Αφού κρυφτήκανε για να μην φαίνονται από την πόρτα (ποια πόρτα ; τότε δεν υπήρχε πόρτα) Μια ξύλινη σπασμένη που ήταν πάντα ανοιχτή. Άρχησαν να παίζουν τον μαλεβιζιώτη. Ο Ανδρουλάκης ο Νικολής ή Τσούκος, όπως ήταν το παρατσούκλι του, ήταν αυτός που έρχόταν με τον γαϊδαρό του. Άκουσε τη μουσική, κατεβηκε από τον  γαϊδαρο, και αφού τον έδεσε σε μια φασκομιλιά πήγε στην πόρτα του νεκροταφείου, να δει πχοί έπαιζαν τα όργανα. Η μουσική συνεχιζόταν δυνατή, αλλά δεν έβλεπε κανένα. Μια σκουλούπα (κουκουβάγια)  έφυγε ενοχλημένη από δίπλα του, κι ο Τσούκος εξηπάστηκε (τρόμαξε). Στο μυαλό του ήρθαν ιστορίες με φαντάσματα και ο φόβος τον κυρίευσε. Παναγία βοήθα είπε να γλητώσω από τσοι διαόλους και το έβαλε στα πόδια, αφήνοντας τον Γαϊδαρο δεμένο στη φασκομηλιά. Ο ξάδερφός μου με τον Κουτσό παρέτησαν τα όργανα και κυλιώτουσαν στο χώμα από τα γέλια. Την άλλη μέρα το πρωί ο Κουτσός Γιώργης πήγε στο καφενείο του Χριστίνη να πχεί ένα καφέ και να συνέλθει από το προηγούμενο μεθύσι. Δεν είχε προλάβει να τον τελειώσει και νασου μπαίνει μέσα ο Τσούκος και κάθεται σε ένα τραπεζάκι και λέει του Χριστίνη κάνε μου μωρέ ένα καφέ να συνέλθω. Ηντάπαθες μπάρπα Νικολή; Του λέει ο καφετζής.
Ήντα να σασε πώ που δε δα με πιστέψετε !! Για λέγε του λέει ο Αριστοφάνης, που μυρίζεται αφορμή για καζούρα. Εχθές την νύχτα γυρνούσα από την Αγιά Πελαγιά και όταν έφτανα στο νεκροκαφείο, άκουσα κοντιλιές και κατέβηκα έδεσα το γαϊδαρό μου και πήγα να δώ πχοί παίζουνε μα δεν είδα κιανένα. Ξαφνικά κάνει φρου από δίπλα μου και μου χυμά ενα πράμμα με φτερά και μούκριζε κιόλας. Κ'ηντά καμες πρε ; Τον  ρωτά ο Αριστοφάνης . Πόδια μου και παναγία βοηθάτε με ήπα και δεν έσταματησα παρά που μπήκα στο σπίτι μου. Ο Αριστοφάνης έβαλε τα γέλια . Σαν δεν σ'έφαγε κακομοίρη μου !!Είπε και συνέχησε να γελά . Ο Κουτσός άκουγε από την γωνιά και δεν έβγαζε άχνα, μόνο συκώθηκε και πήγε να ανοίξει το κουρείο. Ο Αριστιφάνης τον πήρε χαμπάρι και κατάλαβε οτι κάτι ήξερε. Πήγε λοιπόν μετά από λίγο στο Κουρείο του Κουτσού Γιώργη και του λέει να μου καθαρίσεις μωρε μιαολιά τον καφά (ζβέρκο) γιατί είναι κάψα (ζέστη) με πειράζουν οι τρίχες. Τα σύ μπάρμπα πάς στου Τσιχλαντώνη πούνε και γείτονά σου. Πειράζει μωρέ νάρχομαι πότε πότε και σε σένα; Του λέει ο Αριστοφάνης αλλά πριν μου φτιάξεις τον καφά, πήγαινε να πείς του μπαρή σου (της παρέας σου) που ήσασταν μαζί χθές το βράδυ να μη του ξεφυγει πως πήγατε στο νεκροταφείο γιατι αν το μάθει ο Τσούκος αλήμονο σας. Θαρείς που δεν σας άκουσα χθές το βράδυ ; Εγώ το παίξημο του Μιχάλη το κατέχω γιατί πάιζει σαν τον πατέρα του, κι εγώ έχω κάνει πολλά γλέντια με τον Κοκολομανώλη. Ο Κουτσός Γιώργης πήγε όσο πχιο γλήγορα μπορούσε και του επέτρεπε το κουτσό πόδι του και είπε τα νέα στον ξάδερφό μου που μώλις είχε ξυπνήσει και ετημαζόταν να πάει για καφέ.
Ο Τσουκονικολής δεν έμαθε ποτέ πχοί τον εφάνταξαν στο νεκροταφείο εκείνη τη νύχτα!!!!

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΚΑΨΟΝΙ ΕΝΟΣ ΦΑΝΑΤΙΚΟΥ ΚΑΝΤΑΔΟΡΟΥ

Την δεκαετία του 60, οι οργανοπαίκτες της καντάδας ήταν σχεδόν πάντα οι ίδιοι. Υπήρχε μόνο πρόβλημα με τον ξάδελφο μου τον Κοκολομιχάλη που είχε ταβέρνα στον Αγιο Νικόλαο και δεν μπορούσε να φεύγει όποτε ήθελε. Ετσι είχαμε εφεδρικούς βιολάριδες τον Λαύδα τον Γιώργη και τον Μιχάλη Ψιμάρνη που ήταν και χαρκιάς (σιδεράς) στο χωριό. Ο Ψιμάρνης τρελενόταν για παρέα και καντάδες. Αν καμιά φορά μάθαινε οτι βγήκαμε καντάδα και δεν του το είχαμε πεί μας έβαζε κατσάδα.
Ενα καλοκαιριάτικο βράδυ αποφάσισε ο ξάδελφός μου ο Δημήτρης Κοκολάκης (ή μπουζουκλής γιατί έπεζε μπουζούκι) με τον Μανώλη του Κωσταντάκη να του κάνουν καψούνι. Ξεκινήσαμε λοιπόν από το σπίτι μας και πήγαμε χωρίς να παίζουμε τα όργανα στο σπίτι του Ψιμάρνη που ήταν το τελευταίο από τα ανατολικά σπιτια του χωριού. Απέναντι από το σπίτι ήταν ενα χαρουπίδι (μικρή χαρουπιά) και μια λιγιά (αυτές που πλέκουν τα καλάθια). Η λιγία μας  έκριβε όλους και ήταν κάπου 30 με 40 μέτρα από την αυλόπορτα του Ψιμάρνη. Αρχίσαμε λοιπόν κρυμένοι όπως ήμαστε και παίζαμε με τα μπουζούκια τον σκοπό τση νύχτας σιγά σιγά την αρχή και μετά δυναμώσαμε το παίξιμο. Μετά από τρία λεπτά ανάβει ο Ψιμάρνης το φως της αυλής και εμείς σταματάμε το παίξιμο βγαίνει στην αυλή κάνει μια βόλτα κοιτάζει γυρο- γυρο αλλά δεν βλέπει κανένα. Μπαίνει στο σπίτι και σβήνει το φώς.
Αφήνουμε να περάσουν πέντε λεπτά και ξαναρχήζουμε να παίζουμε . Σε δυό λεπτά ξανανάβει το φως σταματάμε το παίξιμο και νάσου ο Ψιμάρνης έξω. Βάζει μια φωνή . Που είστε μωρέ διαόλοι και δεν σας θορώ !! Ψάχνει να μας βρεί αλλά δεν μας βλέπει. Καψόνι μου κάνετε μωρέ ; λέει και πάει δήπλα στης Καρανισκομαρίας μήπως μας δεί. Τίποτα !! Απογοητευμένος ξαναγυρίζει στην αυλή του και μουρμουρίζει : Διάλε την πίστη σου Μπουζουκλή, θα σε φτιάξω εγώ. Μπαίνει μέσα στο σπίτι και σβήνει το φώς .Αφήνουμε να περάσουν πάλι πέντε λεπτά και ξαναρχίζουμε πιο δυνατά . Σε δευτερόλεπτα ανάβει το φως και πετάγεται έξω φωνάζοντας : Κερατάδες εδώ θα κάτσω μέχρι το πρωί αν δεν φανερωθείτε !!Τον ξάδερφό μου τον πιάσανε τα γέλια και ο Ψιμάρνης κατάλαβε που ήμαστε. Φώναξε της Γυναίκας του, που ωστόσο είχε συκωθεί κιαυτή. Βάλε μωρέ δυο ρακές να τση πιούνε τα κοπέλια. Αυτός μπήκε μέσα και έφερε το βιολί του. Κάτσετε να πιούμε μια και να παίξουμε μια κοντιλία και μετά θα πάμε τη βόλτα μας είπε και αρχισε να κουρτίζει τι βιολί. Πίασε μωρέ Δημήτρη ένα ρε , να το κουρτίσω να μη κάνουμε παραφωνίες. Μετά τη ρακί με το αγουράκι που μας είχε φέρει η Ψιμάρνενα, φύγαμε παίζοντας και λέγοντας μαντινάδας για την βόλτα (καντάδα) στο χωριό.
Αυτός ήταν ο Μιχάλης ο Ψιμάρνης, ανοιχτή καρδία και φανατικός κανταδόρος θεός σχωρέστον.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

ΜΙΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑΚΗ ΚΑΝΤΑΔΑ

Το καλοκαίρι του 1960 βγήκαμε καντάδα με τον ξάδελφό μου τον Κοκολοδημήτρη, τον Γιώργη τον Λαύδα, τον Κωσταντάκη τον Μανώλη, τον Μανώλη τον Τουτού και τον Γαμπρό του Μανώλη του Τουτού τον Γιώργη που είχε έρθει για διακοπές στο χωριό. Αφού γυρίσαμε το μισό χωριό περάσαμε από του Βούλγαρη του Μιχάλη το σπίτι και σταματήσαμε να του πούμε δυό μαντινάδες. Τού παμε δυο τρεις, δεκατρείς, αλλά ο Μιχάλης δεν έλεγε να ανάψη φώς και να σηκωθεί από το κρεβάτι. Λέει ο Τουτούς ο Μανώλης: Μωρε  αυτός πήγε στα φουρνόξυλα δείτε δυο μεγάλα δεμάτια που ειναι διπλα στη πόρτα ! Τότε δεν χάνει καιρό το Κωσταντάκι και φωνάζει στον Βούλγαρη : Εβγα ώξω μωρέ γιατί δα βάλωμε φωτιά στα φουρνόξυλα. Πράμμα φωνή ο Βούλγαρης. Ετσα είσαι  ε!! του φωνάζει το Κωσταντάκι . Εδά δα δεις φώτα αφού εσύ δεν ανάβεις ένα!! Και τραβά ένα δεμάτι στη μέση του δρόμου και του βάζει φωτιά. Αφού κάϊκε το δεμάτι το Κωσταντάκι ήθελε να κάψουμε και το άλλο δεμάτι. Ο ξάδερφός ομως δεν τον άφησε και μας λέει πάμε να φύγουμε μα δεν πρόκειται να συκωθεί.  Αρχήσαμε να προχωρούμε στη πλατεούλα που είναι στα κάτω καφενεία κοντά στο σπίτι του Βούλγαρη . Σταματήσαμε στη μέση της πλατεούλας και παίζαμε τα όργανα. Ξαφνικά βροχή από πέτρες έπεφταν γύρω μας και τρέξαμε να κρυφτούμε κάτω από τα σφάκινο υπόστεγο του καφενείου του Μπάρμπα μου του Γιωργαντομανώλη και τον τοίχο του παπουτσάδικου του Κοττοκωσταντή.  Ο Γαμπρός του Τουτουδομανώλη ο Γιώργης, έφαγε μια πέτρα στη φτέρνα και του έφυγε το ντακούνι. Ο Βούλγαρης είχε βγεί στη ταράτσα και μας πετούσε πέτρες γιατί του κάψαμε τα φουρνόξυλα. Λουφάξαμε κάτω από το υπόστεγο με τις σφάκες και περιμέναμε . Από το δρόμο που πάει στα πέρα καφενεία ακούστικαν ζάλα και ομιλίες . Το Κωσταντάκι αναγνώρησε τον Νικήτα τον Χειμωνάκη και δυό άλλους. Φώναξε λοιπόν στον Νικήτα που του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Νομάρχης, γιατί κάποτε που είχε πχεί λίγο παραπάνω είχε πεί οτι όταν θα γίνω Νομάρχης θα κάνω τούτο και το άλλο. Κύριε Νομάρχα δεν είναι κατάσταση αυτή εμείς να τους διασκεδάζουμε και αυτοί να μας πετάνε πέτρες. Ο Νικήτας νόμιζε οτι του κάναμε πλάκα. Πήρε λοιπόν ήφος στάθηκε στη μέση της πλατείας και φώναξε : Εδώ Νομάρχης, θα επιβάλλω την τάξη. Και ο Βούλγαρης που δεν είχε κατέβει από την ταράτσα, του εξακοντίζει βροχή από πέτρες που μία πέρασε πάνω από το κεφάλι του. Έντρομος έτρεξε να κρυφτεί κι αυτός φωνάζοντας, μωρέ διαόλοι εσείς το λέτε αλήθεια. Κιαμήντα θαρείς, του λέει ο ξαδερφός μου. Ψώματα ; Περιμέναμε λιγάκι και μετά πήραμε το σοκάκι προς την Αγία τριάδα, για να μην μπορούν να μας βρούν οι πέτρες του Βούλγαρη και σύνεχίσαμε την καντάδα μέχρι τα πέρα καφενεία . Την άλλη μέρα ο Γαμπρός του Τουτού έψαχνε το ντακούνι του και ο Βούλγαρης έκανε το κορόϊδο οτι αυτός κοιμόταν και δεν κατάλαβε τίποτα και φυσικά δεν ήξερε ποιός πετούσε τις πέτρες !!!!

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΕΥΧΟΛΟΓΗΜΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

Το ευχολόγημα των ζώων είναι ένα έθιμο πολύ παλιό του χωριού μας. Η θειά μου η Καδιανή, μου έλεγε οτι το θυμόταν από παιδί να γίνεται στο χωριό και ότι και η Μάνα της-η Γιαγιά μου η Ελεούσα-της έλεγε οτι και αυτή το θυμόταν από μικρό παιδί !! Το έθιμο αυτό γινόταν κάθε χρόνο το Σάββατο του Λαζάρου μετά που τελέιωνε η εκκλησία. Μαζεύανε οι άνθωποι του χωριού τα ζώα τους στου Κατσούλη το πηγάδι. Οι παπάδες του χωριού κάνανε γέφυρα με τα πετραχίλια τα δικά τους και άλλα δυό και αφού έκαναν, αγιασμό περνούσαν από κάτω από τα πετραχίλια τα ζώα και τα ευλογούσαν για να έχουν καλή χρονιά και να μην αρωστήσουν. Τη πτώτη φορά που θυμάμε αυτό το έθιμο πήγαινα πρώτη ή δευτέρα Δημοτικού. Η θείαμου η Καδιανή με έβγαλε στην ταράτσα του σπιτιού της, για να βλέπω καλύτερα και από εκεί βλέπαμε όλη τελετή. Στην αυλόπορτα του πατρικού μου, στεκόταν ο Πάτερ Ευτύχιος. Στην απέναντι πόρτα ήταν ο Παπά Μανώλης Μαυροειδής. Είχαν ανεβεί σε δυό καρέκλες για να είναι πιό ψηλά, παρόλο που οι πόρτες ήταν δυό σκαλοπάτια πάνω από τον δρόμο.
Η Μάνα μου έδωσε μια λεκάνη στον Φιλιποστάθη που ήταν ο καντιλανάφτης του χωριού, για να κάνει τον αγιασμό ο Πάτερ Ευτύχιος. Οι ψάλτες- ο Σκινιωτοκωστής και ο Ζαχαρενάκης- ήταν στη πόρτα μας γιατί ήταν πιό μεγάλη και φαρτιά.και έψαλαν. Στην αρχή περνάγανε τα πρόβατα οι κατσίκες και τα γουρούνια και μετά τα γαϊδούρια τα μουλάρια και τα άλογα και στο τέλος οι αγγελάδες και τα βόδια.
Κάποια στιγμή ενώ είχαν περάσει τα πρόβατα και οι κατσίκες με τα γουρούνια, στο τέλος της πομπής αρπάχθηκαν δυό βόδια με κουτουλιές ( μάλλον είχαν προηγούμενα) και έγινε το σώσε στην πορεία. Τ αγαϊδούρια τρέχανε να γλητώσουν τα μουλάρια και τα άλογα αρχησαν να κλωτσάνε κιαυτά και εγώ στη ταράτσα ασφαλής φώναζα ζήτω !! που έβλεπα την φασαρία να πέρνει διαστάσεις. Τελικά οι άνθρωποι που τα συνόδευαν κατάφεραν να χωρίσουν τα βόδια και να ηρεμήσουν τα άλογα και να τελειώσει χωρίς άλλα απρόοπτα η τελετή.  Από τότε κάθε χρόνο καθόμουν στην αυλόπορτα και παρακολουθούσα το έθιμο μέχρι που τελείωσα το Γυμνάσιο και έφυγα από το χωριό. Μετά από χρόνια ξαναβρέθηκα στο χωριό Σάββατο του Λαζάρου παντρεμένος με παιδιά. Το έθιμο ήταν το ίδιο, μόνο τα πρόσωπα είχαν αλλάξει. Η Μάνα μου δεν ζούσε πλέον. Ούτε η θειά μου η Καδιανή. Οι παπάδες είχαν πεθάνει κι αυτοί και στη θέση τους ήταν άλλοι παπάδες ο Παπά Καλιωράκης και ο Παπά Νικολής Λαζαράκης. Ακόμα και οι ψάλτες είχαν πεθάνει και άλλοι ψάλτες είχαν πάρει τη θέση τους. Στον ώμο μου ο γιός μου κοίταζε την όλη τελετή όπως εγώ την κοίταζα με έκταση πριν 30 χρόνια. Ελπίζω το έθιμο να συνεχισθεί και στο μέλλον και να πάω μια μέρα τα εγγόνια μου να παρακολουθήσουν την όλη τελετή. Δεν ξέρω μόνο αν υπάρχουν ζώα για να ευχολογήσουν οι παπάδες γιατί τα αυτοκίνητα έχουν αντικαταστήσει τα γαϊδούρια τα μουλάρια και τα άλογα, τα τρακτέρ τις αγγελάδες και τα βόδια και η ΦΑΓΕ και η ΔΕΛΤΑ τα πρόβατα και τις κατσίκες !!! Μάλλον θα περνούν οι αντικαταστάτες τους !!!

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΝΥΚΤΕΡΙΝΕΣ ΚΑΝΤΑΔΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Από πολύ μικρός θυμάμαι οτι μετά από κάθε γλέντι σε σπίτι εορτάζοντος η παρέα όταν πλέον οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού είχαν πάει για ύπνο, έβγαινε στα σοκάκια για καντάδα. Επαιζαν-όπως έλεγε ο μπάρπας μου ο Κοκολομανώλης- τις κοντυλιές τση νύχτας με μαντινάδες. Συνήθως  έλεγαν τις μαντινάδες όταν περνούσαν από το σπίτι κάποιου φίλου ή από το σπίτι κάποιας <<συμπάθειας>> μέλους από τη παρέα. Συνήθως ο φίλος που του έκαναν καντάδα ξυπνούσε έβαζε τα παντελόνια του και συνέχιζε κι αυτός την νυκτερινή βόλτα με την παρέα. Εννοείτε ότι η συμπάθεια ξυπνούσε και άκουγε τις μαντινάδες. Δεν τολμούσε όμως να ανοίξει την πόρτα λόγω <<Μπαμπά>> (μπαμπούλα).
Εκτός βέβαια αν ήταν κάποιος ξάδερφος στη παρέα οπότε φώναζε τον πατέρα της και ανοίγανε την πόρτα και κερνούσαν την παρέα μια ρακή. Τέτοιες παρέες εχω κάνει και εγώ αρκετές μια και μου είχαν κολήσει και μένα το μικρόβιο του οργανοπαίκτη (οικογενειακό μικρόβιο βλέπεις,. Πατέρας μπαρμπάδες, ξαδέρφια). Αλλά η πρώτη που θυμάμε και συμμετείχα και εγώ ήταν ενα καλοκαίρι του 1958. Κοιμόμασταν με το ξάδελφό μου τον Δημήτρη στη ταράτσα της κουζίνας (άλλο συνήθειο κι αυτό) και ακούμε να ερχόταν από το σοκάκι του Πατεροκωσταντή μουσική με κοντιλές τση νύχτάς.
Σκουντώ τον Δημήρτη και του λέω: άκου ο αδερφός ο Μιχάλης είναι και παίζει το βιολί. Ο Δημήτρης ήταν κουρασμένος γιατί δούλευε στην ηλεκτρική στη Νεάπολι και γύρησε από την άλλη μεριά και μουρμούρισε: Καλά θα δούμε. Σε λίγη ώρα όι κοντυλίες ακουγόταν πιο δυνατά. Σηκώθηκα και έβαλα το κοντο παντελόνι που φορούσα τότε και το πουκάμισο. Πριν καλά-καλά το βάλω άκουσα να κτυπούν την αυλόπορτα. Θειά Δοξανιά, ξύπνα τον Δημήτρη. Η Μάνα μου ήταν ξύπνια και κατέβηκε και τους άνοιξε μπήκαν στην αυλή και συνέχησαν να παίζουν . Η μάνα μου τους κέρασε μια ρακή μέχρι να ντυθεί και ο Δημήτρης. Λεω του ξαδέρφου μου: Μιχάλη να ρθώ κι εγώ; Ελα μου λέει αν σ'αφήνει η Μάνα σου. Κοίταξα τη Μάνα μου αυτή γέλασε και μου είπε αφού είναι ο Μιχάλης και ο Δήμήτρης πήγαινε. ¨Ηταν η πρώτη μου φορά. Θυμάμαι πήγαμε από την Ευαγγελίστρια και σταματήσαμε στου μπάρμπα του Σάββα Κοκολάκη που μας περίμενε στη πόρτα με ενα ποτηράκι τση ρακής και ενα μπουκάλι. Δεν προλάβαμε να στρήψουμε το άλλο στενό και ο μπάρμπας μου ο Δρακιωτογιάννης μας περήμενε στη πόρτα με τα σχετικά. Καλώς τσοι κανταδόρους και βλέποντάς με φώναξε στη γυναίκα του: Αθηνά έλα να δεις τον κανταδόρο τον ανηψιό σου (η Αθηνά ήταν αδελφή του Πατέρα μου). Συνεχίσαμε στη πάνω γειτονιά όπου ξυπνήσαμε τον Μανώλη τον Μελά που μας περίμενε στη πόρτα του σπιτιού με μια μπουκάλα κρασί. Ο Μελάς ήξερε πολλές μαντινάδες. Μετά την στάση στο σπίτι του ήθρε κι αυτός στη παρέα και συνεχίσαμε την νυκτερινή βόλτα κάνοντας αρκετές στάσεις σε φίλους που μας περίμεναν στις πόρτες και μας κερνούσαν. Περάσαμε από την Αγία Μαρίνα και ο Μελάς είπε: σταματάτε μωρέ να πούμε δυό μαντινάδες στην Αγιά Μαρίνα. Συνεχίσαμε τη βόλτα και φτάσαμε στο Δημαρχείο του χωριού κι από εκεί στου Χριστίνη, μετά από δύο ώρες καντάδα. Εκεί μπήκαν στο αυτοκίνητο ο ξάδερφος ο Μιχάλης και δυο άλλοι ο Ψιμάρνης ο Μανώλης και ένας Πεπόνης που είχε και το αυτοκίνητο και έφυγαν για τον Αγιο Νικόλα που έμεναν. Ο Φιλίππος ο Δεμέτζος είπε τότε, άντε να πάμε τον Μελά που είχε γίνει σκνίπα στο μεθύσι στο σπίτι του και μετά πάμε στα δικά μας. Οχι βέβαια οτι εμείς δεν ήμαστε ζαλισμένοι από τις κερασμαθιές. Αυτή ήταν η πρώτη εμπειρία μου από τις νυκτερινές καντάδες. Διαπίστωσα μάλιστα ότι αυτό άρεσε στους χωριανούς. Μάλιστα θυμάμαι πριν μερικά χρόνια μου έκανε παράπονα ο συχωρεμένος ο τσίφτης ο ράπτης. Αντε πάει γέρασες κι εσύ - μου είπε- και μιά καντάδα δεν έχεις κάνει τα τελευταία χρόνια. Η καντάδα θέλει παρέα Νικολή του είπα και πούντη. Να την βρείς -μου ανταπάντησε- τόσους φίλους έχεις. Αυτή η παρατήρηση με έβαλε σε σκέψεις και προσπαθούσα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία καντάδα που  συμμετείχα. Η καντάδα όμως θέλει εκτός από καλή παρέα και κέφι. Και άντε να το βρείς στις μέρες που περνάμε.

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

ΠΩΣ ΓΛΕΝΤΟΥΣΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Σήμερα θα σας πώ μια ιστορία που μου την διηγήθηκε ο μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης (παλιός οργανοπαίκτης του Μεραμπέλλου). Ήταν την δεκαετία του 1930. Από ότι μου έλεγε ήταν καλοκαίρι Ιούλιος μήνας και είχε πολλά πανηγύρια στο χωριό και στα γύρω χωριά. Αργησαν από την Παραμονή της εορτής της Αγίας Μαρίνας στο χωριό, όπου παίζανε στη πλακωσιά του Χριστίνη από το απόγευμα μέχριτην άλλη μερα το πρωί . Αφού να φανταστείς-μου έλεγε- ότι δεν πήγαμε στα σπίτια μας αλλά κατευθεία στην εκκλησία. Η παρέα των οργανοπαικτών ήταν ο μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης που έπαιζε βιολί, ο Πατέρας μου μαντολίνο, ο μπάρμπας μου ο Χριστόφορος Πατεράκης δεύτερο μαντολίνο και ο μπάρμπας ο Αριστοφάνης Ψιμάρνης νταούλι. Από την εκκλησία πήγαν σπίτια