Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

ΜΙΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑΚΗ ΚΑΝΤΑΔΑ

Το καλοκαίρι του 1960 βγήκαμε καντάδα με τον ξάδελφό μου τον Κοκολοδημήτρη, τον Γιώργη τον Λαύδα, τον Κωσταντάκη τον Μανώλη, τον Μανώλη τον Τουτού και τον Γαμπρό του Μανώλη του Τουτού τον Γιώργη που είχε έρθει για διακοπές στο χωριό. Αφού γυρίσαμε το μισό χωριό περάσαμε από του Βούλγαρη του Μιχάλη το σπίτι και σταματήσαμε να του πούμε δυό μαντινάδες. Τού παμε δυο τρεις, δεκατρείς, αλλά ο Μιχάλης δεν έλεγε να ανάψη φώς και να σηκωθεί από το κρεβάτι. Λέει ο Τουτούς ο Μανώλης: Μωρε  αυτός πήγε στα φουρνόξυλα δείτε δυο μεγάλα δεμάτια που ειναι διπλα στη πόρτα ! Τότε δεν χάνει καιρό το Κωσταντάκι και φωνάζει στον Βούλγαρη : Εβγα ώξω μωρέ γιατί δα βάλωμε φωτιά στα φουρνόξυλα. Πράμμα φωνή ο Βούλγαρης. Ετσα είσαι  ε!! του φωνάζει το Κωσταντάκι . Εδά δα δεις φώτα αφού εσύ δεν ανάβεις ένα!! Και τραβά ένα δεμάτι στη μέση του δρόμου και του βάζει φωτιά. Αφού κάϊκε το δεμάτι το Κωσταντάκι ήθελε να κάψουμε και το άλλο δεμάτι. Ο ξάδερφός ομως δεν τον άφησε και μας λέει πάμε να φύγουμε μα δεν πρόκειται να συκωθεί.  Αρχήσαμε να προχωρούμε στη πλατεούλα που είναι στα κάτω καφενεία κοντά στο σπίτι του Βούλγαρη . Σταματήσαμε στη μέση της πλατεούλας και παίζαμε τα όργανα. Ξαφνικά βροχή από πέτρες έπεφταν γύρω μας και τρέξαμε να κρυφτούμε κάτω από τα σφάκινο υπόστεγο του καφενείου του Μπάρμπα μου του Γιωργαντομανώλη και τον τοίχο του παπουτσάδικου του Κοττοκωσταντή.  Ο Γαμπρός του Τουτουδομανώλη ο Γιώργης, έφαγε μια πέτρα στη φτέρνα και του έφυγε το ντακούνι. Ο Βούλγαρης είχε βγεί στη ταράτσα και μας πετούσε πέτρες γιατί του κάψαμε τα φουρνόξυλα. Λουφάξαμε κάτω από το υπόστεγο με τις σφάκες και περιμέναμε . Από το δρόμο που πάει στα πέρα καφενεία ακούστικαν ζάλα και ομιλίες . Το Κωσταντάκι αναγνώρησε τον Νικήτα τον Χειμωνάκη και δυό άλλους. Φώναξε λοιπόν στον Νικήτα που του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Νομάρχης, γιατί κάποτε που είχε πχεί λίγο παραπάνω είχε πεί οτι όταν θα γίνω Νομάρχης θα κάνω τούτο και το άλλο. Κύριε Νομάρχα δεν είναι κατάσταση αυτή εμείς να τους διασκεδάζουμε και αυτοί να μας πετάνε πέτρες. Ο Νικήτας νόμιζε οτι του κάναμε πλάκα. Πήρε λοιπόν ήφος στάθηκε στη μέση της πλατείας και φώναξε : Εδώ Νομάρχης, θα επιβάλλω την τάξη. Και ο Βούλγαρης που δεν είχε κατέβει από την ταράτσα, του εξακοντίζει βροχή από πέτρες που μία πέρασε πάνω από το κεφάλι του. Έντρομος έτρεξε να κρυφτεί κι αυτός φωνάζοντας, μωρέ διαόλοι εσείς το λέτε αλήθεια. Κιαμήντα θαρείς, του λέει ο ξαδερφός μου. Ψώματα ; Περιμέναμε λιγάκι και μετά πήραμε το σοκάκι προς την Αγία τριάδα, για να μην μπορούν να μας βρούν οι πέτρες του Βούλγαρη και σύνεχίσαμε την καντάδα μέχρι τα πέρα καφενεία . Την άλλη μέρα ο Γαμπρός του Τουτού έψαχνε το ντακούνι του και ο Βούλγαρης έκανε το κορόϊδο οτι αυτός κοιμόταν και δεν κατάλαβε τίποτα και φυσικά δεν ήξερε ποιός πετούσε τις πέτρες !!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου