Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΡΑΚΑ ΡΙΧΝΕΙ ΚΑΤΩ

Στην προηγούμενη ιστορία αναφέρθηκα στο κυνήγι. Σήμερο θα σας διηγηθώ μια ιστορία που μου τηνείχε πεί ο Μπάρπας μου ο Κοκολομανώλης σχετική με το κυνήγι και τους κυνηγούς του χωριού.
Εκείνα τα χρόνια προκατοχικά και αμέσως μετά την κατοχή, δεν υπήρχαν επαγγελματίες κυνηγοί. Οι περισσότεροι πήγαιναν κυνήγι για να συμπληρώσουν το φαγητό της καθημερινής μέρας. Μάλιστα θυμάμαι τη θειά την Γαϊτάνενα που μου έλεγε ότι όταν δεν είχε τίποτα να μαγειρέψει, έλεγε του Μπάρπα Γαϊτάνου, να πάει να της θέρει κανένα λαγό από τη Μάχα να τον μαγειρέψει. Έπερνε λοιπόν το σκύλο του ο Μπάρμπας και το δίκανο και πήγαινε από τους Αγίους Αναργύρους στη Μάχα. Οι χωριανοί που καθόταν στα κάτω καφενεία έβγαιναν στο δρόμο και παρακολουθούσαν περίεργοι να δουν τη φάση που θα έβγαζε ο σκύλος τον λαγό. Σε λίγο ο σκύλος έβγαζε τον λαγό τον γυρνούσε στο μέρος που ήταν ο Μπάρμπας. Μπαμ και πάρτον κάτω. Και οι χωριανοί έλεγαν βρε πάλι τον σκότωσε το λάγο. Ο Μπάρμπας Γαϊτάνος βέβαια εκτός από καλός κυνηγός με πολύ καλό σκύλο, ήταν και πολύ κωλόφαρδος, όπως έλεγε ο άλλος Μπάρμπας ο Κοκολομανώλης. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάει για κυνήγι και να μη σκοτώσει λαγό ή πέρδικα. Αλλά κυνηγούσε μόνο όταν η γυναίκα του του έλεγε οτι δεν έχει να ψήσει  κάτι. Και ποτέ δεν καθότανε να σκοτώσει και δεύτερο λαγό. Μόλις σκότωνε ένα γυρνούσε στο σπίτι του να το δώσει τσι θειάς να τον ψήσει. Ετσι έκαναν οι περισσότεροι κυνηγοί που εκείνη την εποχή δεν ήταν και πολλοί. Αλλά ποτέ δεν πήγαιναν στο κυνήγι αν τους βλέπανε δυό γυναίκες του χωριού που φημιζόταν ότι είχαν κακό μάτι. Η Ασπασία και του Ζαχαρία του Ψιμάρνη του καθηγητή η Μάνα η Αγγλαϊα. Ο Μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης μου είχε πεί οτι κάποια φορά που πήγαινε για κυνήγι συνάντησε την Ασπασία στου κατσούλη το πήγάδι και την χαιρέτησε. Αυτή επότιζε την κατσίκα της και γύρισε και τον χαιρέτησε, λεγοντάς του, καλό κυνήγι. Ο Μπάρμπας σκέφτηκε για μια στιγμή αυτά που είχε ακούσει και είπε να γυρήσει πίσω. Αλλά μετά ξανάπε στον εαυτό του. Βλακίες είναι και συνέχισε το δρόμο του. Πήγε πάνω από το νεκροταφείο που είχε δει σκάρμες (σημάδια)λαγού, αλλά δεν συνάντησε τίποτα. Βγήκε στη κορφή στου Μαρασκά. Τίποτα !! Ούτε λαγός ούτε πέρδικα !! Είχαν εξαφανιστεί. Κατέβηκε από του μαρασκά στο συμισακό στου διασαντά τη στέρνα μπας και βρεί καμιά πέρδικα. Πράμμα !! Βλέπει δυο αγριοπερίστερα να πήνουν νερό και για να μη γυρίσει άδειος στο σπίτι συκώνει το τουφέκι να τα ντουφεκίσει. Μπαμ και σπά ο κόκορας του τουφεκιού κι ένα κομμάτι τον κτυπά πάνω στο φρύδι και έτρεχε αίμα. Βέβαια τα σκάγια πήγαν αλλού και τα αγριοπερίστερα μόνο τρόμαξαν και έφυγαν. Στο μυολό του Μπάρμπα είρθε η συνάντηση με την Ασπασία και αυτά που έλεγαν για το μάτι της. Δε με νοιάζει να πάω να τσι ρίξω μια στο πισινό τσι με ένα φυσέκι αραπάλατσο (χοντρό αλάτι της θάλασσας) μουρμούρισε νευριασμένος.  Έπληνε τη μούρη του με το νερό τσι στέρνας για να φύγουν οι μουζουδιές και τα αίματα.-Τότε τα τουφέκια ήταν τα περισσότερα μπροστογεμή αλλά και τα μη μποστογεμή χρησιμοποιούσαν μαύρη πυρίτηδα.-
Μετά ξεκίνησε για τον γυρισμό στο χωριό. Στο δρόμο έξω από το χωριό, συνάντησε τον Γιοργαντέ το Μανώλη, που βλέποντάς τον να κρατά το τουφέκι τον ρώτησε πως πήγε το κυνήγι. Σκατά !! Του λέει ο Μπάρμπας μου. Και πράμμα δεν βρήκα και κόντεψε να μου βγάλει το μάτι το τουφέκι. Μπα νά'δες την Ασπασία και σε χαιρέτησε οντεν έφυγες από το χωριό ; Ρώτησε ο Γιοργαντές. Κιονά το διάολο είδα. Απάντησε ο Μπάρμπας μου. Πάλι καλά είπε ο Γιοργαντές γελώντας και συνέχισε. Εμένα πέρσι με είδε και έκανα δυό κομμάτια το τουφέκι, κι κτύπησα και το πόδα μου. Εγώ αμα με δει γυρίζω πίσω. Αυτή και τον κόρακα ρίχνει κάτω. Απο τότε ο Μπάρμπας μου άλλαζε δρόμο και δεν περνούσε από εκεί που μπορούσε να βρήσκεται η Ασπασία όταν πήγαινε για κυνήγι. Αν καμια φορά την έβλεπε έστω και από μακρυά ξαναγυρνούσε σπίτι του.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

ΑΠΟΥ ΓΥΡΕΥΕΙ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΧΑΝΕΙ ΚΑΙ ΤΑ ΛΙΓΑ

Θανατικός κυνηγός δεν υπήρξα ποτέ στη ζωή μου. Μονο όταν ήμουν πολύ νεαρός ασχολήθηκα με το κυνήγι. Ο Μπάρμπας μου ο Κοκολομανώλης αδερφός της Μάνας μου, ήταν καλός κυνηγός . Τα παιδιά του ήταν φυσικό επόμενο να ασχοληθούν κι αυτά με το κυνήγι. Οχι τόσο ο Δημήτρης οσο ο Μιχάλης που ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του. Όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο ο Μιχάλης μου είχε δώσει μερικές φορές ένα ρώσικο δύκανο και κυνηγούσα τις σταρίθρες στο αεροδρόμιο. Το βουνό πάνω από το νεκροταφείο των Λιμνών το λένε μαρασκά. Στη κορυφή του βουνού έχει ενα μικρό οροπεδιάκι και εκεί είχε κάμποσες ελιές. Εκεί κατέβαιναν τα βράδια μετά τη δύση του ηλίου οι πέρδικές και έτρωγαν τις πεσμένες στο χώμα ελιές. Οι κυνηγοί είχαν κάμει καλυμένες θέσεις με χόρτα και κλαδιά, σε μέρη που μπορούσαν να εχουν θέα τις ελιές και να ελέγχουν και ολόκληρη πεζούλα.Εκεί κρυμένοι περίμεναν τις πέρδικες και οταν αυτές ερχόταν κοπαδάκι τις πυροβολούσαν και σκότωναν μερικές. Αυτό το τρόπο κυνηγίου τον έλεγαν, πάμε στο παρακαθιστό.
             Ήταν Νοέμβρης ή αρχές Δεκέμβρη αν θυμάμαι καλά. Πάντως δεν είχαν αρχίσει να μαζεύουν ελιές. Ένα απόγευμα μου λέει ο ξάδερφός μου ο Δημήτρης. Θα έρθεις να πάμε στο παρακαθιστό στου Μαρασκά; Και δε πάμε, λέω εγώ. Έτσι ξεκινήσαμε και από τους Νοτικούς μύλους ανεβήκαμε στου Μαρασκά. Πήγαμε στο καλύβι που θα περιμέναμε τις πέρδικες και κάτσαμε μέσα. Τώρα μου λέει ο ξάδερφος θα περιμένουμε να έρθουν οι πέρδικες. Εκείνη την εποχή είχε πολλές πέρδικες. Αφού τον χειμώνα τα πρωινά κατέβαιναν στη καλαντάρα στη μάχα για να βρούν τροφή και κελαϊδούσαν και τις άκουγε όλο το χωριό. Πράγματι μόλις άρχησε να σουρουπώνει ακούσαμε να κακαρίζουν πιο πάνω από εμάς πέρδικες. Έρχονται !! Μου λέει ο ξάδερφος μονο μη κουνιέσαι να σε δούν. Πράγματι σε λιγο ένα μικρό κοπαδάκι απο τρεις-τέσσερεις πέρδικες ήρθαν και άρχησαν να τρώνε ελιές. Ο ξάδερφος είχε βάλει το ντουφέκι ανάμεσα στα κλαδιά και προσπαθούσε να ταιριάξει τις πέρδικές. Αντε του λέω. Σούτ !!Μου κάνει. Πρέπει να έρθουν στη κοντινή ελιά. Κάποτε ήρθαν στη κοτινή ελιά και μαζευτήκαν στη ρίζα τσι ελιές και τρώγανε. Σημάδεψε ο ξάδερφος και ήταν έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη. Ακούσαμε όμως κιάλλα κακαρίσματα και λέει. Έρχονται κιάλλες πέρδικες. Πράγματι δυο τρεις ακόμα πέρδικες ήρθαν στη παρέα και ο ξάδερφος έτρυβε τα χέρια του, από ικανοποίηση. Τωρα μου λέει θα ταιριάξουμε δυο τρεις μαζί και θα τσι σκοτώσουμε. Και πάνω που τσι ταίριαζε, ακούμε μια μπαλουθιά κάπου κοντά και νάσου και φεύγουν όλες οι πέρδικες χωρίς να προλάβει να πυροβολήσει ο ξάδερφος. Ποιός δια..λος πυροβόλησε και μου χάλασε το σημάδι !! Μουρμούρησε ο ξάδερφος και σηκώθηκε από την κρυψώνα που καθόμασταν. Κατεβήκαμε στην παρακάτω πεζούλα και βλέπουμε τον φίλο του ξαδέρφου μου που παίζανε μαζί στα πανηγύρια τον Μανώλη του Κωσταντάκι. Βρε έσύ πυροβόλησες ; Ρώτησε ο ξάδερφος. Ναι λέει ο Μανώλης αλλά δεν τη πέτυχα. Α ρε μπαγάσα και μου χάλασες το σημάδι και θα σκότωνα δυο τρείς μαζεμένες πέρδικες !! Να σκότωνες τουλάχιστο αυτή που πυροβόλησες να τρώγαμε έστω μια πέρδικα. Οπότε του λέω. Αν πυροβολούσες όταν σου έλεγα θα τρώγαμε τουλάχιστο μία πέρδικα μπορεί και δυό. Αλλά όποιος θέλει τα πολλά χάνει και τα λίγα.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

ΚΡΥΟ ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΔΥΟ

Η λαϊκή παροιμία λέει κρύο καιρός για δύο. Εμείς το παρακάναμε γιατί έκανε πολύ κρύο και ήμαστε πέντε !!! Η ιστορία που θα σας διηγηθώ συνέβει στην Αθήνα. Αλλά οι συμμετέχοντες ήταν όλοι λιμνιώτες. Ηταν λίγο μετά την πρωτοχρονιά τρυ 1966. Υπηρετούσα στο Τατόϊ και είχα πάρει δυο μέρες προφορική άδεια λόγω της εορτής των Θεοφανίων, μαζί με το Σαββατοκύριακο. Ο χωριανός μου ο Κωστής του Μιχελουκοδημήτρη με είχε πάρει τηλέφωνο να πάω στο σπίτι να περάσουμε μαζί τα Φώτα μια και έλειπε η γυναίκα του σ' τσι Λίμνες για να μαζώξει τσι ελιές. Ο καιρός ήταν χειμωνιάτικός και έκανε πολύ κρύο γιατί είχε χιονίσει στη Πάρνηθα, μέχρι χαμηλά στους Θρακομακεδόνες. Ο Κωστής έμενε στο Μαρούσι. Το σπίτι του ήταν καινούριο  και δεν είχε ακόμα τελειώσει. Θα έρχόταν οι μαστόροι από Δευτέρα να βάλουν πλακάκια στη κουζίνα. Πήρα το Ρεο που περνούσε από το Μαρούσι, από το Τατόϊ και κατέβηκα στη πλατεία του Αμαρουσίου. Συνάντησα τον Κωστή που σχολούσε από τη δουλεία του, ψωνίσαμε τα απαρέτητα για δυο-τρεις μέρες και ξεκινήσαμε για το σπίτι. Το απογευματάκι ήρθαν στο σπίτι του Κωστή άλλοι τρείς Λιμνιώτες που είχαν βρεθεί στην Αθήνα και ήταν εργένηδες. Ο Γιώργης του Καραβελομιχάλη, ο Μιχάλης του Καλιωρονικολή και ο Αντώνης του Σταυρούλη του Μαυριειδή. Βρε καλώς τα παιδιά λέει ο Κωστής,
πως από δώ ; Είμαστε στο Μαρούσι και είπαμε να ρθούμε να σε δούμε. Είπε ο Αντώνης. Κωλόκαιρος λέει ο Γιώργης και χιονίζει. Που χιονίζει ; Λέει ο Κωστής . Άνοιξε τη πόρτα να δεις. Λέει ο Μιχάλης . Ανοιξα τη πόρτα και κοίταξα όξω. Πράγματι είχε αρχίσει να το στρώνει. Μωρέ χιονίζει καλά !! Λέω του Κωστή . Πώς θα φύγουμε μετά;.Λέει ο Αντώνης. Δεν πάτε ποθές !! Επαέ θα κάτσετε, μα κρεβάτια έχω. Ειπε ο Κωστής. Αφού κατσαμε στο σαλόνι ο Κωστήε έφερε ένα μπουκάλι ρακί και ποτηράκια. Να πιούμε μιά να ζεσταθούμε που κάνει κρύο. Ειπε ο Κωστής και γέμισε τα ποτηράκια. Κάτσαμε και αδειάσαμε το μπουκάλι με τη ρακί. Φάγαμε και μερικούς ξηρούς καρπούς και μερικά μήλα και αρχήσαμε την κουβέντα για το χωριό. ¨Οταν πια νύχτωσε για τα καλά και ήρθε η ώρα να κοιμηθούμε λέει ο Κωστής. Τρείς θα κοιμηθούμε στο κρεβάτι, ένας στο μονο στη κουζίνα και ένας στον καναπέ στο σαλόνι. Λέει ο Αντώνης εγώ θα πάω στο μονό στη κουζίνα. Ο Μιχάλης λέει εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ με άλλο και θα πάω στο καναπέ. Ετσι εγώ ο Κωστής και ο Γιώργης που ήμαστε και οι πιο αδύνατοι κοιμηθήκαμε στο διπλό κρεβάτι. Μετά από μερικές ώρες γύρω στις δύο, έρχετε ο Μιχάλης και λεει στου Γιώργη που ήταν στη άκρη. Πήγαινε πιο μέσα να μπώ και εγώ και ψώφησα στο κρύο στον καναπέ. Έτσι μπήκε κι αυτός στο κρεβάτι. Μετά από δυο ώρες, να και ο Αντώνης ξηλιασμένος . Κανατε μωρε κι εμένα ΄μια ολιά τόπο να μπώ γιατί ξήλιασα στη κουζίνα. Το Πρωί που ξυπνήσαμε μετράγαμε κεφάλια. Μας έλειπε ένα !! Μωρε ήντα γίνηκε ο Κωστής ; Ρωτά ο Αντώνης που έψαχνε να δεί ποιός λύπει. Επαε έιμαι .Απάντησε ο Κωστής που ήταν στη μέση στο κρεβάτι αλλά δεν φαινόταν γιατί ήταν ο κοντήτερος από όλους μας και σκεπασμένος με τις κουβέρτες από κορφής. Βάλαμε τα γέλια. Ααααααα λεει ο Κωστής πρώτη φορά που κοιμήθηκα σε ζεστό κρεβάτι. Ναι μωρέ του λεει ο Μιχάλης . Εσείς ζεσταθήκατε και εμείς ξηλιάσαμε στη κουζίνα και στο σαλόνι. Και απαντά ο Κωστής. Μόνοι σας το διαλέξατε μόνο μη διαμαρτήρεστε. Αλλά ποτέ μου δεν περίμενα να χωρά πέντε ατομα το κρεβάτι !! Βρε άμα κάνει κρύο λεει ο Γιώργης και δέκα θα χωρέσει. Και απόψε έκανε το κρύο της αρκούδας !!

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΚΑΛΟ ΧΟΡΑΤΑ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΝΕΙΣ ΜΙΑ ΣΤΗ ΚΕΦΑΛΗ ΚΑΙ ΤΟΝΕ ΞΕΚΑΝΕΙΣ

Στην προηγούμενη Ιστορία σας διηγήθηκα την περιπέτεια με τη φωλιά των κοράκων. Σήμερα θα σας πώ για τη μοναδική φορά που βρέθηκα αντιμέτωπος με ενα αγριεμένο άρκαλο (ασβό) .Ήταν μερικά χρόνια μετά. Πήγαινα ακόμα στο Γυμνάσιο Νεαπόλεως. Ήταν τέλος Μαρτίου. Ειχε κάνει μερικές κακοκαιρίες θυμάμαι έκείνες τις μέρες. Οταν είναι κακοκαιρία τα πουλιά προσπαθούν να βρούν μέρος να προστατευτούν απ' αυτήν και πολές φορές κτυπούν στα σύρματα του τηλεφώνου και της ΔΕΗ (τότε βέβαια δεν υπήρχε ΔΕΗ) κυρίως οι τσίχλες. Ένα πρωινό μετα από κακοκαιρία τη νύχτα, μπήκα στα χωράφια κάτω από τα τηλεφωνικά σύρματα και έψαχνα μήπως βρώ καμιά τσίχλα για να την πουλήσω στη Νεάπολη στου Μυλωνάκη που πουλούσε τον καφέ για τους καφετζίδες του χωριού αλλά και για όποιον άλλο ήθελε φρεσκοκομένο καφέ, να πάρω καμιά δραχμή. Κοντά στο χωράφι που ήταν η κορακοφωλία της προηγούμενης ιστορίας, αλλά πιο κοντά στον ποταμό ήταν ενα χωράφι με κουκιά. Τα κουκιά ήταν γύρω στους 40 με 50 πόντους ψηλά. Παρατήρησα οτι το χώμα σε μια μεριά ήταν σκαμένο και μερικά κουκιά ήταν πεσμένα και σπασμένα στο χώμα. Επειδή δεν είχα χρόνο, δεν έκατσα να δώ τι ήταν. Πήγα στο Γυμνάσιο και το μεσημέρι που σχόλασα νωρίς γιατι κάποιος καθηγητής δεν ήρθε στο μάθημα πήγα να δώ τι είχε κάνει τα σκαψίματα στα κουκιά. Όταν έφτασα στο χωράφι, τα σκαψίματα ήταν πολύ περισσότερα απ'ότι το πρωί που τα είχα δεί για πρώτη φορά. Στο διπλανό χωράφι ήταν ενας αγρότης από τον Νικηθιανό και καθάριζε τις άκρες του χωραφιού από τα αγριόχορτά και τσι αστιβίδες, με μια μαναροσκαλίδα (ειδικό σκαπέτι με τι μια μεριά του να είναι τσεκούρι). Μου φωνάζει λοιπόν. Έχε το νού σου γιατί είναι άρκαλος στο χωράφι και αυτός έσκαψε τα κουκιά. Και πως το κατέχεις μπάρμπα; του απαντώ. Επέρασα προηγουμένως και τον ανέλωσα (έδιωξα) και εμάνησε (αγρίεξε) μόνο ξάνηξε να μη σου χιμίξει και δαγκώνουνε άσκημα. Είπε ο μπάρμπας και συμπλήρωσε. Πάρε την μαναροσκαλίδα να τον σκοτώσεις, αλλά πρόσεξε να τον βρείς με την πρώτη στο κεφάλι. Εγώ θα τον σκότωνα αλλά δεν βλέπω καλά και μετά δεν μπορώ και να γλακώ (τρέξω), αν δεν τον πετύχω με την πρώτη. Εσύ 'σε κοπέλι και θωρείς καλά και τρέχεις κι ογλήγορα. Μου έδωσε την μαναροσκαλίδα και πήγε πιο πέρα πέρνωντας και ενα χοντρό ξερό ξήλο που βρήκε στο γύρο, για παν ενδεχόμενο. Έξαξα λίγο και τον βρήκα σχεδόν χωμένο μέσα στο χώμα, να τρώει τσι κουκιές. Πήγα απο πίσω του για να μη με βλέπει (οι ασβοί δεν βλέπουν καλά, γιατί έχουν μικρή περιφεριακή όραση). Αυτός με πήγε χαμπάρι. Σταμάτησε να τρώει και να κουνιέται και προσπαθούσε να με βρεί κουνόντας το κεφάλι του δεξιά και αριστερά. Σήκωσα ψηλά τη μαναροσκαλίδα και του την κατέβασα με όλη μου την δύναμη στο κεφάλι του. Το μανάρι μπήκε όλο μέσα στη κεφαλή του και έμηνε ακίνητος. Μπράβο !! μου λέει ο μπάρμπας.  Πάρε ένα παλιοτσουβάλι που έχω επαέ στο γύρο και βάλτονε απάνω και βρές και καμιά τσιμεντοσακούλα από τον ποταμό να τον πάς στου τσίφτη να σου δώσει ενα δεκάρικο. Πές του ότι σε έστηλα εγώ ο Πεθερός του αδερφού του του Μανόλη. Εντάξη είπα και σκέφτηκα το δεκάρικο . Δεν ήξερα ότι είχαν επικηρύξη τους αρκάλους !!! Τον έβαλα στο τσουβάλι αλλά ήταν βαρύς κι ασήκωτος. Βρήκα μια τσιμεντοσακούλα χάρτινη από τον ποταμό. Τότε δεν είχαν βρεθεί τα πλαστικά και όλες οι συσκεβασίες ήταν χάρτινες. Μακάρι να μη τα βρήσκανε να γλήτωνε ο κόσμος !! Έβαλα το τσουβάλι με τον άρκαλο πάνω στη τσιμεντοσακούλα και τον έσηρα μέχρι το ραφτάδικο του Τσίφτη και πήρα το δεκάρικο. Από τότε δεν έχω ξανασυναντήσει ζωντανό άρκαλο σε χωράφι, εκτός από μερικούς σκοτωμένους στην εθνική από τ' αυτοκίνητα.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

ΑΛΛΟ ΤΟΥ ΚΟΡΑΚΟΥ Η ΦΩΛΙΑ ΚΙ ΑΛΛΟ ΚΟΤΣΙΦΟΥ ή επι το λαϊκότερον ΑΛΛΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ ΚΙ ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑΣ

 Όταν πηγαίναμε στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου στη Νεάπολη κυνηγάγαμε με τις σφεντόνες διάφορα πουλιά. Απο σπουργίτες, σουσουράδες, κοκκινομπέτες, σταρίθρες, κακαλιδώνια, τριπουλίδια, μέχρι κοτσιφούς και αγριοπεριστέρια. Για την εποχή εκείνη ήτανε σπουδαία μεζεδάκια στα κάρβουνα με καμιά πατάτα οφτή !! Την άνοιξη του φωλιάζανε τα πουλιά ψάχναμε για φωλιές και αφού τις βρήσκαμε και σταμπάραμε το μέρος, αφήναμε να βγούν από τ' αυγά τα πουλάκια κιόταν ήταν έτοιμα να πετάξουν τα πιάναμε. Κυρίως πιάναμε κοτσιφάλια και ζιγαρδέλια για να τα βάλουμε στο κλουβί να κελαϊδάνε. Αν βρήσκαμε και καμιά περδικιά δεν μας χαλούσε !! Μόνο που δύσκολα έπιανες τα περδικάκια αν είχαν ξεπουλιάσει. Η μάνα μου είχε μεγαλώσει πεδρικάκια που τα βρήκε ο αδερφός της που ήταν κυνηγός και ήταν ήμερα σαν τις κότες (αφού είχαν μεγαλώσει μαζί με τα κοτοπουλάκια). Δυό που είχε κρατήσει η Μάνα μου γύριζαν στη αυλή μαζί με τις κότες. Μια φορά λοιπόν που γυρίζαμε από το Γυμνάσιο γιατί οι καθηγητές είχαν συμβούλιο και σκολάσαμε νωρίς, μπήκαμε από τον Νικηθιανό στα χωράφια και ψάχναμε φωλιές. Ενας μεγαλύτερος στη ηλικία αλλά μπουμπούνας στα μαθήματα αφού έκανε δυο χρόνια σε κάθε τάξη, είπε ότι ήξερε μια κορακιά.
Και τι να την κάνουμε την κορακιά αφου οι κοράκοι δεν σε αφήνουν να πλησιάσεις την φωλία και μετά τα κορακάκια δεν τρώγουνται γιατί βρωμάνε από τα ψώφια που τα ταϊζουν οι γονείς του οι κοράκοι. Είπαμε οι μικρότεροι. Να δούμε αν έχει αυγά λέει ο μεγάλος. Από περιέργεια πήγαμε να δούμε την κορακοφωλιά. Να μας λέει ο μεγάλος. Σ' αυτή τη ψηλή αμυγδαλία είναι η φωλιά. Πάμε αλλά η αμυγδαλιά ήταν ψηλή και η φωλιά ήταν στη κορυφή της. Να βγεί ένας αλαφρής λέει ο μεγάλος. Πιο αλαφρής από μένα που ήμουνα φρίσσα (πολύ αδύνατος) δεν υπήρχε. Είχα και την ικανότητα να σκαρφαλώνω σαν τον γάτη. Αντε ήντα κάθεσαι ; Μου φώναξε ο μεγάλος . Εγώ με το λάστιχο (σφεντόνα) θα παντώ (διώχνω) τσι κοράκους ανε ρθούνε. Είπε και ετοίμασε τα πυρομαχικά του για την σφεντόνα. ¨Αρχησα να ανεβαίνω αλλά όταν έφτασα περίπου στο ένα μετρο από τη φωλία άκουσα τη φωνή τση κορακίνας που καθόταν στη φωλία και φώναξα στους άλλους που ήταν κάτω. Δεν βγαίνω πιο ψηλά γιτί η μάνα κάθεται στη φωλία. Αντε μωρέ χέστακα, μου φωνάζει περιφρονητικά ο μεγάλος και ετοιμάζει το λάστιχό του για να κτυπήσει τη φωλία. Ασε να κατέβω και μετά κάνε ότι καταλαβαίνεις. Του λέω και επιταχύνω την κάθοδο από την αμυγδαλίά. Αυτός όμως δεν περίμενε και ρίχνει μια πέτρα στη φωλία με την σφεντόνα. Η πέτρα πέρασε ξυστά από τη φωλία και κτύπησε στο κλωνάρι που ήταν δίπλα. Αλλά η κορακίνα πήρε χαμπάρι τους άλλους από κάτω και έκαμε μια βουτιά κατα πάνω τους. Είχα ακούσει από τον μπάρμπα μου τον Κοκολομανώλη ότι αν πειράξεις φωλία κοράκου είναι ικανοί να σου βγάλουν τα μάτια γιτί σου επιτίθονται και σε τσιμπάνε στο κεφάλι. Εγώ σούφρωσα στη μέση τση αμυγδαλίας και δεν εκουνούσα καθόλου για να μη με δεί η κορακίνα. Οι άλλοι το βάλανε στα πόδια για να γλητώσουν με την κορακίνα να παίζει βουτιές πάνω από τα κεφάλια τους. Πήρε χαμπάρι και ο αρσενικός που έφερνε τρόφή στα μικρά και πήρε κιαυτός στο κατόπι τσι παρολίγο κλέφτες. Εγώ σκεφτόμουνα τι να κάνω να κατέβω κάτω ή να μέινω κρυμμένος στη μέση τσι αμυγδαλιάς. Προτίμησα να μείνω κρυμένος μέχρι να ησυχάσουν οι κοράκοι. Αφου έκατσα κάμποση ώρα χωρίς να κουνώ και με το κεφάλι χωμένο στο σακάκι για να μην βλέπουν τι πράμμα είμαι οι κοράκοι. Κι αφού δεν άκουγα πιά τις φωνές των άλλων που τους κυνηγούσε το ζεύγος των κοράκων, άκουσα κάποιον από τους γονείς κοράκους να επιστρέφει στη φωλιά. Σε λίγο ήρθε κι ο άλλος. Σκέφτικα ότι ήταν καιρός να του δίνω και εγώ και προσπαθούσα να βρώ ποιός είναι ο καλύτερος δρόμος να πάρω για να μη με δούν οι κοράκοι από τη φωλιά. Έτσι όπως καθόταν οι κοράκοι στη φωλία δεν μπορούσαν να δούν από κατω στο κορμό και στη βάση τσι αμυγδαλίας τι γίνεται. Αποφάσισα να φύγω από τη πάνω μεριά που είχε ενα τράφο και μερικές μεγάλες λιγιές (λιγαριές), έτσι ώστε να μη δίνω μεγάλο στόχο και να μπορώ να απομακρινθώ από τη φωλιά. Εφυγα σκυφτός και μπήκα στις λιγιές. Κοίταξα προς τη φωλιά αλλά οι κοράκοι ασχολούταν να ταϊσουν τα μικρά τους και δεν με πήραν χαμπάρι. Μπροχώρησα λιγάκι και άκουσα φτερούγισμα. Σύκωσα το κεφάλι μου και είδα τον αρσενικό να φέυγει για να βρεί τροφή. Τώρα μπορώ να φύγω άνετα σκέφτικα και ξεκίνησα απομακρυνόμενος από το χωράφι με την κορακοφωλιά. Οι άλλοι είχαν πάει τρέχοντας στο χωριό και είπαν οτι τους κυνηγούσαν οι κοράκοι. Πήγαν στον Αλέκο (που εκτελόυσε καθήκοντα νοσοκόμου στο χωριό) να τους περιποιηθεί τσι τσιμπιές που τους είχαν κάνει. Και πούνε μωρέ ο ανηψιός μου ; Ρώτησε ο μπάρμπας μου ο αγροφύλακας. Τον αφήσαμε απάνω στην αμυγδαλιά. Είπαν. Τον αφήσατε μωρέ κι εφύγαται χέστες ; Τους αποπήρε ο Μπάρμπας μου. Για να πάω να δώ ήντα κάνει. Και ξεκίνησε να ρθεί να με βρεί. Συναντηθήκαμε στον κήπο του Ζαχαράκη. Εγώ δεν τον είχα δει γιατί χάζευα στον δρόμο. Κι αυτός όπως συνήθιζε με είδε και μπήκε στο κήπο. Όταν έφτασα στον κήπο πετάχτηκε και με ρώτησε. Δεν σε φάγανε οι κοράκοι εσένα; Οϊ μπάρμπα. Απήντησα γέλώντας. Τσι άλλους ακόμα τσι φτιάχνει ο Αλέκος. Είπε και ρώτησε . Εσύ πως γλήτωσες ; Εγώ περίμενα στην αμυγδαλιά μέχρι να ησυχάσουν και μετά την έκανα κατσά-κατσά χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Είπα στον μπάρμπα μου. Α ρε σαϊνι ανηψιό που έχω !! Κι άλλοι οι βλάκες τρέχανε και τους έκαναν τη κεφαλή τους κόσκινο οι κοράκοι. Είπε γελώντας κι πέρασε το χέρι του στη πλάτη μου. Αντε πάμε, μην πάνε αυτοί οι βλάκες στη Μάνα σου και πούνε τίποτα και έχουμε νταβαντούρια. Όταν είπα το περιστατικό στον μπάρμπα μου τον Κοκολομανώλη, είπε. Τι σου έλεγα ; Αλλο πράμμα η φωλιά του κοτσιφού κι άλλο του κοράκου.

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

O ΨΕΥΤΟΔΕΣΠΟΤΗΣ

Τις δεκαετίες πριν από το 1970 οι κτηνοτρόφοι που ήταν περιφέρεια του χωριού. Έμεναν στους συνοικισμούς που ανοίκαν στην κοινότητα Λιμνών. Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι είχαν δυό σπίτια. Ενα στα μετόχια των Λιμνών (όπως τα λέγαμε τότε) και ένα στους Ποτάμους, που είναι πριν το οροπέδιο Λασιθίου. Η εξήγηση είναι γιατί στους ποτάμους τότε ο χειμώνας ήταν βαρύς και έπιανε χιόνι που κρατούσε μέρες. Ετσι κατέβαιναν τον Οκτώβρη στον κάμπο στα Μετόχια των Λιμνών, που οι θερμοκρασίες ήταν υψηλότερες και είχε και αρκετό χορτάρι για τα πρόβατά τους, και μετά το Πάσχα ανέβαιναν στι ποτάμους που είχε ακόμα χορτάρι για να ξεκαλοκαιρεύσουν. Στους ποτάμους τον χειμώνα έμεναν πολύ λίγοι άνθρωποι. Το καλοκαίρι όμως που ξαναγυρνούσαν τα κοπάδια γέμιζαν πάλι οι ποτάμοι από ανθρώπους. Την ονομασία ποτάμοι την πήραν γιατί αφενός υπήρχε ποταμός που περνούσε από το χωριό και αφ'ετέρου γιατί ήταν δυο γειτονιές . Οι μέσα ποτάμοι και οι έξω ποτάμοι. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν περιουσία και στα δυό μέρη. Στις Λίμνες είχαν ελιές και στους ποτάμους είχαν κήπους καρυδιές μηλιές και διάφορα άλλα δένδρα που ευδοκιμούσαν σε ψηλά επίπεδα. Παράλληλα βέβαια με τα κοπάδια τους από πρόβατα που είχαν. Ενα καλοκαίρι λοιπόν στους έξω ποτάμους περίμεναν να έρθει ο Δεσπότης σε κάποιο εσπερινό που γιόρταζε κάποια εκκλησία. Του Δεσπότη όμως έτυχε μια κηδεία κάποιου γνωστού του και έτσι έστηλε κάποιον να ειδοποιήσει στους εξω ποτάμους οτι δεν θα πάει. Τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και οι άνθρωποι είχαν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια οι φτωχότεροι για τις μετακινήσεις τους . Στο δρόμο ο άνθρωπος που έστηλε ο Δεσπότης, συνάντησε τον Πεθερό του ξαδέρφου μου του Κοκολομιχάλη, τον Κουνενό με δυο άλλους. Στους ποτάμους πάτε; Τους ρωτά ο απεσταλμένος του Δεσπότη . Ναι του λέει ο Κουνενός.
Να πήτε στον Παπά ότι ο Δεσπότης δεν θα έρθει γιατί του έτυχε μια κηδεία. Καλά λέει ο Κουνενός. Ο άνθρωπος του Δεσπότη γύρισε πίσω στην Νεάπολη. Ο Κουνενός λέει τότε στους άλλους δυό . Μώρε σεις κάνουμε μια πλάκα στους χωριανούς ; Ήντα ρωτούνε οι άλλοι δυο. Πήγαινε μωρέ να φέρεις το μπεγίρι (αρσενικό άλογο) του μπάρμπα σου και πέρασε από την εκκλησία να πάρεις ένα ρασο του παπά και ένα καλυμμαύκι. Πάρε και ενα τσεμπέρι τσι Μάνα σου και φέρτα να τα βάλω. Λέει ο Κουνενός στον νεώτερο τσι παρέας. Πήγε ο φίλος και έφερε το άλογο και τα ρούχα του παπά και το τσεμπέρι. Στο δρόμο βρήκε και ενα πιτσιρίκι και του είπε: Πάνε στο χωριό να πείς ότι έρχετε ο Δεσπότης. Εβαλε ο Κουνενός τα ράσα και το καλυμμαύκι και από πάνω το τσεμπέρι για να φένεται από μακρυά οτι είναι Δεσπότης, καβάλησε και το άλογο και ξεκινήσανε για το χωριό. Ο πιτσιρικάς είχε πάει και ξεσύκωσε το χωριό ότι έρχετε ο Δεσπότης. Αρχίσανε και παίζανε την καμπάνα και μαζευτήκανε στην αρχή του χωριού να καλωσορήσουν τον Δεσπότη. Αντι όμως για τον Δεσπότη βρήκαν τον Κουνενό που κόντευε να πέσει από το άλογο από τα γέλια. Ο κόσμος που περίμενε έβαλε τα γέλια, αλλά ο παπάς το πήρε σοβαρά και έστρωσε στο κυνήγι με μια μαγκούρα τον Κουνενό. Σα δεν τρέπεσαι θεομπαίχτη να κοροϊδεύεις το Δεσπότη, θα σου σπάσω τη κεφαλή γάϊδαρε άμα σε πιάσω!! Και ο Κουνενός απου φύγει-φύγει με το άλογο. Από τότε  κωλύσανε του Κουνενού το παρατσούκλι , ο Δεσπότης . Και επειδή Κουνενοί ήταν πολλοί έπεκράτησε το Δεσπότης. Ποιο Κουνενό θέλεις ; Τον Δεσπότη έλεγαν. Και έτσι τον ήξεραν μέχρι που πέθανε, γέρος πιά. Όταν παντρεύτηκε ο ξάδερφός μου ο Κοκολομιχάλης στι Λίμνες, με ρωτούσαν ποιά πέρνει ο ξάδερφός σου;  Και τους απαντούσα. Του Δεσπότη τη κόρη. Και μια κι ο κανονικός Δεσπότης κόρη δεν μπορούσε να είχε, ήξεραν ποιο Δεσπότη έλεγα.

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ

Στη προηγούμενη ιστορία ήπαμε για τον δάσκαλο τον Πεδιαδίτη ότι ήταν αυστηρός δάσκαλος. Εκτός το ότι ήταν αυστηρός και σφικτός στη βαθμολογία είχε και μια άλλη ας το πούμε ιδιοτροπία. Δεν ήθελε να βλέπει τα παιδιά να γυρνούν άσκοπα στους δρόμους ή να παίζουν στα σοκάκια του χωριού και να ενοχλούν τους ανθρώπους. Γιαυτό μας έβαλε και καθαρίσαμε τον περίβολο του παλιού σχολειού (κάτω σχολειό) και ισοπεδόσαμε τα χώματα. Έτσι διαμορφώσαμε ενα χώρο που μπορούσαμε να παίζουμε μπάλα και άλλα παιγνίδια. Εκεί μαζευόμασταν κάθε απόγευμα και οι γονείς μας ήξεραν που θα μας βρούν και ο δάσκαλος είχε ήσυχο το κεφάλι του από τα παράπονα των χωριανών. Είχα τελειώσει την δευτέρα Γυμνασίου και το Σετέμπρη θα πήγαινα στη τρίτη . Με φώναξε λοιπόν ο δάσκαλος μια μέρα και μου είπε. Ο Δήμαρχος θέλει να πάρει τον περίβολο του κάτω σχολειού και να φτιάξει ενα χώρο να γίνονται εκδηλώσεις τραπέζια και χοροί εκεί. Θέλει να κτίσει ενα δωμάτιο και να φτιάξει τα παλιά αποχωρητήρια. Καταλαβαίνεις οτι δεν θα έχετε χώρο να παίζετε μετά. Λοιπόν επειδή η όλη ιστορία στηρίζεται στα υπάρχοντα αποχωρητήρια κανόνισε να τα εξαφανίσεις όσο πιο γρήγορα μπορείς. Εσύ θα βρείς τον τρόπο. Εγώ από την πλευρά μου θα επηρεάσω τους συμβούλους και τους ανθρώπους που κάθονται δίπλα στο κάτω σχολειό να μη δεχτούν την πρόταση του Δημάρχου. Πρέπει όμως να εξαφανιστούν τα αποχωρητήρια. Του απάντησα να μην ανησυχεί και τα κάνω σόπατο. Άλωστε ήταν γνωστό ότι στις κατεδαφίσεις είμουνα ο πρώτος μαστροχαλαστής. Μάζεψα λοιπόν όλα τα αγόρια από 10 χρονών και πάνω στο κάτω σχολειό και τους είπα. Αυτοί οι δυό καμπινέδες αύριο δεν πρέπει να υπάρχουν γιατί ο Δήμαρχος θα μας πάρει τον περίβολο και δεν θα έχουμε που να παίζουμε. Αρχίσαμε λοιπόν και βγάζαμε τα τούβλα από τους τοίχους και στο τέλος έμεινε η ταράτσα να κρέμετε στήριζόμενη από τον πίσω τοίχο και ενα κομάτι από τονένα πλαϊνό. Την άλλη μέρα είπα στα παιδιά. Τώρα αναλαμβάνω εγώ με μερικούς μεγαλύτερους που πηγαίναμε στην ιδια τάξη στο γυμνάσιο. Εσεις  απομακρυνθείτε γιατί θα ρίξουμε την ταράτσα. Αφου βγάλαμε ακόμα προσεκτικά μερικά τούβλα από τον πλαϊνό τοίχο ανεβήκαμε απάνω στη ταράτσα και αρχήσαμε να χοροπηδάμε. Ενας γείτονας που έμενε δίπλα στον περίβολο του σχολειού και μας έβλεπε, ο Ζουλίνος ο Μιχάλης, που δεν ήθελε κιαυτός την πρόταση του Δημάρχου, μας είπε μόλις σας πώ να πηδήσετε θα πηδήσετε να μας κτυπήσετε με την ταράτσα. Η ταράτσα έπεσε και έγινε δυο τρια κομάτια. Ο Ζουλίνος έφερε μια βαριά, έσπασε τα κομάτια της ταράτσας και αποτελείωσε το έργο της κατεδάφισης . Πήρε και όσα τούβλα ήταν γερά να φτίξει ενα κοτέτσι και μας έβαλε και εξαφανίσαμε και τα μπάζα από την ταράτσα. Αν κάποιος πήγαινε να δεί τον χώρο δεν μπορούσε να καταλάβει που ήταν τα αποχωρητήρια. Την επόμενη μέρα ο Δήμαρχος πήγε να δείξει τον χώρο σε κάποιο μηχανικό της Νομαρχίας. Έφτασε στο περίβολο λοιπόν και του έλεγε οτι δεν θα χρειαστούν πολλά χρήματα γιατί υπάρχουν τα αποχωρητήρια και υπάρχει και χώρος να γίνει το δωμάτιο. Ο Μηχανικός κοίταξε τον περίβολο αλλά δεν έβλεπε πουθενά αποχωρητήρια. Ρωτάει λοιπόν τον Δήμαρχο. Κύριε Δήμαρχε τα αποχωρητήρια που μου λέγατε που βρήσκονται ; Κοιτάζει ο Δήμαρχος αλλά δεν βλέπει πουθενά καμπινέδες. Μα έκεί ήταν λέει αποριμένος. Ο Ζουλίνος που ήταν παρών λέει στο Δήμαρχο. Πόσο καιρό έχεις να έρθεις έδώ Δήμαρχε; Τ'αποχωρητήρια ήταν από την εποχή των Ιταλών στη κατοχή και θές να υπάρχουν ακόμα ; Οι τοίχοι είχανε θρουλήσει από την υγρασία και έιχανε πέσει οι μισοί και μόνο η ταράτσα κρεμώτανε και θα πλάκωνε κανένα κοπέλι και θα έβρησκες και τον μπελά σου που την άφησες έτσι τόσο καιρό. Ο Δήμαρχος τον κοίταζε αποσβολομένος και δεν πίστευε στα αφτιά του αυτά που έλεγε ο Ζουλίνος. Εν τω μεταξύ ήρθαν και αλλοι γείτονες που τους είχε ειδοποιήσει ο Ζουλίνος και βάλανε τις φωνές στο Δήμαρχο. Εμείς δεν θέλουμε να μας κλείσεις τα σπίτια μας και να μας κτίσεις μια αποθήκη και μας κουβαλήσεις τσι κουζουλούς επαέ να χορεύουν και να ξενυχτούνε και δε θα μπορούμε να κλείσουμε μάτι . Ν' αφήσεις τα κοπέλια να παίζουνε επαέ να μας κάνουνε και παρέα και ν' αφήσεις τσι κουζουλάδες με τσι χορούς. Αμα θέλουνε χορούς να πηγαίνουν στα πέρα καφενεία που τσι κάνουν κάθε χρόνο. Ο Μηχανικός γέλασε και είπε στον Δήμαρχο. Δήμαρχε έχουν δίκιο οι αθρώποι. Ασε τα κοπελάκια να παίζουν επαέ.  Γιατί εδώ χρειάζονται υποδομές που τελικά δεν υπάρχουν. Και μετά γιατί να στερήσεις από τα παιδιά ενα χώρο να παίζουν και να ξέρουν και οι γονείς που είναι. Ο Νομάρχης αποκλείεται να εγκρίνει τέτοιο ποσό για να φτιάξεις αυτό που έχεις στο μυαλό σου. Μετά από μερικές μέρες έγινε στο Δημαρχείο η συζήτηση για τηνπρόταση του δημάρχου. ΄Ολοι σχεδόν οι σύμβουλοι πλην ενός που ήταν κολητός του Δημάρχου ήταν κατά της πρότασης του Δημάρχου. Όπως και ολοι οι κάτοικοι που δεν ήθελαν τα παιδιά τους να ξέρουν που βρήσκονται. Μετά από αυτό ο Δήμαρχος ξέχασε τα σχέδια του και εμείς βρήκαμε την ησυχία μας, έχοντας μάλιστα μεγαλώσει και το χώρο για να παίζουμε μετά την κατεδάφιση των καμπινέδων .Μετά από μερικές μέρες ήρθε ο Δάσκαλος στο κάτω σχολειό. Μαζεψε τους μεγαλύτερους από του παρόντες και μας είπε. Το κρέμισμα των παλιών καμπινέδων  δεν ήταν σωστό να το κάνετε εσείς γιατί υπήρχε κίνδυνος κάποιος από σας να κτυπήσει. Αλλά είχα εμπιστοσύνη στον αρχηγό σας (εμένα δηλαδή) οτι δεν θα κτυπούσε κανένας. Δεν μπορούσα όμως να βάλω κάποιον εργάτη να το κάμει, για ευνόητους λόγους. Ομως ο σκοπός ήταν να μείνει σε σας ο χώρος. Πράμμα που το καταφέρατε. Καμιά φορά λοιπόν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

ΟΤΑΝ ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΕΔΗΝΑΝ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΗΣ

Ο δάσκαλος ο <<Μπουλούκης>>(Δημήτρης Πεδιαδίτης) ήταν πολύ αυστηρός δάσκαλος. Δεν έβαζε καλούς βαθμούς εύκολα. Γιαυτόν ο καλύτερος βαθμός ήταν το 8 και παραπάνω δεν έβαζε. Τον άκουσα κάποτε να λέει οτι οι μεγάλοι βαθμοί για τα παιδιά είναι παγίδες. Οταν οι δασκάλοι βάζουν 9 και 10 δεν βοηθούν τα παιδιά να γίνουν καλύτεροι μαθητές. Αντιθέτως όταν τα παιδιά παίρνουν 7 και 8, τότε έχουν κίνητρο να διαβάσουν να βελτιωθούν ακόμα. Ετσι πίστευε και το πιστεύω του το έκανε πράξη.  Όταν τελείωνα το δημοτικό σχολείο, ο δάσκαλος διαπίστωσε ότι είχα ταλέντο ήθοποιού. Έτσι έκανε στις 25 Μαρτίου μια εκδήλωση στο σχολειό με διαλόγους και σκετς σχετικά με την επέτειο της 25 Ματρίου. Μου έβαλε να πώ ένα μονόλογο για την επανάσταση του 1821 και ενα διάλογο με κάποιο άλλο συμαθητή. Στη ουσιά ήταν σαν μονόλογος αφού έκανα τον Μακρηγιάννη και ο άλλος με ρωτούσε μόνο. Με έβαλε και στο μεγάλο σκετς και έκανα τον Κολοκοτρώνη. Η εκδήλωση είχε μεγάλη επιτυχία και έτσι αποφάσισε να κάμει στο τέλος της χρονιάς τον Ιούνιο μια μεγαλύτερη εκδήλωση με διαλόγους και διάφορα σκετς. Με κάλεσε λοιπόν στο γραφείο του Διευθυντή (ήταν Διευθυντής του Δημοτικού) και μου είπε. Επειδή είσαι καλός στους διαλόγους και έχεις ταλέντο ηθοποιού θα σου πώ μερικά πράγματα να τα βάλεις καλά μέσα στο μυαλό σου. Στα γραπτά του πρώτου εξαμήνου δεν μου έγραψες σπουδαία πράμματα εκτός από τα μαθηματικά. Ισα-ισα που περνάς τη βάση για να βγάλεις τη τάξη. Μα του λέω είχα να μάθω τσι διαλόγους. Μέ έκοψε με μια κίνηση του χεριού του και μου είπε . Στο τέλος της χρονιάς θα κάνουμε μια εκδήλωση μεγαλύτερη απ' αυτή της 25ης Μαρτίου. Λοιπόν θα μου μάθεις 4 διαλόγους και θα τους πείς όσο καλύτερα μπορείς και εγώ θα σε περάσω να τελειώσεις το δημοτικό και να πάς στο Γυμνάσιο. Ακόμα και αν δεν μου γράψεις στα μαθήματα καλά. Αλλά θέλω να προσπαθήσεις να διαβάσεις και τα μαθήματα σου όσο μπορείς. Θα βρώ τους διαλόγους και τα έργα που θα παίξετε και θα κάνουμε μπρόβες από το Πάσχα μέχρι την ημέρα της εκδήλωσης. Σύμφωνοι ; με ρώτησε, λες και μπορούσα να πώ όχι !! Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Και ακου μια συμβουλή και να την θυμάσαι. Ο ηθοποιός αν είναι πολύ καλός μπορεί να αποκτήσει δόξα και να τον θαυμάζει όλη η Ελλάδα, αλλά λεφτά ποτέ δεν θα εχει στην τσέπη του, αρκετά για να ζήσει μια οικογένεια. Γιαυτό προσπάθησε στο Γυμνάσιο που θα πάς να μάθεις γράμματα και να μπείς στο Πανεπιστήμιο ή κάπου αλλού που θα μπορείς να έχεις ένα καλό μισθό. Το Πάσχα έτυχε να έρθει στο χωριό ένας θίασος από την Αθήνα. Ο θιάσος της Κατερίνας . Έτσι τον έλεγαν. Πήρα μετά την παράσταση και φιλοξένησα την Κατερίνα και ένα νεαρό
ζευγάρι ηθοποιών στο σπίτι μας. Η Μάνα μου τους είπε ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός και οτι ο δάσκαλος είπε οτι οι ηθοποιοί πολλές φορές πεινάνε και δεν έχουν λεφτά. Η κυρία Κατερίνα μου χάϊδεψε το κεφάλι και μου είπε. Να ακούσεις το δάσκαλό σου, έχει δίκιο. Μας βλέπεις εμάς που γυρνάμε τα χωριά και δίδουμε παραστάσεις για λίγες δραχμές για να ζήσουμε. Αν δεν μας φιλοξενούσες απόψε θα κοιμόμαστε στο αυτοκίνητο. Είναι δύσκολη η ζωή μας. Με ρώτησε αν είχα τους διαλόγους που θα έπαιζα και τις τους έδωσα. Ενας απ' αυτούς ήταν, <ο σοφός και ο μπεκρής>.
Εγω θα έπαιζα τον μπεκρή. Μου είπε να της δείξω πως θα τον παίξω. Εγώ αρχησα να παραπατάω και να λέω τα λόγια του μπεκρή. Περίμενε μου λέει να δείς πως παίζετε ο μπεκρής. Έίπε στον νεαρό ηθοποιό που παρακολουθούσε, να μου δείξει πώς θα παίξω τον μπεκρή , μπεδρεύοντας τα λόγια και κάνοντας κατα διαστήματα χίκ σαν να τον έπιασε λόξηγκας με λιγότερα παραπατήματα από αυτά που έκανα εγώ. Ο δάσκαλος έμαθε για την φιλοξενία των ηθοποιών και την άλλη μέρα στο σχολείο μου είπε μπάβο που φιλοξένισα τους ανθρώπους και συμπλήρωσε. Ελπίζω να έμαθες κάτι θετικό από αυτούς. Στην εκδήλωση του Ιουνίου ο δάσκαλος είχε καλέσει πολύ κόσμο. Τον επιθεωρητή τον Νομάρχη και τους Δημάρχους του Αγιόυ Νικολάου του χωριού και άλλους επισήμους. Ολοι έμηναν έκπληκτοι από την ερμηνιά των διαλόγων και των σκέτς. Άλλά τα μπάβο τα πήρε ο δάσκαλος. Εγώ πήρα ένα εξαράκι στο απολητήριο του Δημοτικού μια και δεν έγραψα καλά στα γραπτά του 'Β εξαμήνου, αφού δεν μπόρεσα να διαβάσω όπως έπρεπε τα μαθήματά μου. Δεν μου πολυάρεσε βέβαια αλλά σκεπτόμενος ότι ο καλύτερος μαθητής που έπαιξε και τον ρόλο του σοφού πήρε 8, δεν είπα τίποτε . Ο δάσκαλος το κατάλαβε και μου είπε. Οι βαθμοί ήπαμε είναι για να σε κάνουν να προσπαθείς να γίνεις καλύτερος. Το 8 είναι για τον καλύτερο μαθητή. Το 9 είναι για τον δάσκαλο και το 10 μόνο ο θεός το πέρνει που τα ξέρει όλα !! Εσύ πήρες 6 οχι οτι μου έγραψες στις εξετάσεις, αλλά γιατί φέτος έμαθες μερικά πράγματα που θα σου φανούν χρήσιμα στη ζωή σου αύριο μεθαύριο. Τότε οι δάσκαλοι ήταν δάσκαλοι ζωής !!

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Ο ΛΑΓΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΓΑΛΟΠΟΥΛΑ

Πρέπει να ήταν καλοκαίρι του 1960. Κυριακή πρωί και ετοιμαζόμουν να πάω στην εκκλησία. Ήμουνα στην αυλή και είχα ανοίξει την αυλόπορτα για να δώ αν περνούσε κανένας συνομίλικός μου να πάμε παρέα. Ξαφνικά βλέπω στην αυλόπορτα τον μπάρμπα μου τον αγροφύλακα. Ανήψιο ήντα κάνεις ; Ρώτησε. Καλά μπάρμπα Κωστή, του είπα και βλέποντας να κρατά στο νόμο το δίκανο, τον ρώτησα. Που το έβαλες με το τουφέκι, κυνήγι θα πάς ; Ναι, μου λέει. Εχω ένα λογό σταμπάρι στο αεροδρόμιο και θα πάω να του στήσω καρτέρι. Θά ρθεις να μου κάνεις παρέα ; Με ρώτησε. Αλλο που δεν ήθελα. Φύγαμε και μόλις περάσαμε το σπίτι του Τσιφτεδομανώλη στρίψαμε αριστερά και βγήκαμε στο αεροδρόμιο (έτσι το λέγαμε γιατί την κατοχή ήταν αεροδρόμιο των Ιταλών). Στις Αυγουστίνας το αλώνι ήταν ενα κηπαρίσι και ενας τράφος που χώριζε από την φυτιά του Μελά (καινούριοφυτεμένο αμπέλι). Κάτσαμε στο χώμα και ακουμπίσαμε τη πλάτη μας στον τράφο. Τώρα μου λέει ο μπάρμπας μου θα περιμένουμε να έρθει ο λαγός. Δεν τον πολυπίστεψα και τον ρώτησα. Μπάρμπα είσαι σίγουρος ότι θα έρθει λάγός, στην οκτώμιση ώρα εδώ ; Σε λίγο θα δείς. Μου απάντησε. Περίμενα όλως απορία να δώ τον λαγό να έρχεται. Σε λιγη ώρα άκουσα κραβγές από γαλοπούλες. Άκου μου λέει ο μπάρμπας έρχεται ο λαγός. Τον κοίταξα λοξά. Ποιός λαγός ρε μπάρμπα μου λες ; Εγώ ακούω γαλοπούλες. Το ίδιο κάνει !! Μου απάντησε. Ο ποιό μεγάλος αρσενικός είναι ο λαγός και θα τον τουφεκίσουμε, γιατί πάνε στα αμπέλια και τρώνε τα σταφύλια και παραπονούνται οι ανθρώποι που τα' χουν!!! Τον κοίταξα με έκπληξη . Για φαντάσου σκέφτηκα τιμωρία που διάλεξε ο Μπάρμπας για αυτόν που έχει τις γαλοπούλες !! Πλησίασαν αρκετά οι γαλοπούλες και ο αρχηγός γάλος μπήκε πρώτος στο αμπέλι. Δεν πρόλαβε όμως να τσιμπίσει σταφύλι και το δίκανο του Μπάρμπα τον ξάπλωσε φαρδύ-πλατύ στο χώμα. Οι άλλες γαλοπούλες το έβαλαν στα πόδια και γύρισαν άρον-άρον στο σταύλο του Μπάρμπα Αριστοφάνη !! Μωρέ Μπάρμπα ηντά καμες ; Εσκότωσες τον γκούβο του Μπάρμπα του Αριστοφάνη ; Κι ηντα δα του πείς ; Ρώτησα . Ο Μπάρμπας δε φταίει και μου έχει δώσει και το ελεύθερο να κάνω ότι θέλω. Γιατί τις το έχει πει εκατό φορές της θειάς να κλείνει τον σταύλο να μη πηγαίνουν οι γαλοπούλες στ' αμπέλια αλλά αυτή το χαβά της. Πήραμε τον γκούβο και πήγαμε στο σπίτι του Μπάρμπα Αριστοφάνη. Ο μπάρμπας ήταν σπίτι και μας ανοιξε. Μόλις είδε τον γάλο έβαλε τα γέλια . Πράμμα που μ΄'εκανε να απορίσω. Είπα μέσα μου, λες να ήταν συνενοημένοι ; Και μάλλον ήταν γιατι ο Αριστοφάνης είπε : Φέρε το λαγό να τον μαδίσουμε να μην τον καταλάβει η θειά σου !! Ενα καζανάκι έβραζε νερό σε δυο πέτρες στην αυλή και ο Μπάρμπας Κωστής βούτηξε το γκούβο στο καζάνι και τον ξεπουπούλιασε. Ετσι γυμνός που ήταν δεν έμοιαζε με τον γκουβο τσι θειάς !! Μπάρμπα πες της θειάς οτι τσι φέραμε πεσκέσι να τον ψήσει τσιγαριαστό με δυό πατάτες και δα ρθούμε με το ανήψο να φάμε δυο μεζέδες, να πιούμε και δυό κρασές και εκλεισε το μάτι του Μπάρμπα Αριστοφάνη. Ο Αριστοφάνης γέλασε και είπε μήνε ήσυχος ανήψο. Γυρίσαμε στο χωριό και φτάσαμε στο σπίτι την ώρα που ερχόταν και η Μάνα μου από την εκκλησία. Που ήσουνα μωρέ και εγώ σε περίμενα στην εκκλησία; Μου είπε θυμωμένη. Μην τον μαλώνεις μπρε και εγώ τον πήρα μαζί μου στο κυνήγι. Κυριακάτικα δεν κυνηγούνε οι αθρώποι !! Τον αποπήρε η Μάνα μου. Δεν πειράζει είπε ο Μπάρμπας Κωστής. Και το μεσημέρι θα τον πάρω να φάμε δυο μεζέδες στου Μπάρμπα Αριστοφάνη. Η Μάνα μου κατάλαβε οτι κάτι σκάρωσε πάλι ο Μπάρμπας αγροφύλακας και είπε . Ποιός κατέχει ήντα σκάρωσες πάλι με τον Αριστοφάνη !! Καλά πέρασε το μεσημέρι να τον πάρεις. Το μεσημέρι πέρασε ο μπάρμπας με πήρε και πήγαμε στου μπάρμπα Αριστοφάνη. Η θειά Αριστοφάνενα είχε ψήσει τον γκούβο και μας περίμενε. Ο Αριστοφάνης ήταν ηδη καθισμένος και μας περίμενε. Αντέστε γιατί δα κρυώσει το φαϊ είπε και άρπαξε το πηρούνι. Κάτσαμε κι εμείς και η θειά μας έβαλε δυο γεμάτα πιάτα φαγητό. Εεεε θεια δυο μεζέδες ήπαμε να φάμε όϊ ενα καζάνι ; Είπε ο Μπάρμπας Κωστής. Και τοσονά φαϊ ποιός θα το φάει ; Ρώτησε η Αριστοφάνενα . Ε δώσε και στοι γειτόνους. Ειπε ο Μπάρμπας Κωστής. Αφού φάγαμε και ήπιαμε και το κρασί μας. Ρώτησε ο Μπάρμπας Κωστής τη θειά Αριστοφάνενα. Πως σου φάνηκε ο μεζές θειά; Πρώτο πράμμα. Απάντησε η θειά και ο Αριστοφάνης έβαλε τα γέλια. Ηντα γελάς εσύ πάλι; Ρώτησε η θειά. Για αμε στο σταύλο να μετρήσεις τσι γαλοπούλες σου ; Της απάντησε ο Αριστοφάνης και εξακολουθούσε να γελά. Ο διάολε !! Ειπε η θειά. Τον γκούβο μου μωρέ τσαναμπέτη εσκότωσες και μου τον έφερες για πεσκέσι; Είπε απευθυνόμενη στον Μπάρμπα μου τον Κωστή. Και ο Μπάρμπας της απάνητησε γελώντας. Για να μάθεις οντε σου λένε να κλείνεις το σταύλο σου για να μην βγαίνουν οι γαλοπούλες σου να κάνουν ζημιές στ' αμπέλια των αθρώπων να μην το ξεχνάς. Κι επειδή εγώ δεν θέλω να σε πάω στον αγρονόμο που μου ζητούν οι αθρώποι και να πληρώνει ο κακομοίρης ο Μπάρμπα μου που δεν φταίει γιατί στο έχει πεί εκατό φορές. Αντε στην υγειά μας είπε ο Μπάρμπας Αριστοφάνης και άδειασε το ποτήρι του. Στην υγειά σου Μπάρμπα ήπαμε κι εμείς κι αδειάσαμε τα ποτήρια μας.

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑΠΗΧΟΙ

Μια μέρα ρώτησα τον Πατερομανώλη που ζούσαν οι σαραντάπηχοι . Μου απάντησε ότι ζούσαν μακριά από τους ανθρώπους που δεν τους είχαν πολύ εμπιστοσύνη. Κυρίως ζούσαν σε βουνά και έβοσκαν τα πρόβατα τους. Εγώ τον ξαναρώτησα γιατί δεν είχαν εμπιστοσύνη στούς ανθρώπους . Μου είπε οτι θα μου πεί μια ιστορία που του την είπε ο παπούς του για να καταλάβω. Λοιπόν ήταν κάποτε ένας πονηρός γέρος που έμενε με την γριά του σε ένα χωριό που ήταν στους πρόποδες ενός βουνού, που κοντά στη κορυφή του έμεναν σαράντα σαραντάπηχοι. Ο γέρος ήταν πονηρός άνθρωπος, αλλά ηταν και φοβιτσάρης. Ενα βράδυ λοιπόν που πήγε στον σταύλο με την γριά του να κάνουν την ανάγκη τους. Είπε στη γριά του βλέποντας το φεγγάρι που ήταν γεμάτο γιατί ήταν πανσέλληνος. Βρε γριά για δες ένα φεγγάρι. ¨Οτι πρέπει για να πάω για κλεψιά. Η γριά τον κύταξε λοξά και του είπε. Σιγά τον κλέφτη !! Εσύ φοβάσε να πας στον σταύλο να κατουρίσεις μόνο σου και για κλεψές μηλάς !! Ο γέρος όμως εξακολουθούσε να κοιτάζει το φεγγάρι και να μουρμουρίζει. Έλα μέσα να κοιμηθούμε του λέει και ασε τις κλεψές μα δεν είσαι άξιος. Ο γέρος ομως δεν χόρτενε να βλέπει το φεγγάρι και καθυστερούσε. Νευρίασε η γριά και του λέει . Έλα μέσα γιατί θα κλείσω την πόρτα και θα σ'αφήσω έξω. Κι επειδή ο γέρος δεν έλεγε να μπεί μέσα, η γριά έκλησε την πόρτα νευριασμένη και έβαλε και τον μάνταλο. Ο γέρος μόλις κατάλαβε τι είχε γίνει, άσχησε να κτυπά την πόρτα για να του άνοίξει η γριά . Άνοιξε γυναίκα να μπώ μέσα. Φώναξε . Αλλά η γριά δεν άνοιγε . Άνοιξε γριά γιατί θα πάρω το απόκοτο (απόκοτο είναι το αυγό που άφηναν στη φωλιά για να πηγαίνουν οι κότες να κάνουν τα αυγά). Πάρε ότι θές κίασεμε ήσυχη. Απάντησε η γριά. Αφού κουράστηκε να κτυπά την πόρτα και η γριά δεν του άνοιγε, πήγε στο γείτονα του και κτύπησε την πόρτα. Η ώρα όμως ήταν περασμένη και ο γείτονας κοιμόταν και δεν του άνοιξε. Το ίδιο έγινε και στα άλλα σπίτια που κτύπησε την πόρτα. Έτσι απελπισμένος ξεκίνησε να πάει σε μια στάνη που ήταν κοντά στο χωριό που γνώριζε τον βοσκό. Όμως μέχρι να πάει μαζεύτηκαν σύνεφα, έκρυψαν το φεγγάρι και έχασε το δρόμο για τη στάνη. Περπατούσε περπατούσε αλλά δεν έβρισκε τι στάνη. Ξαφνηκά ενω ανέβαινε το βουνό βλέπει ενα φώς μακρυά ψηλά στο βουνό. Α σκέπτεται ο γέρος εκεί πρέπει να είναι η στάνη. Και ξεκίνησε να πάει εκεί που έβλεπε το φώς. Φτάνει κοντά και ακούει τραγούδια και όργανα να παίζουν. Το φώς ερχόταν από μια μεγάλη σπηλιά που μέσα χόρευαν σαραντάπηχοι. Ο γέρος κοκάλωσε από το φόβο του. Ενας σαραντάπηχος τον πήρε  χαμπάρι και τον αρπαξε με την χερούκλα του. Βρε καλώς τον παπού. Του είπε και τον έβαλε να κα θήσει σε μια καρέκλα στο τραπέζι που ήταν γεμάτο φαγητά και κρασί. Απόψε γιορτάζουμε και σε καλούμε στη γιορτή μας. Φάε όσο θές αλλά αύριο έχουμε αγώνες και θα λάβεις και εσύ μέρος. Και τι αγώνες κάνετε ρώτησε ο πονηρός γέρος που είχε ξανάβρει το θάροε του.
Πετάμε το βόλι μας και τρέχουμε μέχρι την κορφή του αλονού βουνού που είναι απέναντυ και ξαναγυρίζουμε εδώ. Όποιος έρθει τελευταίος καθαρίζει τη σπηλιά μας και μαγειρεύει για σαράντα μέρες. Ο γέρος σκεπτόταν πώς θα ξεγελάσει του σαραντάπηχους και θα γλήτωνε την αγγαρεία να καθαρίζει και να μαγειρεύει σαράντα μέρες. Γέμισε την βράκα του (κρητικός ήταν και φορούσε βράκες) με στάχτη και το πρωί είχε σηκωθεί πρώτος και περίμενε κορδοτός τους σαραντάπηχους. Καλά παπού δεν κοιμήθηκες ; Μια χαρά κοιμήθηκα. Αλλά ήθελα να κάνω προθέρμαση να είμαι έτοιμος και έτσι έκανα μερικά χιλιόμετρα για να ζεσταθώ. Οι σαραντάπηχοι τον κοιτούσαν έκπληκτοι. Αντε τους λέει είστε έτοιμοι ; Μια και είσαι μικρόσωμος εσύ ξεκίνα πρώτος και εμείς θα σε φτάσωμε  στο δρόμο. Καλά λέει αλλά δεν πρόκειται να με φτάσετε. Και ξεκινάει λίνοτας τα μπατζάκια από τη βράκα του και γεμίζοντας τον τόπο σκόνη από τη στάχτη που είχε μέσα στη βράκα του. Οι σαραντάπηχοι τάχασαν. Τι έγινε ο γέρος εξαφανίστηκε είπαν. Τόσο γρήγορα τρέχει ; Και αρχησαν να τρέχουν κιαυτοί. Ο γέρος είχε τρέξει μερικά μετρα και κρύφτηκε σε κάτι θάμνους που είχε βρεί πριν έρθουν οι σαραντάπηχοι. Μετά ξάπλωσε στο έδαφος και περίμενε να γυρίσουν. Όταν γύρισαν οι σαραντάπηχοι τον είδαν που τους περίμενε και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Βρε αθεόφοβε πήγες και γύρησες πιο γρήγορα από μας ; Ειπαν . Α και μια και θα ρίξουμε βόλι ας κάνω μια προθέρμαση να ξεμουδιάσω τα χέρια μου. Είπε ο πονηρός γέρος και έσκιψε και πήρε μια πέτρα σε μέγεθος αυγού, που χορούσε στη χούρτα του χεριού του. Που ήταν το απόκοτο (το αυγό της φωλιάς για τις κότες).
Θα σφύξω το χέρι μου και θα λιώσω την πέτρα. Θα βγεί το νερό από κάτω και η φωτιά από πάνω και στο χέρι μου θα μείνουν τα θρήψαλα της πέτρας. Είπε ο πονηρός γέρος και πριν καλά καλά συνέλθουν οι σαραντάπηχοι σφύγγει το αυγό, πέφτει κατω στο χώμα το ασπράδι και από πάνω ο κορκός και ανοίγει   τη χούφτα του χεριού του και πέφτουν τα τσόφλια κάτω. Οι σαραντάπηχοι δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τι σόί άνθρωπος ήταν αυτός που έλιωνε τις πέτρες ; Άρχησαν να ανησυχούν. Αλλά ο γέρος το βιολί του. Αααα και τώρα που ζέστάθηκε το χέρι μου να ρίξω και το βόλι. Το βόλι ήταν τεράστιο αλλά ο γέρος δεν είχε καμια πρόθεση να το σηκώσει. Πήγε δίπλα στο βόλι και είπε τρίβοντας τα χέρια του. Ανατολή και πόλη δέξου του γέρου το βόλι. Με το που άκουσαν οι σαραντάπηχοι  το γέρο που θα πετούσε το βόλι στη ανατολή και στη πόλη, του αρπαξαν τα χέρια και του λένε. Μπαρμπαδάκι εμείς το βόλι το θέλουμε εδώ κι όχι στη πόλη. Αμε στο καλό και πάρε και μερικά μουλάρια με πράματα να πάς στο σπίτι σου. Ετσι ο πονηρός γέρος ξεγέλασε τους σαραντάπηχους, πήρε τα μουλάρια και γύρισε στο σπίτι του.

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

ΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑΠΗΧΟΙ

Ήτανε Σάββατο της εβδομάδας μετά το Πάσχα . Ποιανού ετους τώρα θα σας γελάσω. Ισως του 1954 ή του 1955. Την προηγούμενη μέρα με πήρε η θειά μου η Καδιανή και πήγαμε στην Οξά που γιόρταζε η εκκλησία που είναι στη κορυφή του βουνού. Από εκεί πάνω φαίνεται ο Αγιος Νικόλαος η Ελούντα και όλος ο κόλπος του Μεραμβέλλου μέχρι τη Σητεία. Εκεί πάνω λοιπόν υπάρχουν ερείπια από παλιά σπίτια και στέρνες. Επίσης υπάρχει κοντά στην εκκλησία μια μεγάλη πλακούρα που πάνω της έχει πέντε λακούβες σαν να τις έκαμε ένα μεγάλο χέρι και άφησε τα σημάδια από τα άκρα των δακτύλων του χεριού του. Η θειά μου, που μου έδιξε αυτά τα σημάδια μου είπε ότι είναι από το χέρι ενός σαραντάπηχου που προσπαθούσε ν'ανεβεί στη κορυφή του βουνού. Όταν επέστρεψα  στο χωριό, έλεγα στη Μάνα μου για τις δακτυλιές του σαραντάπηχου και την ρωτούσα να μου πεί τι ήταν αυτοί οι σαραντάπηχοι. Η Μάνα μου γέλασε και μου είπε. Και εμένα έτσι μου έλεγε η Μάνα μου όταν ήμουν μικρή. Αλλά για περισσότερα να ρωτήσεις τον παπού σου τον Πατερομανώλη που τα ξέρει να σου πεί. Την άλλη μέρα πήγα απέναντι στο πατρικό της Μάνα μου που έμεναν οι ανύπαντρες αδελφές της Μαρία και Καδιανή. Στο σπίτι ήταν η θειά μου η Μαρία και έφτιανε μυζηθρόπιτες. Κάτσε να φάς δυό, εδά πούνε ζεστές. Μου είπε η θειά μου. Εγώ δα πάω στου παπού του Πατερομανώλη να μου πεί για στι σαραντάπηχους. Στι απάντησα. Περίμενε να φας δύο και να πάρεις και μερικές να τους πάς . Ετσα δα πάς με άδεια χέρια ; Μου είπε η θειά και έβαλε μερικές μυζηθρόπιτες σε ένα πιάτο. Μου έδωσε και δύο στο άλλο χέρι και έφυγα για του Πατερομανώλη το σπίτι που ήταν δίπλα στης θειά μου το σπίτι. Μπήκα στην αυλή και φώναξα. Γιαγιά Μαρία . Βγήκε στη πόρτα τσι κουζίνας η Πατερομανώλενα και είπε καλός το παλικάρι μας. Ήντα πεσκέσι (δώρο) μας φέρνεις ; Μυζηθρόπιτες μου έδωσε η θειά μου η Μαρία να σας φέρω. Είπα. Ευχαριστώ πολύ, κάτσε να σε τρατάρω μια καραμέλα. Είπε και πήγε από ενα βαζάκι που είχε πάνω από το τζάκι και μου έδωσε μερικές καραμέλες. Έμαθα πως πήγες στην Οξά με την θειά σου την Καδιανή. Είπε η Πατερομανώλενα. Σ'άρεσε; Με ρώτησε . Πολύ. Και είδα και τσι δακτυλιές του σαραντάπηχου. Τσι απάντησα. Ααααα !!! Έκανε η Πατερομανώλενα. Κι είδες πόσο μεγάλες είναι ; Ναι γιαγιά. Ήντα χερούκλα είχανε αυτοί οι αθρώποι κι αφήσανε ετσά δακτυλιές ; Εδά που δα ρθεί (έρθει) ο παπούς σου δα σου πεί, που τα κατέχει καλύτερα. Είπε η Πατερομανώλενα και πήγε στη παραστιά να φτιάξει το φαγητό τση μέρας. Δεν είχα προλάβει να τελειώσω τη δεύτερη καραμέλα και μπαίνει ο Πατερομανώλης στο σπίτι. Βρε καλώς τον πανυγηριότη. Πως τα πέρασες στην Οξά; Μου λέει. Καλά παπού. Κ'έιδα  και τσι δακτυλιές του σαραντάπηχου. Είπα. Ααα γιαυτό μου ήρθες ε ; Να σου πώ για τσι σαραντάπηχους. Απάντησε ο Πατερομανώλης. Ναί παπού . Είπα. Άκου λοιπόν στα παλιά τα χρόνια πριν το κατακλυσμό του Νόε, ζούσαν στη γή οι σαραντάπηχοι. Ανθωποι ψηλοί ήσαμε σαράντα πήχες. Γιαυτό και τσι λέγανε σαραντάπηχους. Να σαν τον κύκλωπα που ήταν στις ιστορίες που σου έχω πεί για τον Οδυσέα. Αυτοί λοιπόν ήταν ήσυχοι άνθρωποι και καλιεργούσαν τη γή και έβοσκαν και τα πρόβατά τους που ήταν μεγάλα σαν τα πρόβατα του κύκλωπα. Δεν ήταν πολύ έξυπνοι αλλά ήταν δυνατοί και καμιά φορά τους εκμεταλευόταν οι κανονικοί άθρωποι που ήταν πιο έξυπνοι. 'Οταν έγινε ο κατακλυσμός του Νόε, προσπαθούσαν ν'ανεβούν στις ψηλές κορφές των βουνών για να σωθούν. Γιαυτό κι άφησε κι ο σαραντάπηχος, τα σημάδια από τα δάκτυλα του χεριού του, όταν προσπαθούσε να ανεβεί στη κορυφή της Οξάς. Όμως τα νερά σκεπάσανε και την Οξά κι όλα τα βουνά και μόνο ο Νόε με τα παιδιά του γλύτωσε μέσα στη κυβωτό. Γιατί ετσά ήθελε ο θεός. Δοξασμένο τ' όνομα του. Είπε ο Πατερομανώλης κι έκαμε το σταυρό του.