τους και κοιμήθηκαν λιγο και μετα το απόγευμα ξανάρχησαν να παίζουν μέχρι το πρωί της άλλης μέρας. Το απόγευμα ήταν καλεσμένοι να παίξουν σ' ενα γάμο στο πλατυπόδι. Ο Αριστοφάνης δεν πήγε γιατι ήταν έγκυος η γυναίκα του. Πήγαν λοιπόν στο Γάμο και έπαιζαν μέχρι την αλλη μέρα το πρωί. Εννοείτε οτι έτρωγαν έπιναν και έπαιζαν τα όργανα !!! Το απογευματάκι έφυγαν από το πλατυπόδι και ανέβηκαν στις Βρύσες γιατί ήταν παραμονή του Προφήτη Ηλία και εχαν πανηγύρι. ΄΄Επαιζαν και έπιναν και εκεί δυό μέρες. Από εκεί ανέβηκαν στους Αμυγδάλους που παντρευόταν ένας φίλος τους και κάτσανε και γλεντάγανε τρείς μέρες. Στις 24 τους πήρε ενας φίλος τους στα Ζένια και άφού φάγανε και ήπιανε το ρίξανε μετάστο γλέντι μέχρι την άλλη μέρα. Την άλλη μέρα κοιμότουσαν όλη μέρα μέχρι της 26 το μεσημέρι όπου τους ξύπνησε ο φίλος τους για να πάνε στο χουμεριάκο που τους είχαν καλέσει να παίξουν τα όργανα την παραμονή του Αγίου Παντελεήμωνα και την αλλα μέρα. Μάλιστα το βράδυ στις 27 μετά τα μεσάνυκτα έπιασε μια μπόρα και τους διάλυσε το γλέντι. Δεν μπορούσαν να φύγουν όμως γιατί συνέχισε να βρέχει μέχρι το πρωί. Όταν σταμάτησε η βροχή ξεκίνησαν να γυρίσουν στο χωριό μετά από απουσία 10 μερών. Οταν έφτασαν στο χωριό ο ποταμός έτρεχε νερό από την δυνατή βροχή της νύχτας. Ο πατέρας μου φορούσε μπότες ψηλές μέχρι το γόνατο και ο μπαρμπας μου ο Κοκολομανώλης φορούσε κρητικά στιβάνια, αλλά ο άλλος μπάρμπας μου ο Χριστόφορος φορούσε παντελόνι και σκαρπίνια . Ετσι τον σήκωσε ο πατέρας μου που ήταν υψηλόσωμος και πιο δυνατός στους ώμους και περάσανε τον ποταμό εκεί που είναι σήμερα η γέφυρα που πάει από του ξαδέρφου μου του μπουζουκλή (Κοκολοδημήτρη) το σπίτι στην <<καλύβα>> (η πρώτη ταβέρνα του χωριού). Τότε δεν υπήρχε γέφυρα. Και καλά ο Πατέρας μου και ο Χριστόφορος ήταν ανύπανδοι, ακόμα, αλλά ο μπάρμπας μου ήταν παντρεμένος και με παιδία. Αλλά η  θειά η Πελαγιά ήταν συνηθισμένη σε τέτοια και δεν την πολυπείραζε. Αυτή τη φορά όμως το είχαν παρακάνει !! Έτσι γλεντάγαμε εμείς τότε, μου έλεγε ο μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης με τον Πατέρα σου, στη πλακωσιά του καφενείου του Γιώργη του Λεμπίδη, που συνήθιζε να πέρνει τον πρωινό καφέ του τις Κυριακές, σε νεροπότηρο γιατί τρέμανε τα χέρια του. Από το βιολι μου έλεγε ήτανε το τρέμουλο των χεριών του .Ο καφετζής ο Λεμπίδης είχε άλλη γνώμη βέβαια και μου είπε. Ψώματα σου λέει ο Μπάρμπας σου,  από τις πολλές σουσουράδες που εχει σκοτώσει (ήταν και καλός κυνηγός) τρέμουνε. Τότε εγώ πήγαινα Γυμνάσιο στην τετάρτη τάξη γύρω στο 1960.