Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΚΑΨΟΝΙ ΕΝΟΣ ΦΑΝΑΤΙΚΟΥ ΚΑΝΤΑΔΟΡΟΥ

Την δεκαετία του 60, οι οργανοπαίκτες της καντάδας ήταν σχεδόν πάντα οι ίδιοι. Υπήρχε μόνο πρόβλημα με τον ξάδελφο μου τον Κοκολομιχάλη που είχε ταβέρνα στον Αγιο Νικόλαο και δεν μπορούσε να φεύγει όποτε ήθελε. Ετσι είχαμε εφεδρικούς βιολάριδες τον Λαύδα τον Γιώργη και τον Μιχάλη Ψιμάρνη που ήταν και χαρκιάς (σιδεράς) στο χωριό. Ο Ψιμάρνης τρελενόταν για παρέα και καντάδες. Αν καμιά φορά μάθαινε οτι βγήκαμε καντάδα και δεν του το είχαμε πεί μας έβαζε κατσάδα.
Ενα καλοκαιριάτικο βράδυ αποφάσισε ο ξάδελφός μου ο Δημήτρης Κοκολάκης (ή μπουζουκλής γιατί έπεζε μπουζούκι) με τον Μανώλη του Κωσταντάκη να του κάνουν καψούνι. Ξεκινήσαμε λοιπόν από το σπίτι μας και πήγαμε χωρίς να παίζουμε τα όργανα στο σπίτι του Ψιμάρνη που ήταν το τελευταίο από τα ανατολικά σπιτια του χωριού. Απέναντι από το σπίτι ήταν ενα χαρουπίδι (μικρή χαρουπιά) και μια λιγιά (αυτές που πλέκουν τα καλάθια). Η λιγία μας  έκριβε όλους και ήταν κάπου 30 με 40 μέτρα από την αυλόπορτα του Ψιμάρνη. Αρχίσαμε λοιπόν κρυμένοι όπως ήμαστε και παίζαμε με τα μπουζούκια τον σκοπό τση νύχτας σιγά σιγά την αρχή και μετά δυναμώσαμε το παίξιμο. Μετά από τρία λεπτά ανάβει ο Ψιμάρνης το φως της αυλής και εμείς σταματάμε το παίξιμο βγαίνει στην αυλή κάνει μια βόλτα κοιτάζει γυρο- γυρο αλλά δεν βλέπει κανένα. Μπαίνει στο σπίτι και σβήνει το φώς.
Αφήνουμε να περάσουν πέντε λεπτά και ξαναρχήζουμε να παίζουμε . Σε δυό λεπτά ξανανάβει το φως σταματάμε το παίξιμο και νάσου ο Ψιμάρνης έξω. Βάζει μια φωνή . Που είστε μωρέ διαόλοι και δεν σας θορώ !! Ψάχνει να μας βρεί αλλά δεν μας βλέπει. Καψόνι μου κάνετε μωρέ ; λέει και πάει δήπλα στης Καρανισκομαρίας μήπως μας δεί. Τίποτα !! Απογοητευμένος ξαναγυρίζει στην αυλή του και μουρμουρίζει : Διάλε την πίστη σου Μπουζουκλή, θα σε φτιάξω εγώ. Μπαίνει μέσα στο σπίτι και σβήνει το φώς .Αφήνουμε να περάσουν πάλι πέντε λεπτά και ξαναρχίζουμε πιο δυνατά . Σε δευτερόλεπτα ανάβει το φως και πετάγεται έξω φωνάζοντας : Κερατάδες εδώ θα κάτσω μέχρι το πρωί αν δεν φανερωθείτε !!Τον ξάδερφό μου τον πιάσανε τα γέλια και ο Ψιμάρνης κατάλαβε που ήμαστε. Φώναξε της Γυναίκας του, που ωστόσο είχε συκωθεί κιαυτή. Βάλε μωρέ δυο ρακές να τση πιούνε τα κοπέλια. Αυτός μπήκε μέσα και έφερε το βιολί του. Κάτσετε να πιούμε μια και να παίξουμε μια κοντιλία και μετά θα πάμε τη βόλτα μας είπε και αρχισε να κουρτίζει τι βιολί. Πίασε μωρέ Δημήτρη ένα ρε , να το κουρτίσω να μη κάνουμε παραφωνίες. Μετά τη ρακί με το αγουράκι που μας είχε φέρει η Ψιμάρνενα, φύγαμε παίζοντας και λέγοντας μαντινάδας για την βόλτα (καντάδα) στο χωριό.
Αυτός ήταν ο Μιχάλης ο Ψιμάρνης, ανοιχτή καρδία και φανατικός κανταδόρος θεός σχωρέστον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου